Γιάννης Καλπούζος: «Σέρρα, η ψυχή του Πόντου»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Ενόψει του εκτοπισμού των Αρμενίων απ’ την Τραπεζούντα τον Ιούνιο του 1915, ένα κορίτσι που μοιάζει να το ζωγράφισε ο ίδιος ο Θεός καταφεύγει στο σπίτι ενός αγνώστου. Στην Ορντού ένα άλλο κορίτσι εύπορης ελληνικής οικογένειας ετοιμάζεται για τον γάμο της και πασχίζει να οραματιστεί το μέλλον μ’ έναν άντρα τον οποίο ελάχιστα γνωρίζει.Ο χαρισματικός, θρήσκος και θεματοφύλακας των ηθών της εποχής Γαληνός Φιλονίδης διχάζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες∙ δοκιμάζεται εμπρός στις ιδέες του∙ έρχεται αντιμέτωπος με την αγριότητα και το μίσος∙ συντρίβεται και θέτει ως στόχο ζωής να εκδικηθεί εκείνον που του προκάλεσε τον μέγα πόνο.

Στο παρασκήνιο της μυθοπλασίας ιχνογραφείται ο Πόντος μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών∙ η ομογενοποίηση των φυλών με συνδετικό κρίκο μα και άλλοθι τη θρησκεία∙ ο φόβος, η μισαλλοδοξία και ο εθνικισμός που ενσπείρουν οι Νεότουρκοι και στη συνέχεια οι Κεμαλιστές∙ η καθημερινή ζωή στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης∙ οι διώξεις των Ελλήνων επί Στάλιν∙ τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και οι στέπες του Καζακστάν με αφόρητους καύσωνες το καλοκαίρι και σφοδρό ψύχος τον χειμώνα∙ οι πόθοι, τα πάθη και τα δεινά των Ποντίων. Κι όλα, μέσα από το πολυσχιδές ταξίδι που γράφει η ζωή και το ταξίδι που γράφεται για τη ζωή, να φαντάζουν φλόγες και κινήσεις του ποντιακού χορού σέρρα, του χορού της φωτιάς.

Μιλάμε με τον Γιάννη Καλπούζο, συγγραφέα του βιβλίου «Σέρρα, η ψυχή του Πόντου» εκδόσεις Ψυχογιός. Ο συγγραφέας γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 70 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ, ΣΑΟΣ. ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ, ΙΜΑΡΕΤ: ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ, ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ, ΣΕΡΡΑ. Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ καθώς και τα νεανικά μυθιστορήματα ΙΜΑΡΕΤ 1 – ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΙΣΜΑΗΛ και ΙΜΑΡΕΤ 2 – ΦΑΡΣΕΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ.

-Εσείς ένας Ηπειρώτης ασχολείστε με τον Πόντο;

Πέρα από το γεγονός ότι έχω απώτατη καταγωγή απ’ τον Πόντο, μ’ ενδιαφέρει και με γοητεύει ο ελληνισμός στις γεωγραφικές εσχατιές του και όσα τον δένουν με τα λοιπά μέρη με άλυτους δεσμούς ανά τους αιώνες. Γεωγραφική εσχατιά ήταν η οθωμανοκρατούμενη Άρτα στο μυθιστόρημά μου «Ιμαρέτ», το ίδιο η Κωνσταντινούπολη, μα και εν μέρει ο Πόντος, στο «Άγιοι και δαίμονες», η Κύπρος στο «Ουρανόπετρα» και τώρα ο Πόντος στο «σέρρα». Εξάλλου θεωρώ ότι όλοι οι λογοτέχνες έχουν δικαίωμα να πειραματιστούν σε οποιοδήποτε είδος γραφής και να επιλέξουν τον τόπο που επιθυμούν να εξελίσσεται η μυθοπλασία τους. Η ουσία βρίσκεται στο αποτέλεσμα, αν θα τους δικαιώσει ή όχι. Φαντάζεστε ο Ροΐδης να μην έγραφε την Πάππισα Ιωάννα επειδή δεν ήταν Ιταλός;

