Γεωργία Ν. Παπαγιαννίδου: Παναγίες του Πόντου

 

 Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Στον Πόντο, την «μοναχική πολιτεία», ιδρύθηκαν πολυάριθμα ιστορικά μοναστήρια, ο ρόλος των οποίων υπήρξε σωτήριος, ιδιαιτέρα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, καθώς λειτούργησαν ως οχυρά κατά των εξισλαμισμών, που έπληξαν ιδιαίτερα την περιοχή του Πόντου. Η Τραπεζούντα, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, χαρακτηρίστηκε ως «ἡ καλλίστη τῶν πόλεων» από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Η΄ Ξιφιλίνο (1064-1075) και όχι άδικα άλλωστε αφού, επί δυναστείας των Μεγάλων Κομνηνών, υπήρξε ένα από τα σπουδαιότερα οικονομικά και πνευματικά κέντρα.

Συγχρόνως, όμως η ιδιαίτερα προνομιακή γεωγραφική θέση της, συγκριτικά με άλλες πόλεις του Εύξεινου Πόντου, δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε να αναπτυχθεί όχι μόνο ο μοναχισμός αλλά και ταυτόχρονα να ιδρυθούν σημαντικά μοναστηριακά ιδρύματα, τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν καύχημα της πόλης.  Αν και ο αριθμός των μοναστηριών αυτών παραμένει άγνωστος, ξεχωρίζει κανείς τις Βασιλικές, Πατριαρχικές και Εξαρχικές μονές του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, δύο από τα μεγαλύτερα μοναστήρια της Τραπεζούντας. Ταυτόχρονα, όμως υπήρξαν και τα μοναστηριακά εκείνα ιδρύματα, που ήταν αφιερωμένα στην Παναγία, όπως άλλωστε συνέβαινε και στην υπόλοιπη αυτοκρατορία, όπου σχεδόν σε κάθε πόλη υπήρχε ναός αφιερωμένος προς τιμήν Της. Πολλά από αυτά ανάγουν την ίδρυσή τους σε παλιότερους χριστιανικούς χρόνους, ενώ άλλα στην εποχή των Μεγάλων Κομνηνών.

Μιλάμε με την Γεωργία Παπαγιαννίδου,  Δρα. Θεολογίας της Θεολογικής Σχολή του ΑΠΘ, η οποία προσφάτως παρουσία στην εφημερίδα «Εύξεινος Πόντος» την εξαιρετική της αυτή μελέτη.

-Η Παναγία Σουμελά;

Η περίφημη Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή μονή της Παναγίας Σουμελά (Sumela Manastir)  αποτελεί, για αιώνες, σύμβολο του Ποντιακού ελληνισμού. Το μοναστηριακό συγκρότημα, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, με τη βαριά κληρονομιά αιώνων, χάριζε στον επισκέπτη ένα επιβλητικό θέαμα, όπως αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο από τον Άγγλο περιηγητή του 19ου αι. George Finlay. Γράφει στο ημερολόγιό του: «[…] Το βουητό των νερών, 3.000 πόδια κάτω από το μοναστήρι, οι χιονισμένες πλαγιές […], ο τεράστιος όγκος των ξύλινων κτηρίων με τους εξώστες και τα κελιά, που κρέμονταν σαν χελιδονοφωλιές στον γκρεμό, ο ήχος της καμπάνας του μοναστηριού που χωρίς σταματημό σήμαινε την άφιξη προσκυνητών, η αδιάκοπη ψαλμωδία της λειτουργίας […], όλα αυτά είχαν κάτι μεγαλειώδες, παράξενο, σοβαρό και μαζί γραφικό […]».Το χρονικό ίδρυσης της μονής συνοδεύουν παραδόσεις που ανάγονται μέχρι τον 10ο αιώνα. Σύμφωνα με την κρατούσα, δύο Αθηναίοι μοναχοί, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, κατά κόσμον Βασίλειος και Σωτήριχος (ανιψιός και θείος), ίδρυσαν το 386, με τη συμπαράσταση των μοναχών της μονής Βαζελώνος, το μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, κοντά στην επαρχία της Ματσούκας. Οι δύο άνδρες, παρακινούμενοι από όραμα, ταξίδεψαν μέχρι το όρος Μελά, όπου, «θεϊκῷ τῷ τρόπῳ» βρήκαν σε σπήλαιο την εικόνα της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, μία από τις τρεις που η παράδοση αποδίδει στον Ευαγγελιστή Λουκά. H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές αλλόπιστων, εξ’ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Σε κάποια από αυτές λεηλατήθηκε και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Τραπεζούντιο όσιο Χριστόφορο, τον τρίτο κτήτορα της μονής, το 644.

