Για τα λυντσαρίσματα των νέγρων. Μια πολύχρονη πληγή του αμερικάνικου Νότου

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Ο  όρος ‘λυντσάρισμα’ χρησιμοποιείται ιστορικά για να σηματοδοτήσει την  παράνομη εκτέλεση του κατηγορουμένου προσώπου από έναν όχλο. Πιθανότατα προέρχεται από το όνομα του Charles Lynch (1736-1796), που ασκούσε δικαστικό έργο στη Βιρτζίνια. Στην πραγματικότητα ήταν καλλιεργητής στην Πολιτεία αυτή, πολιτικός, και επικεφαλής κάποιου ακανόνιστου δικαστηρίου που τιμωρούσε τους νομιμόφρονες αποίκους και υποστηρικτές των Βρεττανών (Loyalists), εκείνους δηλαδή που παρέμειναν πιστοί στο βρεττανικό στέμμα, κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού επαναστατικού πολέμου. Οι όροι ‘λυντσάρισμα’ και ‘νόμος του Lynch’ προέρχονται από το όνομά του.

Σε προηγούμενους αιώνες, οι λέξεις  επίτροπος ή αρμοστής της ειρήνης συχνά χρησιμοποιούνταν με την  έννοια του δικαστή, οι οποίοι  και διορίζονταν ή εκλέγονταν από τους πολίτες της χώρας. Ανάλογα με τη  δικαιοδοσία και αρμοδιότητα, εκείνοι οι δικαστές απένειμαν δικαιοσύνη ή απλώς απασχολούνταν με τις τοπικές διοικητικές εφαρμογές στο εθιμικό δίκαιο, χωρίς βεβαίως να έχουν κάποια επίσημη νομική εκπαίδευση.

Λυντσάρισμα αρχικά ήταν το σύστημα τιμωρίας που χρησιμοποιούσαν οι λευκοί  εναντίον των αφροαμερικανών σκλάβων. Ωστόσο, κάποιες φορές κι οι λευκοί που διαμαρτύρονταν για αυτή την απαράδεκτη ενέργεια, βρίσκονταν επίσης σε ορατό κίνδυνο για να υποστούν παρεμφερείς τιμωρίες ή και να κατακρεουργηθούν.  Στις 7  Νοεμβρίου  του  1837, ο Elijah Parish Lovejoy,  ο συντάκτης του ‘Alton Observer’, θανατώθηκε από λευκό όχλο, επειδή είχε δημοσιεύσει άρθρα επικρίνοντας το λυντσάρισμα και υποστηρίζοντας την κατάργηση της δουλείας. Μετά την ίδρυση της Κου Κλουξ Κλαν, το 1867, ο αριθμός των λυντσαρισμάτων των αφροαμερικανών αυξήθηκε δραματικά. Ο κύριος στόχος της Κου Κλουξ Κλαν ήταν να διατηρηθεί η λευκή υπεροχή στο Νότο, η οποία αισθανόταν ότι βρισκόταν  υπό απειλή, ειδικά  μετά την ήττα τους στον εμφύλιο πόλεμο. Έχει υπολογιστεί ότι μεταξύ 1880 και 1920, κατά μέσον όρο δύο αφρικανικοί θανατώνονταν εβδομαδιαίως με λυντσάρισμα  στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το 1884, η Ida Wells (1862 – 1931), εκδότρια του Ελεύθερου Λόγου, μιας μικρής εφημερίδας στο Μέμφις, διεξήγαγε μια  έρευνα σχετικά με το λυντσάρισμα, στην οποία ανακάλυψε έντρομη ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα 728 μαύροι άνδρες και γυναίκες είχαν κατακρεουργηθεί από λευκούς όχλους. Από αυτούς τους θανάτους, τα δύο τρίτα ήταν το αποτέλεσμα  μικρών αδικημάτων, όπως η δημόσια μέθη και μικροκλοπές σε καταστήματα. Στις 9 Μαρτίου, 1892 τρεις αφροαμερικανοί   επιχειρηματίες  κατακρεουργήθηκαν  στο Μέμφις, κι όταν η Ida Wells έγραψε ένα άρθρο καταδικάζοντας τα λυντσαρίσματα, ένας εξαγριωμένος λευκός όχλος κατέστρεψε το τυπογραφείο της. Είχαν σκοπό, τουλάχιστον όπως ομολόγησαν, και σκόπευαν να λυντσάρουν την ίδια, αλλά ευτυχώς εκείνη την εποχή βρισκόταν σε   επίσκεψη στη Φιλαδέλφεια. Λόγω της διαφαινόμενης αδυναμίας να επιστρέψει στο σπίτι της, η Ida Wells προσλήφθηκε από την προοδευτική εφημερίδα ‘New York Age’. Φυσικά συνέχισε την εκστρατεία της κατά του απεχθούς λυντσαρίσματος και των νόμων Jim Crow, ενώ  το 1893 και το 1894 έκανε περιοδείες σε συνδυασμό με διαλέξεις στη Βρεττανία. Ενώ βρισκόταν εκεί, το 1894, βοήθησε να ιδρυθεί και να καθιερωθεί η Βρεττανική Επιτροπή εναντίον του λυντσαρίσματος, με μέλη τους James Keir Hardie, Thomas Burt, John Clifford, Isabella Ford, Tom Mann, Joseph Pease, C. P. Scott, Ben Tillett και Mary Humphrey Ward.