-Έλκετε την καταγωγή σας από μακρινό συγγενή που μετοίκησε από την Μαύρη Θάλασσα;

Η απώτατη καταγωγή μου πάει πολύ πίσω στον χρόνο, στο γενεαλογικό δέντρο των Κομνηνών. Στο «Άγιοι και δαίμονες» ο ήρωάς μου ονομαζόταν Τζανής Κομνάς, καθόλου τυχαία, αν και δεν έδινα περισσότερες εξηγήσεις. Ωστόσο εκείνοι που γνώριζαν τα μυστικά της οικογενειακής καταγωγής έλαβαν το μήνυμα και με αφορμή το βιβλίο επανασυνδέθηκα με τη μακρινή συγγενική φλέβα απ’ την οποία το κλωνάρι της δικής μου οικογένειας αποκόπηκε το 1826 και βρέθηκε στην Ήπειρο. Ο Κομνάς Τράκας και ο Δήμος Καλπούζος ήταν αδέλφια, ενώ κατά τους ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΓΟΥΔΑ (ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ 1876) και EMILE LEGRAND (DIMOS KALPOUZOS 1893), καθώς και από άλλες μαρτυρίες και την προφορική παράδοση από γενιά σε γενιά οι Κομνάδες ήταν απόγονοι των αυτοκρατόρων Κομνηνών.

Γιατί όχι πυρρίχιος;

Στον Πόντο την εποχή κατά την οποία εξελίσσεται το μυθιστόρημα όλοι, πλην ελάχιστων λογίων, ονόμαζαν τον συγκεκριμένο χορό: Σέρρα. Κοντολογίς θέλησα να ακολουθήσω όσον αφορά και τον τίτλο του βιβλίου ό,τι και στο σύνολο του κειμένου όπου πάσχισα να αναπλάσω την εποχή με πιστότητα και ακρίβεια. Ωσάν να ζούσα εκεί, να ήμουν ένας από τους απλούς ανθρώπους εκείνων των χρόνων. Βεβαίως στις σελίδες του «σέρρα» εξηγούνται όλα περί του συγκλονιστικότερου χορού των Ποντίων, ενώ παραθέτονται και στοιχεία που αποδεικνύουν την αρχαιότατη ελληνική προέλευσή του.

-Όλα ξεκινούν από την Ορντού και τον Γαληνό Φιλονίδη;

Ξεκινούν από την Τραπεζούντα και από την Ορντού ή Κοτύωρα το 1915 κι ενώ μαίνεται ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. Ο Γαληνός Φιλονίδης διχάζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες και δοκιμάζονται οι ηθικές αρχές του, ένας θηριώδης χωροφύλακας γίνεται ο κακός του δαίμονας και μαζί ένας Ρωμιός καταδότης.
Οι ήρωες του μυθιστορήματος θα παρασυρθούν στη δίνη των μεγάλων ιστορικών γεγονότων μέσα από περιπετειώδεις διαδρομές. Ωστόσο σε μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα η ζωή κυλά στους ομαλούς ρυθμούς της καθημερινότητας κι έτσι διαφαίνεται στο υπόστρωμα όλη η ζωή στον Πόντο, σε πόλεις και χωριά.
Εξιστορούνται οι σφαγές των Αρμενίων, η διετής κατάκτηση της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, το αντάρτικο κίνημα και οι προσπάθειες για τη δημιουργία ελληνικής Δημοκρατίας στον Πόντο. Ξεδιπλώνονται σελίδα προς σελίδα τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Νεότουρκοι και στη συνέχεια οι Κεμαλιστές. Αναπαριστάνεται η καθημερινή ζωή στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, όπου κατέφυγε σημαντικό μέρος των προσφύγων του Πόντου, ενώ εντάσσονται στη μυθιστορία οι διώξεις επί Στάλιν, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία, οι στέπες του Καζακστάν, με τους αφόρητους καύσωνες το καλοκαίρι και το σφοδρό ψύχος τον χειμώνα, και πολλά άλλα.
Τα ιστορικά γεγονότα μπλέκονται με την περιπέτεια, τους πόθους και τα δεινά των Ποντίων, αλλά και με τους λογοτεχνικούς στόχους του βιβλίου καθώς το «σέρρα» πραγματεύεται πλήθος θεμάτων και μέσα από το μακρύ ταξίδι του Γαληνού Φιλονίδη αναδείχνεται ένας δρόμος προς την αυτογνωσία και τη γνώση του κόσμου.

