Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη: Η ανάγκη της σύγκριας στη Μάνη

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Μέσα Μάνη γύρω στα 1900… Σ’ ένα τόπο και μια εποχή όπου η δύναμη και η «περιουσία» κάθε οικογένειας είναι τα αρσενικά παιδιά, μια ισχυρή φαμίλια αποφασίζει να παντρέψει τον γιο της, κόντρα στα συνηθισμένα, με μια κοπέλα κατώτερης τάξης. Όταν τα χρόνια περνούν και εκείνη δεν μπορεί να κάνει παιδιά, ο άγραφος νόμος της Μέσα Μάνης επιβάλλει μια δεύτερη σύζυγο, μια «σύγκρια», μέσα στο ίδιο σπίτι, η οποία σε λίγο καιρό φέρνει στον κόσμο το πολυπόθητο αγόρι. Ωστόσο τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως όλοι περίμεναν. Μια συγκλονιστική ιστορία, γραμμένη με λόγο μεστό και γοητευτικό, που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μεγάλα διλήμματα, τον παροτρύνει σε ενδοσκόπηση και τον οδηγεί να συνειδητοποιήσει πως τα συναισθήματα πολλές φορές διαμορφώνονται από την τοπική κουλτούρα. Μιλάμε με τη Γιολάντα Τσορώνη – Γεωργιάδη, συγγραφέα του βιβλίου «Σύγκρια» εκδόσεις Σαββάλα.

-Το χρέος μιας Καλαματιανής να αναδείξει ένα μανιάτικο έθιμο λαϊκού δικαίου;

Μπορείτε να το πείτε κι έτσι, αν και θεωρώ βέβαιο πως οπουδήποτε λάμβανε χώρα με αυτή τη μορφή -και έπεφτε στην αντίληψή μου- θα κέντριζε εξίσου το ενδιαφέρον μου. Ωστόσο το ότι εφαρμόστηκε τόσα χρόνια στη μανιάτικη γη, και τόσο κοντά στη γενέτειρά μου, ήταν ένας ακόμα λόγος για να θελήσω να το προβάλω.

-Σύγκρια ετυμολογικά και ονοματολογικά σημαίνει;

Στην περιορισμένη βιβλιογραφία που υπάρχει για το θέμα οι απόψεις των μελετητών για την ετυμολογία της ονομασίας δε συμφωνούν. Ως κρατούσα αντίληψη, όμως, φέρεται αυτή που υποστηρίζει πως (για τα χωριά της Μέσα Μάνης) η λέξη «σύγκρια» προέρχεται από τις συν+κυρία και δηλώνει τη δεύτερη σύζυγο που προσλάμβανε ένας εύπορος και δυνατός κοινωνικά Μανιάτης με σκοπό τη γέννηση αρσενικών παιδιών, όταν η νόμιμη γυναίκα του δεν έκανε παιδιά ή έκανε μόνο κορίτσια. Η «σύγκρια» λοιπόν που προσλαμβανόταν για τον ειδικό αυτό σκοπό -και επιλεγόταν από τους συγγενείς συνήθως του άντρα με συγκεκριμένα κριτήρια- έμενε κάτω από την ίδια στέγη με την πρώτη, στην αρχή ως ψυχοκόρη, συν+κυρία όμως αυτής μετά τη γέννηση αγοριών.

-Ήταν ο άγραφος νόμος της Μέσα Μάνης;

Η ανάγκη οδήγησε στην καθιέρωσή του. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε κεντρική διοίκηση. Η οικογένεια είχε δική της οντότητα, γι’ αυτό και τα συμφέροντα ή την περιουσία της προασπίζονταν αποκλειστικά και μόνο οι άντρες που καθεμιά διέθετε. Οι συχνές συγκρούσεις όμως με εξωτερικούς εχθρούς που επιβουλεύονταν τον τόπο, αλλά και οι εμφύλιες ένοπλες αψιμαχίες για θέματα γης και τιμής έσερναν στον χαμό πολλούς από αυτούς. Έτσι η γέννηση πολλών αγοριών φάνταζε εθνική ανάγκη και, αν το ζευγάρι δεν μπορούσε να αποκτήσει άρρενες απογόνους διά της ευθείας οδού, προσπαθούσε διά της πλαγίας. Η πλάγια αυτή οδός «σύγκρια» ονομαζόταν.

