Δίκη Χ.Α: Συγκλονιστική μαρτυρία της βάρβαρης δολοφονικής επίθεσης στους Αιγύπτιους ψαράδες

 

ΦΩΤΟ: EURKONISSI(Τ. ΜΠΟΛΑΡΗ)

Ο Αμπού Χάμαντ Σάααντ, περιέγραψε στο δικαστήριο που δικάζει την Χρυσή Αυγή, τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε ο ίδιος και η οικογένεια του, από την δολοφονική επίθεση των ταγμάτων εφόδου στο σπίτι του στο Πέραμα, το καλοκαίρι του 2012. Ο ίδιος ήταν τυχερός, καθώς οι τραμπούκοι με τα ρόπαλα και τα κράνη, δεν κατάφεραν να μπουν στο σπίτι του. Ωστόσο βρήκαν στη ταράτσα και παραλίγο να σκοτώσουν στο ξύλο τον Αμπουζίντ Εμπάρακ, που κατέθεσε την προηγούμενη εβδομάδα στο Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων. 

«Ανοίξτε ρε μαλάκες, να σας μάθουμε ποια είναι η Χρυσή Αυγή», φώναζαν οι επιδρομείς των Ταγμάτων Εφόδου έξω από το σπίτι του, όπως είπε.

«Δεν είχαμε διαφορές, εμείς αγωνιζόμαστε, κάνουμε μεροκάματο, ήλθαμε στην Ελλάδα για να ζήσουμε καλύτερα. Πουλάω ένα κιλό ψάρια, αν θέλει, παίρνει κανείς, άμα δε θέλει, δεν θέλει».

0 ίδιος αναλύθηκε σε δάκρυα όταν έφθασε η στιγμή να περιγράψει πως βρήκε το φίλο του Αμπουζίντ να αιμορραγεί:  Τον βρήκα ξαπλωμένο, με τα χέρια ανοιχτά, με αίμα στο κεφάλι, και στο στόμα. Το σαγόνι του είχε στραβώσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, μόνο βογκούσε. Είχε σκιστεί το μανίκι από το μπουφάν του. (…) Ένοιωσα κι εγώ ότι καταρρέω».

Ο κ. Αμπού Χάμαντ Σάααντ είπε αναλυτικά, στα ελληνικά, τα εξής στις ερωτήσεις της κυρίας Μαρίας Λεπενιώτη:

«Μόνος μου ήλθα στην Ελλάδα, ήταν ήδη εδώ δυο χρόνια ο μεγάλος αδελφός μου ο Αχμέτ, είμαστε ψαράδες στα καΐκια, ζούσαμε μαζί. Δυο – τρεις μήνες ύστερα από μένα, ήλθε και ο άλλος αδελφός μου ο Μοχάμεντ. (…) Έχω δουλέψει έξι μήνες και σε οικοδομή, κάνα – δυο χρόνια στην Ιχθυόσκαλα, μετά έβγαλε άδεια ο αδελφός μου και πουλούσαμε ψάρια.

Με τον Αμπουζίντ Εμπάρακ, γνωριζόμαστε από την Αίγυπτο, τα σπίτια μας ήταν σε απόσταση δυο χιλιομέτρων. (…) Είχαμε βοηθήσει τον Αμπουζίντ να βρει δουλειά σε ένα καΐκι, αλλά δεν του έδωσαν όλα τα λεφτά. Δεν είχε μαλώσει όμως. (…)

Εκείνη τη μέρα, είχαμε ξυπνήσει χαράματα για το μαγαζί, 10.00- 10.30 το βράδυ έπεσα να κοιμηθώ. Εκτός από τα αδέλφια μου, είχαμε μαζί μας και τα δυο παιδιά του Αχμέτ, 15 και 17 χρονών. Ο Αμπουζίντ ήταν στην ταράτσα, έκανε ζέστη. Κοιμόταν μια εβδομάδα – δέκα μέρες εκεί πέρα. (…) Εγώ κοιμάμαι πολύ βαριά, η δουλειά μου είναι πολύ κουραστική. Ξαφνικά όλο το σπίτι χτυπιόταν, από την πόρτα και το παράθυρο… Άκουσα τον αδελφό μου τον Αχμέτ να βρίζει κάποιους, δυο ήταν, που τον έβριζαν κι αυτοί, έξω από το παράθυρο. «Ανοίξτε, ρε μαλάκες, να σας μάθουμε ποια είναι η Χρυσή Αυγή, για να ξέρετε»… Κάποιος φώναζε στην πόρτα «άνοιξε Άχμετ!». Με ξύλα και σίδερα χτυπούσαν το παράθυρο… «Φέρε ξύλα, ρε», μου φώναζε ο αδελφός μου, για να φοβηθούν κι αυτοί. Κρατούσαμε τα παράθυρα (ήταν κουφωτά), για να μην τα ανοίξουν. Δεν χτύπησε κανείς μας, δόξα τω Θεώ. Τα μικρά παιδιά μπήκαν κάτω από τα κρεβάτια.