Όπως συνέβη με τα περισσότερα μοναστήρια του Πόντου, έτσι και η «Παναγία των Ποντίων» ευεργετήθηκε ποικιλοτρόπως από τους Μεγάλους Κομνηνούς. Αξίζει κανείς να σταθεί στην περίπτωση του Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού (1349-1390), του νέου κτήτορα της μονής, όπως αναφέρεται στην έμμετρη κτητορική επιγραφή, που σωζόταν μέχρι το 1650 στο διάζωμα της κεντρικής θύρας του καθολικού. Ο Αλέξιος, από ευγνωμοσύνη προς τη Θεοτόκο, για τη σωτηρία επέμβασή Της και την αποφυγή ναυάγιου, κατά την επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη στην Τραπεζούντα, ανακαίνισε τη μονή μεταξύ του 1360-1365 και ταυτόχρονα με χρυσόβουλο του 1364 ανανέωσε παλαιότερα προνόμιά της .

-Με την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας;

Το 1461, οι τρεις μεγάλες μονές του Πόντου, ο άγιος Ιωάννης Βαλεζώνας, ο άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας και η Παναγία Σουμελά, διατήρησαν την περιουσία τους. Ως εκ τούτο, το βάνδον της Ματσούκας ήταν από τα πιο διακεκριμένα. Επί Τουρκοκρατίας, μάλιστα πολλά από τα προνόμια, που χορήγησαν οι Μεγάλοι Κομνηνοί στη μονή της Παναγίας Σουμελά, επικυρώθηκαν με σουλτανικά φιρμάνια. Θα σταθούμε ενδεικτικά στην περίπτωση του σουλτάνου Σελίμ Α΄ (1512-1520), του επονομαζόμενου «Γιαβούζ», δηλαδή του σκληρού. Το προσωπικό ενδιαφέρον του οφείλονταν στην ελληνικής καταγωγής μητέρας του Gulbahar hatun (ρόδο της άνοιξης), αλλά και ταυτόχρονα σε μία προσωπική εμπειρία που είχε. Ο Σελίμ, κατά τη διάρκεια κυνηγιού, βλέποντας το μεγαλοπρεπές μοναστήρι, διέταξε να το κατεδαφίσουν. Τότε όμως έπαθε παραλυσία. Ο Σουλτάνος, αποδίδοντας το πάθημά του στην Παναγία, ανακάλεσε την εντολή του. Με φιρμάνι του 1512 ευεργέτησε τη μονή και επικύρωσε τα προνόμια των Μεγάλων Κομνηνών, θεωρώντας μάλιστα τον εαυτό του διάδοχό τους.  Δυστυχώς, οι ιστορικές εξελίξεις δεν άφησαν ανεπηρέαστη τη μονή, όπως συνέβη με τα περισσότερα μοναστήρια του Πόντου.