Ο George Henry White, ο τελευταίος  των πρώην σκλάβων που υπηρέτησε   στο Κογκρέσο και ο μόνος αφροαμερικανός στη Βουλή των Αντιπροσώπων, πρότεινε ένα νομοσχέδιο, τον Ιανουάριο του 1901, που θα έθετε αυτόματα το λυντσάρισμα των Αμερικανών πολιτών στα ομοσπονδιακά εγκλήματα και υποστήριξε ότι κάθε πρόσωπο που θα συμμετέχει ενεργά ή έστω προσφέροντας κάποια βοήθεια σε ένα λυντσάρισμα, θα  πρέπει να καταδικάζεται για προδοσία. Και βεβαίως οι λευκοί ήταν εκείνοι που συνήθως χρησιμοποιούσαν το λυντσάρισμα   στο βαθύ Νότο για να τρομοκρατήσουν τους Αφροαμερικανούς, και μάλιστα ανέφερε ότι από τα 109 άτομα που κατακρεουργήθηκαν  το 1899, τα 87 ήταν Αφροαμερικανοί. Παρά την θερμή έκκληση του White, το νομοσχέδιο έπρεπε ακόμα να περιμένει. Το NAACP, από τη σκοπιά του,  εξαπέλυσε επίσης μεγάλη εκστρατεία κατά του λυντσαρίσματος, φέρνοντας στη δημοσιότητα, το 1919, τα ‘Τριάντα Χρόνια λυντσαρίσματος στις Ηνωμένες Πολιτείες: 1889-1918’. Το NAACP μάλιστα πλήρωσε και για διαφημίσεις στις μεγάλες εφημερίδες και για την παρουσίαση των γεγονότων σχετικά με λυντσάρισμα της μαύρης φυλής. Για να δείξει, επίσης, ότι τα μέλη της οργάνωσης δεν φοβόντουσαν, προχώρησε στην οργάνωση του ετήσιου  συνεδρίου του 1920 στην Ατλάντα, που θεωρείτο κατά τη στιγμή εκείνη ως μια από τις πιο δραστήριες περιοχές της Κου Κλουξ Κλαν στην Αμερική. Υπήρξε, πρέπει να σημειώσουμε, μια σχετική  μείωση των περιπτώσεων λυντσαρίσματος κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και πάλι περισσότεροι από εβδομήντα μαύροι δολοφονήθηκαν με αυτόν τον τρόπο,  το έτος αμέσως μετά το τέλος του μεγάλου εκείνου πολέμου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, επιπλέον δέκα μαύροι στρατιώτες που είχαν υπηρετήσει, πολλοί ακόμη με τις στρατιωτικές τους φόρμες,  ήταν μεταξύ εκείνων των δύστυχων και άτυχων που κατακρεουργήθηκαν! Μεταξύ 1919 και 1922, επιπλέον 239 μαύροι συνάντησαν το θάνατο με τον ίδιο τρόπο  από λευκούς όχλους και πολλοί άλλοι από μεμονωμένες πράξεις βίας οι οποίες τελικά και  δεν προστέθηκαν στα επίσημα καταγεγραμμένα λυντσαρίσματα. Το πιο ανησυχητικό όμως ήταν, αν και αναμενόμενο για πολλούς, ότι σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν τιμωρήθηκε κάποιος λευκός για τα εγκλήματα εκείνα. Μαζί με τους μαύρους, όμως, την ίδια τύχη βρήκαν και αρκετοί συνδικαλιστές, όπως για παράδειγμα τα δύο μέλη των ‘Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου’ (Industrial Workers of the World), Frank Little (1917) και  Wesley Everest (1919).