Πολλοί σύγχρονοι καθηγητές, ο αείμνηστος Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, ο Κώστας Φωτιάδης, ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης έχουν με τις εργασίες τους τεκμηριώσει με επάρκεια τα γεγονότα της Ποντιακής Γενοκτονίας. Ο υπουργός Παιδείας έχει άλλη άποψη. Τον διαφωτίζει το βιβλίο σας;

Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης, καθώς διάβασε το βιβλίο προτού εκδοθεί, έχει τοποθετηθεί δημόσια για το «σέρρα» όσον αφορά το ιστορικό προσκήνιο και υπόστρωμά του με τη φράση: «…η μαγική πένα του Καλπούζου συμβαδίζει με μια απαράμιλλη ιστορική τεκμηρίωση, που θα τη ζήλευαν ακόμη και οι καταξιωμένοι επαγγελματίες του είδους». Πέραν αυτού διαφωτίζεται όποιος έχει τη θέληση να μάθει και συγχρόνως τη γενναιότητα να αποδεχτεί τις εσφαλμένες τοποθετήσεις του. Ύστερα από τη μακρόχρονη έρευνά μου, ειλικρινά, εκπλήσσομαι ακούγοντας από ελληνικά στόματα να υποστηρίζουν ότι δε συντελέστηκε γενοκτονία στον Πόντο όταν αρκετοί Τούρκοι ιστορικοί και άνθρωποι των γραμμάτων την αποδέχονται στα συγγράμματά τους και όταν όλα όσα κατά τον Ο.Η.Ε. συνιστούν γενοκτονία έχουν συντελεστεί στον Πόντο. Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πρέπει να αναγνωριστεί παγκοσμίως για να καταγραφεί η ιστορική αλήθεια, για να τιμηθεί η μνήμη των χιλιάδων νεκρών, για να μην ξανασυμβούν τα ίδια και για να συμφιλιωθούν οι ίδιοι οι Τούρκοι με την ιστορία τους και να γκρεμίσουν στην Κερασούντα το άγαλμα του Τοπάλ Οσμάν, του μεγαλύτερου μακελάρη του ελληνισμού του Πόντου. Ωστόσο θα είναι λάθος πορεία εάν επιδιώξουμε μέσω της αναγνώρισης της γενοκτονίας να υψώσουμε το μίσος απέναντι στον τουρκικό λαό.

-Μπορείτε με στοιχεία και περιγραφές να μας συνθέσετε την ψυχή του Πόντου;

Απαιτήθηκαν πάνω από δύο χρόνια δουλειάς επί δέκα και δεκαπέντε ώρες καθημερινά, 150.000 λέξεις (οι τελικώς επιλεγμένες) και συνολικά εξακόσιες σαράντα σελίδες για να αγγίξω την ψυχή του Πόντου. Είναι αδύνατον να αποτυπωθεί με λίγες λέξεις. Γι’ αυτό θα σας παραθέσω από το βιβλίο το απόσπασμα με την περιγραφή του χορού «σέρρα». Όταν τέσσερις αντάρτες χορεύουν στα υψώματα της Κρώμνης, στα δυο χιλιάδες μέτρα. Αυτό το απόσπασμα συμπυκνώνει την ψυχή του Πόντου, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του βιβλίου, μια και όλα φαντάζουν φλόγες και κινήσεις του Πυρρίχιου.