-Το 1923, με τη Μικρασιατική καταστροφή;

Οι τελευταίοι μοναχοί εγκατέλειψαν τη μονή, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1930, το μοναστηριακό συγκρότημα καταστράφηκε ολοσχερώς εξαιτίας πυρκαγιάς .  Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, το 1952, χάριν στην πρωτοβουλία του Φίλωνα Κτενίδη, οι πρόσφυγες Έλληνες, ως ανάμνηση του προσκυνήματος στον Πόντο, έχτισαν κοντά στο όρος Βέρμιο της Βέροιας τη Νέα Σουμελά .  Δεκαέξι αιώνες αργότερα – ακόμη και μακριά από τη μαρτυρική γη του Πόντου – συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής ταυτότητας ενός ολόκληρου λαού. Σήμερα, στο καθολικό της μονής φυλάσσονται η εφέστιος εικόνα της Παναγίας το Ευαγγέλιο του οσίου Χριστοφόρου, γραμμένο το 690  και τέλος η λειψανοθήκη με τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, δωρεά (1390) του Μανουήλ Γ΄ του Μεγάλου Κομνηνού .  Ο χρυσοκέντητος Επιτάφιος της μονής έργο του 1738, παραχωρήθηκε το 1997 από το Μουσείο Μπενάκη, αφού προηγουμένως είχε αγορασθεί από παλαιοπωλείο του Λονδίνου (στις 9 Οκτωμβρίου 1932) έναντι του ποσού των 200 λιρών Αγγλίας.  Τον Ιούνιο του 2010, η Τουρκική Κυβέρνηση επέτρεψε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο να τελεστεί στη μονή Θεία Λειτουργία για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Έτσι, ύστερα από 88 χρόνια, στις 15 Αυγούστου του 2010, «εις την πανίερον αυτήν πατριαρχική μονή», ακούστηκε και πάλι, το “πεποικιλμένη τη θεία δόξη ιερά και ευκλεής Παρθένε, μνήμην σου”», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος .

-Η Παναγία Γαράσαρη;

Ενενήντα περίπου χρόνια αργότερα, το 475-480, ιδρύεται η Παναγία Καγιάτιπι ή Παναγία Γαράσαρη (Kayadibi Meyrem Ana Manastiri)  θρησκευτικό σύμβολο της Νικόπολης, το οποίο επισκέπτονταν πλήθος πιστών προκειμένου να προσκυνήσει τη «θαυμαστής τέχνης» παλαιολόγεια εικόνα της Θεοτόκου. Η πατριαρχική και σταυροπηγιακή μονή, αγκιστρωμένη στο σπηλαιώδη βράχο του λόφου της Αναλήψεως, είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ο Ιωάννης Ησυχαστής, ο μετέπειτα επίσκοπος (481-490) Κολωνείας, υπήρξε, σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτής του μοναστηριού. Δυστυχώς, η έλλειψη γραπτών πηγών περιορίζει τις γνώσεις μας για την μετέπειτα πορεία της μονής. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι το 1815 ο μοναχός Ιωαννίκιος Θωμαΐδης ολοκλήρωσε το οικοδόμημα της μονής (ο Ιωάννης Ησυχαστής δεν ολοκλήρωσε το έργο του λόγω της εκλογής του ως επίσκοπος Κολωνείας) και έκτοτε διετέλεσε ηγούμενός της. Στις 25 Ιουνίου 1924 ο τελευταίος ηγούμενος, αρχιμανδρίτης Ηλίας Παπαδόπουλος, εγκατέλειψε τη μονή μεταφέροντας τα ιερά κειμήλια στην Ελλάδα . Το 2006 ξεκίνησε η αποκατάσταση της μονής (σύντομα θα είναι επισκέψιμο.