Το 1930, ανατέθηκε στον κοινωνιολόγο Arthur Franklin Raper (1899 –1979), να εκπονήσει έκθεση σχετικά με  το λυντσάρισμα, στην οποία αποκαλύφτηκε ότι ‘… 3.724 άνθρωποι είχαν κατακρεουργηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1889 έως το 1930…’.  Πάνω από τα τέσσερα πέμπτα από αυτούς ήταν νέγροι, και σχεδόν  το ένα έκτο από αυτούς,  κατηγορούνταν για βιασμό λευκών γυναικών. Σχεδόν όλα τα άτομα που έλαβαν μέρος στα λυντσαρίσματα, ήταν γηγενείς λευκοί. Το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός θυμάτων βασανίστηκαν, ακρωτηριάστηκαν, σύρθηκαν για ικανή απόσταση στο έδαφος, ή κάηκαν, δείχνει το απύθμενο μίσος και τις σαδιστικές τάσεις μεταξύ των λευκών που βρίσκονταν μέσα στον όχλο. Ανάμεσα στις τόσες χιλιάδες λευκών, αλλά και αμέτοχων θεατών, μόνο σε 49 απαγγέλθηκαν κατηγορίες και μόνο 4  καταδικάστηκαν. Το NAACP ήλπιζε ότι  η εκλογή του Franklin D.Roosevelt, το 1932, θα έφερνε τέλος στο λυντσάρισμα.  Δύο αφροαμερικανοί γνωστοί για τους αγώνες τους, η Mary McLeod Bethune κι ο Walter Francis White,  συμμετείχαν ενεργά στην προσπάθεια εκείνη του Roosevelt και μαζί με αυτούς κι η σύζυγος του προέδρου, Eleanor Roosevelt, η οποία ήταν επίσης γνωστή αντίπαλος της τακτικής του λυντσαρίσματος.

Το λυντσάρισμα έγινε θέμα εθνικής συζήτησης μετά την απαγωγή και δολοφονία του Brooke Hart (1911-1933) στις 9 Νοεμβρίου 1933. Ο τελευταίος ήταν γιος του Alexander Hart, ιδιοκτήτη μεγάλου καταστήματος στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνιας.  Δύο άνδρες, οι Thomas Harold Thurmond και John M.Holmes, συνελήφθησαν για το έγκλημα. Οι τοπικές εφημερίδες ανέφεραν ότι ο Holmes  και ο Thurmond παρακολουθούνταν από ψυχιάτρους και ότι θα  προσπαθούσαν να δηλώσουν αθώοι λόγω παραφροσύνης. Λίγο αργότερα ένα οργισμένο πλήθος συγκεντρώθηκε έξω από την φυλακή της κομητείας. Ο σερίφης William Emig τότε ήρθε σε επαφή με τον James Rolph, τον κυβερνήτη της Καλιφόρνιας, ζητώντας να αναπτυχθεί η Εθνική Φρουρά για την προστασία των κρατουμένων, αλλά ο Rolph αρνήθηκε. Το πλήθος μεγάλωσε σε μέγεθος, και έφτασε κάποια στιγμή όπως τουλάχιστον εκτιμήθηκε από τις εφημερίδες μεταξύ 3.000 έως 10.000, οπότε ο Emig διέταξε τους αξιωματικούς του να εγκαταλείψουν τους δύο κάτω ορόφους της φυλακής, όπου κρατούνταν οι Holmes  και  Thurmond. Ο όχλος εισέβαλε στη φυλακή, πήρε τους κρατούμενους και τελικά τους κρέμασαν στο St. James Park. Ο κυβερνήτης Rolph εξήρε τη δράση του όχλου, δηλώνοντας ότι η Πολιτεία της Καλιφόρνιας είχε στείλει ένα σοβαρό και αποφασιστικό μήνυμα για όλους τους μελλοντικούς απαγωγείς, και υποσχέθηκε να δώσει χάρη σε όλους όσους συμμετείχαν  στο λυντσάρισμα, ισχυριζόμενος ότι το λυντσάρισμα ήταν  ‘ένα υπέροχο μάθημα για ολόκληρο το έθνος’!