«Αργά, κοφτά, ξεκίνησε η μουσική και κατόπιν όλο να ταχύνεται ο ρυθμός, να ξαναπέφτει, και πάλι ογλήγορος. Ταίριαζαν οι βηματισμοί τους με το άγριο των βουνών, το άγριο της ζωής τους και με τα πολεμικά τεχνάσματα που παρίστανε ο πυρρίχιος, ο αρχαίος χορός, κι ας μη βαστούσαν ασπίδες και δόρατα. Επίθεση, άμυνα, παραφύλαξη, απειλή, οπισθοχώρηση, ελιγμό, κάλυψη, όλα τα περιέκλειε ο χορός τους. Όμως δεν ήταν μόνο τούτα. Έσφιγγαν τα χέρια τους, καθώς δένουν τα κλωνάρια στον κορμό, σ’ ένα αντάμωμα συντρόφων, ζωντανών και αποθαμένων. Κι έσκαβαν με τις μπότες τη γης, θαρρείς κράζοντάς της ότι την πατούν και συγχρόνως σάμπως ν’ αφουγκράζονται όσους τους φώναζαν από κάτω, γενιές και γενιές πρωτύτερες.
Χόρευαν κι έδειχναν να υπερίπτανται του κόσμου. Να κάθεται ο Θεός μέσα στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος ν’ αρπάζεται απ’ τον Θεό. Το φέγγος και η σκοτεινιά να εναλλάσσονται στα πρόσωπά τους, φωτοσκότεινοι, ίδιο το στάλαμα της ζωής. Να ζυμώνεται το κορμί, να τσακίζει, να λύνεται και να ξαναδένεται. Ν’ αναπαύεται η ψυχή κάπου στα σύγνεφα, να λυτρώνεται κι ευθύς να τρομάζει. Τη μια να τους τραβά το χώμα, την άλλη να υψώνονται όπως ο Ανταίος. Να πυρακτώνεται ο νους και να βογκά ο τόπος απ’ τους γδούπους, να τρέμει απ’ την παλικαριά και την αποκοτιά τους. Να φορτώνονται την ιστορία, να την κουβαλούν και να τους σέρνει, να χτυπούν τα γόνατα καταγής και πάλι να στυλώνονται ορθοί. Να κατέχουν ότι παρέκει καρτερά ο θάνατος και να τον περιγελούν.
Αντάρα και καταχνιά να θολώνει το βλέμμα τους, μα και να σκιρτά στα λοξοκοιτάγματά τους γλυκάδα αντρίκεια. Ν’ αποζητούν στων γυναικών τα μάτια το λίγωμα, το παίνεμα, της σάρκας και της καρδιάς το φούντωμα. Αφού δίχως την αγκάλη τους χέρσος ουρανός θ’ απόμεναν, και τούτοι λαχταρούσαν να καρπίσουν, ν’ αφήσουν το σημάδι τους στης πλάσης την περαταριά μέσ’ απ’ τη σπορά τους.
Σιωπή και κρότος εκεί. Ραγισματιές, μπόρες, τραντάγματα, γκρεμίσματα και αγναντέματα κατά τον ξάστερο ουρανό κάποια ξέγνοιαστη βραδιά. Εκεί η μάνα, ο κύρης, ο πάππος κι η λυκομάνα, συγγενείς, αδέλφια και φίλοι, το στασίδι και το λιβάνι της εκκλησιάς. Εκεί το φίλιωμα, η έχθρα, το σκιάξιμο και η περηφάνια, πάθια, κρίματα, βάσανα, πόθοι κι αγάπες μυστικές, αμολόγητες. Το πάλεμα των κορμιών στο στρώμα, ένα χαμόγελο στης αυγής το ξεπροβόδισμα, μια κουβέντα π’ απόμεινε αναίτια μισή, ένα δάκρυ κρυφό, ούλη η ζωή που έτρεξε στα πόδια τους κι έμελλε να τρέξει. Εκεί κι όλα τ’ ανακατώματα του πόνου και της θλίψης. Γιατί έτσι ορθώνεται και λευτερώνεται η ψυχή, αντάμα με το φτεροκόπημα και τον καημό.