Ξεχωριστή θέση μεταξύ των μονών της επαρχίας Χαλδίας κατείχε η μονή της Παναγίας Γουμερά (cit Meryamana) . Η απώλεια του γραπτού κώδικα της μονής, που ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση  της Θεοτόκου, περιορίζει τις γνώσεις μας για αυτήν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση, ως προς τον χρόνο ίδρυσής της, που ανάγεται από τον 4ο-5ο αι. έως τον 10ο αιώνα. Κτήτορές της μονής ήταν οι τρεις μοναχοί από τη Θεοδοσιούπολη, το σημερινό Ερζερούμ, ο Σωφρόνιος, ο Παΐσιος και ο Λαυρέντιος. Οι τρεις άνδρες, λόγω ληστρικών επιδρομών, εγκατέλειψαν τη μονή και κατέφυγαν στην κόμη Τσολόχαινα, πατρίδα του αγίου Κανιδίου, συναθλητή του μεγαλομάρτυρα αγίου Ευγενίου του Τραπεζούντιου. Μετά την κοίμησή τους, η μονή παρέμεινε έρημη για 200 περίπου χρόνια, έως ότου επανιδρύθηκε το 1150, από τους επίσης Θεοδοσιοπολίτες μοναχούς, Κοσμά και Ανανία. Με αυτοκρατορική δαπάνη του Αλέξιου Γ΄ Κομνηνού, η Παναγία Γουμερά αναστηλώθηκε, όταν μετά από πυρκαγιά, καταστράφηκε.

-Στο μοναστηριακό συγκρότημα υπήρχαν δύο ναοί;

Το νεότερο κτίσμα, μία τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, ανεγέρθηκε το 1830 ‘‘επί ηγουμενία’’ του Γερμανού Χατζηδαβίδ . Νότια του ναού αυτού υπήρχε παλαιότερο ναΐδριο, αφιερωμένο στη Γέννηση της Θεοτόκου.  Στο υπέρθυρο του μικρού αυτού ναΐσκου- άγνωστο αν υπήρχε εντοίχιος διάκοσμος- διασώζονταν χαραγμένη η χρονολογία 950. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι περισσότεροι ερευνητές, να θεωρήσουν αυτήν ως χρονολογία ίδρυσης της μονής. Επί Αλεξίου Γ΄ Κομνηνού, όπως συνέβη με πολλά μοναστηριακά ιδρύματα του Πόντου, η μονή ανακαινίστηκε.Στις αρχές του 18ου αι., οι μοναχοί, λόγω ληστρικών επιδρομών, εγκατέλειψαν τη μονή και αναζήτησαν, προσωρινά, καταφύγιο στη μονή του αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. Έναν αιώνα αργότερα, με πατριαρχικό σιγίλιο του 1808, που έφερε την υπογραφή του εθνομάρτυρα Γρηγορίου του Ε΄, η Παναγία Γουμερά ανακηρύσσεται σε Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική μονή. Υπό το καθεστώς αυτό, παρέμεινε μέχρι το 1828 για να καταστεί και πάλι ενοριακή μονή εξαρτημένη, όπως και πριν, από τη Μητρόπολη της Χαλδίας. Οι αρχές του 20ου αι. βρήκαν τη μονή, που αριθμούσε δέκα περίπου μοναχούς, με πλούσια και οργανωμένη φιλανθρωπική δράση. Το 1913, με πρωτοβουλία του ιατρού Θεοφύλακτου Θεοφυλάκτου, ιδρύθηκε σχολή με το όνομα Λύκειο της Γουμερά. Η πορεία του δυστυχώς στάθηκε βραχύβια. Η Τουρκική Κυβέρνηση, με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914), προέβη σε κατάσχεση της κινητής περιουσίας της μονής, τερματίζοντας τη λειτουργία της.

Η τουρκική βαρβαρότητα δεν άφησε ανεπηρέαστη τη μονή, που υπέστη και αυτή την ερείπωση .  Στις 3 Μαΐου του 1971, η μονή της Παναγίας Γουμερά, η τέταρτη κατά σειρά στην περιοχή της Μακεδονίας (Παναγία Σουμελά, άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας, άγιος Ιωάννης Βαζελώνος), ανιστορήθηκε στο χωριό Μακρυνίτσα της περιοχής Σιδηροκάστρου Σερρών από το σωματείο «Παναγία Γουμέρα» .