Το 1935 έγιναν προσπάθειες να πεισθεί ο πρόεδρος Franklin D.Roosevelt να στηρίξει το νομοσχέδιο Costigan-Wagner, σύμφωνα με το οποίο η δικαιοσύνη θα τιμωρούσε το έγκλημα του λυντσαρίσματος. Ωστόσο, ο Ρούσβελτ αρνήθηκε να πάρει θέση  υπέρ του νομοσχεδίου που θα τιμωρούσε τους  σερίφηδες που θα αποτύγχαναν να προστατεύσουν τους κρατούμενους από τον όχλο, υποστηρίζοντας ότι οι λευκοί ψηφοφόροι του Νότου δεν θα τον συγχωρούσαν ποτέ αν αυτός υποστήριζε το νομοσχέδιο και, ως εκ τούτου θα έχανε τις επόμενες εκλογές. Ακόμη και η εμφάνιση στις εφημερίδες του λυντσαρίσματος του Rubin Stacy, απέτυχε να αλλάξει τις απόψεις του Ρούσβελτ για το συγκεκριμένο θέμα. Πρόκειται για το γνωστό θέμα που έλαβε χώρα στις 19 Ιουλίου 1935, όταν ένας λευκός όχλος συνέλαβε και προχώρησε σε απαγχονισμό τον Rubin Stacy, δίπλα στο σπίτι της Μάριον Τζόουνς, της γυναίκας που είχε κάνει την αρχική καταγγελία εναντίον του. Η εφημερίδα New York Times, βεβαίως αργότερα, αποκάλυψε ότι σύμφωνα με την έρευνα που ακολούθησε, ο αναφερόμενος ως δράστης  ήταν ένας  άστεγος μισθωτής αγρών που είχε  πάει στο σπίτι της για να της ζητήσει τροφή, κι η γυναίκα όταν είδε το πρόσωπό του φοβήθηκε και φώναξε έντρομη.

Ο νόμος Costigan-Wagner,  υποστηρίχτηκε  από πολλά μέλη του Κογκρέσου, αλλά η αντιπολίτευση του Νότου κατάφερε να τον νικήσει.  Ωστόσο, όμως, η εθνική συζήτηση που πραγματοποιήθηκε για το εν λόγω θέμα, βοήθησε να έρθει στο προσκήνιο  το έγκλημα του λυντσαρίσματος. Το 1937, ο Abel Meeropol, ένας εβραίος δάσκαλος από τη Νέα Υόρκη, είδε μια φωτογραφία του λιντσαρίσματος του Thomas Shipp και του Abram Smith. Αργότερα θυμόταν ότι εκείνη η φωτογραφία τον στοίχειωνε για ημέρες και στο τέλος τον ενέπνευσε για τη συγγραφή του ποιήματος, ‘Strange Fruit’. Ο Meeropol, ήταν μέλος του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, και χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο, Lewis Allan, δημοσίευσε το ποίημα αρχικά στο ‘New York Teacher’ της Νέας Υόρκης και αργότερα, στη μαρξιστική εφημερίδα, ‘Νέες Μάζες’ (New Masses). Όταν κάποτε είδε τη  Billie Holiday στο Café Society στη Νέα Υόρκη, ο Meeropol δεν έχασε ευκαιρία και της έδειξε το ποίημα.  Άρεσε στην ‘κυρία των μπλουζ’,   κι έτσι   εργάστηκε πάνω σ’ αυτό με τον Sonny White και το αποτέλεσμα ήταν το εμβληματικό της τραγούδι, ‘Strange Fruit’. Η επιτυχία του ξεπέρασε τις προσδοκίες, ειδικά τον  Ιούλιο του 1939.  Ωστόσο, το τραγούδι  καταγγέλθηκε  από το περιοδικό ‘Time’ ότι αποτελούσε τμήμα της μουσικής προπαγάνδας για την γνωστή ‘Εθνική Ένωση για την Πρόοδο των Εγχρώμων Ανθρώπων’ (Association for the Advancement of Coloured People, NAACP).