Ένοιωθα ότι ήταν πέντε – έξι άτομα απ έξω, στο τέλος είδα ότι ήταν καμιά δεκαριά άτομα.

Είχαμε ακούσει για τη Χρυσή Αυγή, μας είχαν πει «μπορεί να σας κάνουν κακό». Ο αδελφός μου έχει τα στοιχεία του πάνω στο αυτοκίνητο, τον ξέρουν όλοι, κι εμένα μαζί, πόρτα – πόρτα έχουμε γυρίσει όλη την περιοχή. (…)

Το παράθυρο έσπασε σε ένα σημείο, από την πόρτα έπεσε το τζάμι. Ήταν κλειδωμένη. Άνοιξαν τον πυροσβεστήρα και τον άδειασαν μέσα.

Φωνάζαμε πολύ δυνατά «βοήθεια», για να μας ακούσουν οι γείτονες. Δεν μπόρεσαν να μπουν (οι χρυσαυγίτες). Τρία – τέσσερα λεπτά κράτησε όλο αυτό. Μετά, κατέβηκαν στον δρόμο κι έσπασαν τα τζάμια σε τρία αυτοκίνητα. (…)

Ηταν νέοι, 20-25 χρόνων, κανένας δεν ήταν παχουλός, φορούσαν μαύρα, μόνο ένας φορούσε άλλο χρώμα. Γυναίκα δεν είδα. Ειδα ένα άτομο, στο πρόσωπο, αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Στη θρησκεία μου είναι πολύ κακό, να ρίξω σε κάποιον κάτι, χωρίς να είμαι σίγουρος. (…) Έφυγαν με μηχανάκια. Από τα δέκα άτομα, τα πέντε κρατούσαν ξύλα και σίδερα, τα υπόλοιπα δεν κρατούσαν τίποτε.

Βγήκαν δυο γείτονες (…), ένας από αυτούς, ο Κώστας, πήγε με τον αδελφό μου τον Αχμέτ στο τμήμα. Κάλεσε ο αδελφός μου την αστυνομία αλλά είχε τρομάξει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να μιλήσει, μίλησε ο Κώστας.

Οταν έφυγαν από το σπίτι, άκουσα μια φωνή «βοήθεια, Αχμέτ». Ηταν ο Αμπουζίντ. Είπα στον Αχμέτ, «χτυπήσανε το παιδί». Τον βρήκα ξαπλωμένο έτσι (δείχνει, βογκώντας) με τα χέρια ανοιχτά, με αίμα στο κεφάλι, και στο στόμα. Το σαγόνι του είχε στραβώσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, μόνο βογκούσε. Ειχε σκιστεί το μανίκι από το μπουφάν του.

Έτρεχαν χοντρά αίματα (εννοεί προφανώς την αιμορραγία). Τον κατεβάσαμε από την ταράτσα, με τα αδέλφια μου, λιποθυμούσε και επανερχόταν.

Σου ορκίζομαι εκείνη τη στιγμή, ένιωθα κι εγώ ότι καταρρέω (κλαίει). Μπήκα κι εγώ στο ασθενοφόρο, πήγαμε στο Τζάννειο. Το πρωί ήλθε η νοσοκόμα και μου είπε ότι θα πάει σε άλλο νοσοκομείο, πήγαμε στον Ευαγγελισμό. Ο Αμπουζίντ φώναζε πολύ, έμεινε 15-16 ημέρες μέσα.

Πρέπει (οι χρυσαυγίτες) να είχαν περάσει καμιά δεκαριά φορές και παρακολουθούσανε το σπίτι. Δεν είχαμε διαφορές, εμείς αγωνιζόμαστε, κάνουμε μεροκάματο, ήλθαμε στην Ελλάδα για να ζήσουμε καλύτερα. Πουλάω ένα κιλό ψάρια, αν θέλει παίρνει κανείς, άμα δε θέλει δε θέλει.

Φύγαμε από αυτό το σπίτι, την άλλη ημέρα, πήγαμε στο Κερατσίνι, φοβηθήκαμε μήπως ξαναέρθουν».

Η υπεράσπιση χαρακτήρισε αναξιόπιστο τον προηγούμενο μάρτυρα, θύμα του ξυλοδαρμού, Αμπουζιντ Εμπάρακ ενώ άφησε υπονοούμενα και αιχμές για παράνομες δραστηριότητες του, τις οποίος και «πλήρωσε» με τον ξυλοδαρμό.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here