-Η Παναγία η Κρεμαστή;

Την ίδια περίπου εποχή (με την καταστροφή της Παναγίας Γουμερά), το 1916, ένα ακόμη μοναστήρι αφιερωμένο στη Μεγαλόχαρη, η Παναγία Κρεμαστή (Kizlar Manastir) καταστρέφεται από τους Τούρκους. Για την ιστορία της μονής δεν έχουν διασωθεί πολλές πληροφορίες. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι δύο πράξεις από τον Κώδικα της μονής Βαζελώνος, της οποίας υπήρξε μετόχι. Η τοποθεσία της μονής, που θυμίζει μικρογραφία των μονών Βαζελώνος και Παναγίας Σουμέλα, ενισχύει την υπόθεση, ότι επί δυναστείας των Μεγάλων Κομνηνών υπήρχε αρχικά ανδρώα μονή, η οποία στα μέσα του 18ου αι. μετατράπηκε σε γυναικεία. Η μονή πανηγύριζε δύο φορές τον χρόνο, στις 8 Σεπτεμβρίου, στο Γενέσιο της Θεοτόκου και στις 26 Δεκεμβρίου, ημέρα Σύναξης της Θεοτόκου. Η μονή σήμερα είναι εγκαταλελειμμένη .

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Κομνηνός (1349-1390) είχε συνδέσει το όνομά του με άλλα δύο θρησκευτικά ιδρύματα της Τραπεζούντας, την Παναγία Θεοσκέπαστο και την Παναγία Χρυσοκέφαλο .Ίσως με τον τρόπο αυτό ήθελε να αποδείξει, ότι η εύνοια την οποία επέδειξε, σε μεγάλο βαθμό προς τα μοναστηριακά ιδρύματα αφιερωμένα στην Θεοτόκο, δεν ήταν μόνο απόρροια της θρησκευτικής του πίστης προς το πρόσωπό Της, αλλά ταυτόχρονα οφείλονταν και στη σωτήρια επέμβασή Της, όπως αναφέρθηκε νωρίτερα. Η μονή της Παναγίας Θεοσκέπαστου (Kizlar Manastiri)  ήταν στενά συνδεδεμένη με την οικογένεια του Αλέξιου Γ΄. Χτισμένη σε φυσικό βράχο, που κάλυπτε την οροφή του ναού και στον οποίο οφείλονταν η ονομασία της, ιδρύθηκε το 1340 από την Ειρήνη, μητέρα του Αλεξίου, στις πλαγιές του όρους Μίνθριον. Η ιδιαίτερη σχέση των Μεγάλων Κομνηνών με την Παναγία Θεοσκέπαστο αποτυπώθηκε στην κτητορική παράσταση, σύγχρονη με την ίδρυση του ναού, του νότιου τοίχου του νάρθηκα. Σε αυτήν απεικονίζονταν ο Αλέξιος Γ΄, η σύζυγός του Θεοδώρα και η μητέρα του Ειρήνη. Η τελευταία, μάλιστα, ως η κύρια χορηγός, κρατούσε ομοίωμα του ναού . Με την πάροδο των χρόνων, οι προσωπογραφίες και οι συνοδευτικές επιγραφές των μορφών χάθηκαν, με αποτέλεσμα η περιγραφή της πρώτης φάσης του μνημείου να στηρίζεται μοναχά σε μαρτυρίες. Ο ναός σώζονταν έως το 1923 (εικ. 22). Το Μάρτιο του 2014 ξεκίνησε η αποκατάσταση του μοναστηριού.