 

Υπολογίζεται ότι μεταξύ 1865 και 1965, πάνω από 2400 Αφροαμερικανοί  κατακρεουργήθηκαν  στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμα και μετά την ψήφιση του νόμου για τα Πολιτικά Δικαιώματα (Civil Rights Act, 1964), τα  λιντσαρίσματα συνεχίστηκαν  στο βαθύ Νότο. Η πιο σημαντική από αυτές ήταν η περίπτωση του Michael Donald. Το 1981 πραγματοποιήθηκε στο Mobile της Αλαμπάμα η δίκη του Josephus Andersonan, ενός αφροαμερικανού που χρεώθηκε με τη δολοφονία ενός λευκού αστυνομικού. Στο τέλος της υπόθεσης η επιτροπή των ενόρκων δεν ήταν σε θέση να καταλήξει σε ετυμηγορία, γεγονός που αναστάτωσε τα  μέλη της Κου Κλουξ Κλαν που πίστευαν ότι ο λόγος για αυτό ήταν ότι ορισμένα μέλη της επιτροπής ήταν Αφροαμερικανοί. Σε μια ειδική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε μετά τη δίκη, ο Bennie Hays, που βρισκόταν στη δεύτερη θέση και υψηλότερη κατάταξη υπαλλήλου της Κου Κλουξ Κλαν στην Αλαμπάμα, δήλωσε: ‘Αν ένας μαύρος ξεφύγει με τη δολοφονία ενός λευκού άντρα, κι εμείς οφείλουμε να είμαστε σε θέση να ξεφύγουμε από τη δολοφονία ενός μαύρου άντρα’. Το Σάββατο 21 του Μάρτη 1981, ο Henry Hays,  γιος του Bennie Hays, και ο James Knowles, αποφάσισαν ότι θα πάρουν εκδίκηση για την απροθυμία ή παράλειψη των δικαστηρίων να καταδικάσουν τον άντρα για τη δολοφονία  του  αστυνομικού.  Ταξίδεψαν γύρω από το Mobile με το αυτοκίνητό τους μέχρι που βρήκαν τον δεκαεννιάχρονο Michael Donald που γύριζε στο σπίτι του. Τον ανάγκασαν δια της βίας να ανεβεί στο αυτοκίνητο και τον οδήγησαν μέχρι τη διπλανή κομητεία όπου τον κατακρεούργησαν. Η τοπική αστυνομία πραγματοποίησε μια σύντομη έρευνα και τελικά αποφάνθηκε ότι ο νεαρός είχε δολοφονηθεί, ως αποτέλεσμα της διαφωνίας του σε κάποιο εμπόριο απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών.  Η μητέρα του Donald όμως, Beulah Mae Donald,  γνώριζε ότι ο γιος της δεν είχε ποτέ την παραμικρή ανάμειξη με τα ναρκωτικά, και  αποφάσισε  να απευθυνθεί στη  δικαιοσύνη. Επικοινώνησε με τον Jessie Jackson που ήρθε στο Mobile όπου και οργάνωσε μια πορεία διαμαρτυρίας για την αποτυχημένη αστυνομική έρευνα. Το  Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) αποφάσισε να εξετάσει την υπόθεση και έφτασε στο συμπέρασμα  και στην ομολογία του James Knowles ότι αυτός ήταν εκείνος που δολοφόνησε τον Michael Donald. Τον Ιούνιο του 1983, ο Knowles κρίθηκε ένοχος για παραβίαση των πολιτικών δικαιωμάτων του Donald και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

λιντσαρισμα

Beulah Mae Donald

Έξι μήνες αργότερα, όταν ο Henry Hays δικαζόταν  για φόνο, ο Knowles εμφανίστηκε ως επικεφαλής μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής. Ο Hays   κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε θάνατο. Με την υποστήριξη κάποιων άλλων φορέων, η Beulah Mae Donald αποφάσισε ότι θα χρησιμοποιήσει την υπόθεση αυτή για να προσπαθήσει να καταστρέψει την Κου Κλουξ Κλαν στην Αλαμπάμα. Η  αγωγή της κατά της προαναφερθείσας οργάνωσης έλαβε χώρα το Φεβρουάριο του 1987. Η   επιτροπή των ενόρκων, με λευκούς όλα τα μέλη της, διαπίστωσε ότι η Κου Κλουξ Κλαν ήταν υπεύθυνη για το  λυντσάρισμα του Michael Donald και την υποχρέωσε να καταβάλει 7 εκατομμύρια δολάρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Κου Κλουξ Κλαν να παραδώσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της, συμπεριλαμβανομένων των γραφείων της στη Tuscaloosa. Μετά από μακροχρόνια νομική διαμάχη, ο Henry Hayes εκτελέστηκε στις 6 Ιουνίου, 1997. Κι ήταν η πρώτη φορά που   λευκός άνδρας   εκτελέστηκε για   έγκλημα κατά αφροαμερικανού από το 1913.

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here