-Πώς ασχοληθήκατε με αυτό το θέμα;

Στις αρχές του 2000 έκανα μια εκτεταμένη έρευνα για το πώς προέκυψαν και καθιερώθηκαν λέξεις και φράσεις της καθημερινότητάς μας, αυτές που ονομάζουμε «παροιμιακές». Ανάμεσά τους ερεύνησα και γι’ αυτή που λέμε στην Καλαμάτα, «Τρώγονται σαν σύγκριες». Ρωτώντας αρχικά τον οικογενειακό μου περίγυρο, έμαθα πως «σύγκριες» αποκαλούνταν οι συννυφάδες και, όπως εκείνες τσακώνονται εξαιτίας αντιζηλίας συνήθως, έμεινε η φράση να λέγεται για τις γυναίκες που διαρκώς φιλονικούν. Ψηλαφώντας ωστόσο τη βιβλιογραφία για να διασταυρώσω την πληροφορία, ανακάλυψα τα στοιχεία που ανέφερα σε προηγούμενη ερώτησή σας. Έχω την αίσθηση λοιπόν πως εκείνον τον καιρό ρίζωσε ο σπόρος μέσα μου να γράψω κάποτε γι’ αυτήν. Από τότε μέχρι σήμερα βέβαια έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια και στο διάστημα αυτό έχω γράψει πάρα πολλά βιβλία για παιδιά. Φαίνεται όμως πως αυτό το χρονικό διάστημα ήταν απαραίτητο να παρεμβληθεί, για να κατακτήσω τη ματιά με την οποία έπρεπε να δω τη «σύγκριά» μου και να την προβάλω όπως θα ήθελα και όπως έπρεπε στον αναγνώστη.

-Είχατε μαρτυρίες και μνήμες από πρωτογενείς πηγές;

Η επίσημη βιβλιογραφία για το θέμα είναι φτωχή, διάσπαρτες αναφορές μόνο έβρισκα, με την επιμονή μου όμως και με τη βοήθεια της βιβλιοθηκονόμου της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών ανακάλυψα κάποτε δυο θησαυρούς: «Ο θεσμός της σύγκριας εις την Μάνην» του Απ. Δασκαλάκη και «Η πρόσληψη της δεύτερης συζύγου» του Ελ. Αλεξάκη. Τα στοιχεία που έδιναν αποδείχτηκαν πολύτιμα για μένα. Από εκεί και μετά όμως ταξίδεψα αρκετά στη Μάνη, αναζητώντας ανθρώπους που ήξεραν ή είχαν ακούσει για το θέμα που ερευνούσα. Είναι αλήθεια πως ταλαιπωρήθηκα για να τους εντοπίσω, πήρα όμως έτσι μαρτυρίες από πρωτογενείς πηγές και διαπίστωσα πως το έθιμο αυτό του λαϊκού δικαίου παραμένει στη μνήμη των γεροντότερων ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές πτυχές του μανιάτικου βίου παρελθόντων ετών.

Ωστόσο οι βασικοί ήρωες του βιβλίου κινούνται από ένα σημείο και μετά έξω από τις γεωγραφικές συντεταγμένες της Μάνης, φτάνουν έως την Αμερική προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Οι περιγραφές του πολυήμερου εκείνου ταξιδιού στον Ατλαντικό, το οποίο πολλοί Έλληνες βίωναν εκείνα την εποχή, καθώς και τα πρώτα χρόνια εγκατάστασής τους εκεί, στηρίχτηκαν, εκτός από την υπάρχουσα βιβλιογραφία και σε μαρτυρίες πολλών ατόμων που πέρασαν την… Οδύσσεια. Ήθελα οπωσδήποτε να συμπεριλάβω στην εξέλιξη της ιστορίας και αυτή τη δραματική πτυχή της σύγχρονης ιστορίας μας όχι μόνο λόγω οικογενειακών βιωμάτων (ο παππούς μου ήταν μετανάστης στην Αμερική τη δεκαετία του 1910), αλλά και για να αναδείξω τα δεινά που υφίστανται οι περισσότεροι άνθρωποι –και δεν έχει σχέση αυτό με χώρα προέλευσης, χρώμα ή φυλή-, όταν αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. Συμπτωματικά είναι και το θέμα των ημερών λόγω του σύγχρονου μεταναστευτικού που αντιμετωπίζουμε.

-Μια μυθιστορία που φέρνει τον αναγνώστη αντιμέτωπο με μεγάλα διλήμματα; 

Είναι δύσκολο να κρίνουμε συμπεριφορές και πράξεις όσων συνιστούσαν τις κοινωνικές δομές που αναφέρονται στο βιβλίο με τα μάτια που έχουμε σήμερα. Πρέπει να δούμε τα γεγονότα με τη ματιά εκείνης της εποχής και αυτό ακριβώς ήταν το στοίχημα με τον εαυτό μου: να μπορέσω, μέσα από ένα κείμενο που θα «τρέχει», να μεταφέρω νοητά τον αναγνώστη στα άγονα μέρη, να νιώσει τις ανάγκες των ντόπιων κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται, να υποβάλει τον εαυτό του στη δοκιμασία απάντησης του ερωτήματος «Εγώ τι θα έκανα, αν βρισκόμουν σε εκείνη ή την άλλη θέση» και να συνειδητοποιήσει εν τέλει πως τα συναισθήματα και οι αποφάσεις είναι πολλές φορές προϊόντα τοπικής κουλτούρας και ενστίκτου για επιβίωση. Δηλώνω ευτυχής που, σύμφωνα με τις κριτικές που έχει έως τώρα πάρει το βιβλίο, δείχνει να πέτυχε και αυτόν τον στόχο.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here