-Ο ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου (Ortahisar Camii) ;

Με αυτόν θα ολοκληρώσουμε τη σύντομη αναφορά μας στα μοναστηριακά ιδρύματα του Πόντου που είναι αφιερωμένα στην Παναγία. Ο ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου προσωνύμιο που οφείλονταν στην προσαρτημένη σε κίονα φορητή εικόνα της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσας, επενδυμένη με λίθους «τιμίους καί μαργάρους λαμπρούς», από τον Ανδρόνικο Α΄ Γίδωνα (1222-1235), «θέλων ἀπονεῖμαι τῇ Θεοτόκῳ τά εἰκότα», υπήρξε καθολικό μοναστηριακού συγκροτήματος. Μελετητές του μνημείου εικάζουν ότι η μονή, που αφιερώθηκε κατά τον 4ο-5ο αι. στη Θεοτόκο, κατείχε θέση αρχαίου ελληνιστικού κτηρίου, πιθανότατα ναού, αφιερωμένο στον Ερμή. Επί αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, η ‘‘Μεγάλη Εκκλησία’’, όπως αποκαλούνταν ο ναός της Χρυσοκεφάλου (μία τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα και υπερώα) ανακαινίστηκε και αποτέλεσε τον μητροπολιτικό ναό της πόλης, στον οποίο τελούνταν οι στέψεις και οι ταφές των Μεγάλων Κομνηνών, μεταξύ αυτών και του Αλεξίου του Γ΄. Από το 1461 έως και σήμερα, ο ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου, λειτουργεί ως τζαμί με τις ονομασίες Ortahisar Camii, δηλαδή το τζαμί του Μέσου Φρουρίου εξαιτίας της θέσης του ή Buyuk camii, δηλαδή το μεγάλο τζαμί λόγω μεγέθους . Οι περίφημες μονές και οι αναρίθμητοι περικαλλείς ναοί, που καθαγίασαν τη μαρτυρική περιοχή του Πόντου, καταδεικνύουν την ακτινοβολία του ποντιακού χριστιανισμού. Η ενδεικτική, σαφώς, αναφορά μας στην ανέγερση σημαντικών μοναστηριακών ιδρυμάτων της περιοχής, αφιερωμένων στη Βασίλισσα των Αγγέλων, Παναγία, η ακτινοβόλος χάρις της οποίας φώτιζε και βοηθούσε τον λαό του Πόντου, αποτελεί το απαύγασμα της θρησκευτικής πίστης στο πρόσωπο της Υπερμάχου Στρατηγού του Πόντου και ολόκληρου του ελληνισμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Λάμπρος Σπ. Π., «Ανέκδοτον Χρυσόβουλλον Αλεξίου Γ΄ του Μεγάλου Κομνηνού Αυτοκράτορος Τραπεζούντος», Νέος Ελληνομνήμων 2 (1905) 187-198.
  2. Λάμπρος Σπ. Π., «Βησσαρίωνος Εγκώμιον εις Τραπεζούντα», Νέος Ελληνομνήμων 13 (1916) 145-204.
  3. Βaklanov Ν., “Deux Monuments Byzantins de Trébizonde. 1. L’Église de Saint Eugène, 2. La Chrysocéphalos”, Byzantion 4 (1927/1928) 363-391.
  4. Λαμψίδης Ο., «Ιωάννου Ευγενικού έκφρασις Τραπεζούντος», Αρχείον Πόντου 20 (1955) 3-39.
  5. Bryer A., Winfield D., «Nineteenth-Century Monuments in the City and Vilayet of Trebizond. Architectural and Historical Notes», Αρχείον Πόντου 30 (1970-1971) 228-385.
  6. Κλαδάς-Πουταχίδης Σωκράτης Γ., Η εν Χαλδία του Πόντου Ιερά Μονή Παναγία Γουμερά: παράρτημα: αυτοβιογραφικόν σημείωμα, Αθήνα 1972.
  7. Bryer A., The Empire of Trebizond and the Pontos, London 1980
  8. Bryer A.. – Winfield, D., The Byzantine Monuments and Topography of the Pontos I, II, DOP 20, