Γυναικόπαιδα στο Αιγαίο. Μια ιστορία 150 χρόνων

Του Γεράσιμου Α. Ρηγάτου

Πανεπιστημιακού, ιατρού, συγγραφέα, λαογράφου

Πόλεμοι πολιτικοί και θρησκευτικοί, διακρατικοί και εμφύλιοι. Κοινωνικές αναταραχές, πείνα και φτώχια. Βία και ανελεύθερα καθεστώτα κρατούν εδώ και μερικά χρόνια σε αναστάτωση τους πληθυσμούς χωρών γύρω από τη λεκάνη της Μεσογείου. Αλλά όχι μόνο τους γειτονικούς μας μεσογειακούς λαούς. Κάποτε και τους πληθυσμούς χωρών που είναι αρκετά μακρινές. Η απελπισία σπρώχνει όλους αυτούς τους ανθρώπους μακριά. Εκεί όπου δεν θα βρουν βέβαια τον παράδεισο, θα βρουν όμως ένα πιάτο φαγητό και κάποια άλλα στοιχειώδη. Η Μεσόγειος είναι ο δρόμος τους. Το Αιγαίο είναι ο δρόμος τους.

Έτσι πληρώνουν αδρά τους δουλεμπόρους για να τους διεκπεραιώσουν σε άλλη χώρα τούτου του κόσμου ή να τους περάσουν, συχνά, κατ’ ευθείαν στον άλλο κόσμο. Με σαπιοκάικα, με τρεχαντήρια, με βάρκες, ακόμα και με φουσκωτά. Με παραφορτωμένα σκαριά, ψυχές στοιβαγμένες. Μια ασύμμετρη κίνηση των επιβατών, ένα σκόπιμο ή τυχαίο λάθος στη «στοίβαξη του φορτίου», ένας κυματισμός λίγο μεγαλύτερος από τον προβλεπόμενο ή άλλοι λόγοι φτάνουν ώστε όλοι αυτοί οι «λαθραίοι», «παράνομοι», «παράτυποι», «οικονομικοί» μετανάστες, καθώς και πρόσφυγες, θύματα πολέμου και βομβαρδισμών, να βρεθούν στα παγωμένα νερά.

Το φαινόμενο είναι καθημερινό στο Αιγαίο και σε άλλους θαλάσσιους δρόμους του Ευρωπαϊκού Νότου. Οι τραγικές ιστορίες παιδιών, γυναικών, ανδρών, μας είναι οικείες από τον τύπο και την τηλεόραση. Εικόνες τραγικές και πρόσωπα τραγικά. Παιδιά μελανιασμένα από το κρύο να τρέμουν στην αγκαλιά των μανάδων τους που τρέμουν κι αυτές. Δεν θα σταθώ περισσότερο. Όλοι βλέπουμε καθημερινά αυτές τις εικόνες. Θέλω όμως να τις συσχετίσω με το δικό μας παρελθόν. Ίσως αυτό μα βοηθήσει στην κατανόηση των προβλημάτων, των ίδιων προβλημάτων που βίωσαν συμπατριώτες μας σε άλλες εποχές. Μας τα διασώζει ως εθνικές μνήμες ο Ιωάννης Κονδυλάκης (1861-1920), σημαντικός πεζογράφος και χρονογράφος, που διετέλεσε και πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών. Το πεζογράφημά του έχει τον τίτλο «Αναμνήσεις Γυναικοπαίδου», αναφέρεται στο κυνηγητό των αμάχων μετά από μία ακόμα επανάσταση της Κρήτης. «Κατά το 1896 είδα να βαδίζει εις την προκυμαίαν του Πειραιώς ένα κρητικόπουλο τριών πιθαμών [ ]. Ανυπόδητον και ξεσκούφωτον, εφόρει μόνον υποκάμισον και βράκαν…» Κινούσε τη συμπάθεια, «Είναι γυναικόπαιδο το κακόμοιρο!», αλλά λίγοι μόνο μετέτρεπαν τη συμπάθεια σε πρακτική βοήθεια.

Στους τελευταίους θα περιλάβουμε και τον αφηγητή-συγγραφέα, στον οποίο το θέαμα ζωντάνεψε μια μακρινή ανάμνηση, ένα οικείο κακό. Που πάει την ιστορία μας και τα ανάλογα γεγονότα ακόμα τριάντα χρόνια πίσω, όταν μια ανάλογη επανάσταση (1866) κινητοποίησε τον διωγμό των αμάχων. «…Επανέβλεπα τον εαυτόν μου όπως ήτον, όταν προ τριάντα ετών ως γυναικόπαιδον και εγώ ευρέθηκα εις τον Πειραιά…[ ]. Θα ήμουν και εγώ τότε πέντε ετών». Ο πατέρας του συγγραφέα, ένας από τους επαναστάτες, βγήκε από τα λημέρια του για να τους μεταφέρει στη δυτική παραλία. Από εκεί θα τους έδιωχνε με πλοίο στην Ελλάδα.

«…Ο πατέρας εβρήκε τον Μεσογειανόν Κρουβίδην και εσυμφώνησε να του δώσει δέκα λίρες δια να μας περάσει με το καΐκι του…Είμεθα δέκα, παιδιά και γυναίκες, και το καΐκι του Κρουβίδη ήτο μια ελεεινή ψαρόβαρκα. Ο πατέρας τον είχε συμφωνήσει να μην πάρει άλλους. Αλλ’ αυτός, πλεονέκτης άνθρωπος [ ] επήρε και άλλους γέρους και γυναίκες και έναν πληγωμένον εις το μάτι». Μεσοπέλαγα, στη θέα ενός άλλου πλοίου, άρχισε να τοποθετεί τους ανθρώπους στη μία πλευρά, ώστε να ανατρέψει τη βάρκα ευκολότερα. «Από την στιγμήν εκείνην διατηρώ μιαν φρικιαστικήν ανάμνησιν της θάλασσας όπως την είδα, ν’ απλώνεται μπροστά μου μαύρη πίσσα».

Το σχέδιο ανατροπής της βάρκας τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Το ματαίωσαν οι άνδρες απειλώντας τον καπετάνιο. Αυτός αφού τους έπεισε να πετάξουν τα όπλα τους και τα μαχαίρια στη θάλασσα τάχα να μην τα βρουν επάνω τους οι Τούρκοι, «εφούσκωσε δυο τουλούμια συνδεδεμένα και μ’ αυτά έπεσε στη θάλασσα». Τελικώς την ακυβέρνητη βάρκα, τη γεμάτη γέροντες και παιδιά έσωσε ρωσικό πλοίο, που «είχεν έλθει δια να πάρει τα γυναικόπαιδα, να τα σώσει από τους Τούρκους και την πείνα», πηγαίνοντάς τα στον Πειραιά όπου έφτασαν το βράδυ.

Είναι διδακτική αυτή η ιστορία που μας αφηγήθηκε ο Κονδυλάκης. Μπορεί οι αντιμαχόμενοι να αλλάζουν, όπως και οι τόποι φυγής και οι τόποι καταφυγής, μπορεί πολλά ακόμα να αλλάζουν. Όμως παραμένουν ίδια σε μεγάλο ποσοστό τα αίτια που αναγκάζουν τον κόσμο σε  φυγή. Όπως παραμένουν ίδια τα κίνητρα και η σκληρότητα των διακινητών, η αδιαφορία για την ασφάλεια με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Όπως παραμένει ίδια η (συχνά μάταια) ελπίδα της σωτηρίας τους και το όνειρο (συχνά απατηλό) για μια καλύτερη ζωή.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here