Δαιμονική δύναμη, αφιονισμένη, φαινόταν να ρίχνεται καταπάνω τους ή να εφορμά από μέσα τους. Να κατρακυλούν στον Άδη και ν’ αναγεννιούνται. Έβγαζαν και κραυγές άναρθρες απ’ τα στόματά τους και πότε πότε φώναζαν «Όι!» «Όι!», σαν να νογούσαν ότι δεν τους βοηθά η γλώσσα να τα παραστήσουν όλα τούτα με λόγια κι επιστράτευαν το κορμί να τα συλλαβίσει.
Ξεσήκωσαν τον κόσμο με τον λεβέντικο χορό τους, όμως κανείς δε δέθηκε μαζί τους. Έτσι απαιτούσε το έθιμο αλλά κι από σεβασμό, μην ταράξουν το ξεπέταγμα και το βύθισμα, την αναλαμπή και το νύχτωμά τους. Πήραν μονάχα οι θεατές να κροταλίζουν λιθάρια, ξύλινα και τσίγκινα πιάτα και κουτάλια, θαρρείς και γνώριζαν τις συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων.
Πήγαινε ο χορός τους κοντά δέκα λεπτά και κυλούσαν τα δρώματά τους. Σηκώθηκε τότε και μπήκε ανάμεσά τους ο γερο-Φάνης, που αν έρεε αλλιώς το αίμα της Ιστορίας μπορεί και να ονομαζόταν ακόμη Φαντίλ. Από μέσα του, ωστόσο, δε θα έλειπε ο χορός της φωτιάς, ο πυρρίχιος. Πλέον, τους οδηγούσε. Μπόλιαζε η ψυχή το σώμα και φάνταζε αντάξιός τους σε νιότη και παλικαροσύνη. Ο γερο-πλάτανος και αρμαθιά τα βλαστάρια του.
Ξεθηκάρωσαν ύστερα ο Νικηφόρος και ο Φώκος τα μαχαίρια τους κι αναμέρισαν απ’ τους άλλους. Τα πρόσωπα αγρίεψαν. Μάχονταν με τον άνεμο, με τις μνήμες, μ’ ό,τι δεν πιάνεται κι όμως δίπλα μας στέκει και μας ακολουθά κι εχθρός και φίλος αναδείχνεται.

Οι μουζικάντηδες ούτε για σκέψη να διακόψουν. Ζύγωσαν πιότερο, τρεμόπαιζε, χανόταν και γιγαντωνόταν η ζωή στου κεμεντζέ και του νταουλιού τ’ ακούσματα, κι ανάσαινε ή πέθαινε στο φύσημα του ζουρνά, και θαρρείς βάλθηκαν να νικήσουν τους χορευτές ή να νικηθούν.

Έσμιξαν στο τέλος πάλι οι τέσσερις αντάρτες κι ο γερο-Φάνης και συνέχισαν να χορεύουν. Ώσπου σταμάτησαν απότομα και ύψωσαν τα χέρια. Συγχρόνως έπαψαν κι οι μουζικάντηδες, μα νόμιζες ότι αντιλαλούσε ακόμη στα φαράγγια η μουσική. Ύψωσαν τα χέρια ωσάν νικητές, ποιος ξεύρει σε τι στον λογισμό του καθενός. »

-Τι σας συγκινεί στην ιστορική μυθοπλασία με την οποία καταγίνεστε τα τελευταία χρόνια;

Οι ζωές των ανθρώπων του παρελθόντος, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι εμπεριέχουν μ’ έναν τρόπο το σήμερα και το αύριο. Διδάσκουν και παραδειγματίζουν, ενώ δεν είναι φορτισμένες από το επίκαιρο και τις στρεβλώσεις που προκαλεί. Πρέπει όμως να μπει κανείς βαθιά μέσα τους και να μην ανιχνεύει μονάχα τη σκόνη της Ιστορίας. Εισχωρώντας, δε, σε τόσες διαφορετικές εποχές και ανθρώπους είναι σαν να ζω πολλές ζωές, όπως πιστεύω ότι συμβαίνει και με τους αναγνώστες.

-Σε μια παλαιότερη συνέντευξη του ο Τούρκος ακαδημαϊκός Σαιτ Τσετίνογλου μου είχε δηλώσει πως «η τάξη που εξουσίασε την Τουρκία για πολλές δεκαετίες ήταν αυτή που ανήλθε στην εξουσία διά μέσου σφαγών και λαφυραγωγίας. Η σημερινή εξουσία, που είναι οι προύχοντες της Ανατολίας που πλούτισαν από τη Γενοκτονία, μέχρι την εποχή του Οζάλ έκρυβε στο προσκέφαλο τα προϊόντα αυτής της μεταφοράς πλούτου. Η αλυσίδα συνεχίζει χωρίς να σπάσουν οι κρίκοι της και αυτό καθιστά πολύ δύσκολη την αναγνώριση της Γενοκτονία». Συμφωνείτε;

Δεν θεωρώ ότι είμαι ο πλέον κατάλληλος να προβώ σε μια τέτοιου είδους τοποθέτηση, καθώς δεν είμαι αναλυτής της τουρκικής πολιτικής σκηνής. Βεβαίως είναι γνωστό ότι πάμπολλοι πλούτισαν από τη γενοκτονία και ότι κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Ωστόσο θεωρώ ότι συντελούν και πολλοί άλλοι λόγοι, με κυριότερους το πρόβλημα εθνικής ταυτότητας πολλών πολιτών με τουρκική υπηκοότητα και πώς αντιμετωπίζεται αυτό από την εκάστοτε εξουσία, καθώς και ο τρόπος που διδάσκεται η Ιστορία και διαμορφώνει τη συλλογική συνείδηση και μνήμη.
Όμως για μένα το μεγάλο ζήτημα είναι τι κάνουμε εμείς κι όχι οι Τούρκοι. Πόσες υποτροφίες έχουν δοθεί σε φοιτητές για μεταπτυχιακές εργασίες ή διατριβές με θέμα τη γενοκτονία των Ποντίων; Πόσα διεθνή επιστημονικά συνεδρία οργανώθηκαν; Πόσοι ερευνητές επιχορηγήθηκαν για τη συλλογή μαρτυριών και στοιχείων; Πόσοι ερευνητές είχαν την απαιτούμενη βοήθεια να ανατρέξουν στα Σοβιετικά αρχεία, σε αρχεία από την Τσαρική εποχή, στη Γερμανία και σε άλλες χώρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών; Πόσες πανεπιστημιακές έδρες ποντιακών μελετών ιδρύσαμε στη χώρα μας και πόσες πασχίσαμε να ιδρυθούν στο εξωτερικό; Ασχολήθηκε ποτέ η πολιτεία; Ενδιαφέρθηκαν οι ιδιωτικοί φορείς; Γιατί εδώ και δεκαετίες δεν ακολουθήσαμε το παράδειγμα των Εβραίων, οι οποίοι κινηθήκαν προς αυτές τις κατευθύνσεις; Κι επιπλέον, πόσες κινήσεις έγιναν προκειμένου να προσεγγίσουμε το δημοκρατικό κίνημα που υπάρχει στη Τουρκία και να γίνει συμπαραστάτης στην προσπάθειά μας;

-Αρμένιοι, Ασσύριοι, Πόντιοι, ενωμένοι στον κοινό αγώνα διεθνοποίησης της Γενοκτονίας τους;
Αναμφίβολα, και υπό το πρίσμα που έθεσα προηγουμένως.

-Μετά την ενασχόληση σας με το θέμα αυτό εκτός από ηπειρώτικα τραγούδια, μπλουζ, τζαζ, ακούτε και ποντιακά;

Άκουγα από χρόνια ποντιακά τραγούδια, με πιο αγαπημένο μου το «Τσιάμπασιν» με τον Καζαντζίδη. Η παραδοσιακή μουσική με γοητεύει στο σύνολό της, κρητικά, νησιώτικα κι απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και σχεδόν από όλο τον κόσμο. Πλέον δέθηκα πολύ περισσότερο με τα ποντιακά τραγούδια, όπως και με τα κυπριακά παλιότερα ή τα πολίτικα και τα μικρασιάτικα. Βεβαίως, τα ακούσματα από τον ομφάλιο τόπο της Ηπείρου, ως βιωματικά παιδιόθεν, δονούν άλλες συναισθηματικές χορδές και πιο έντονα από κάθε άλλο.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here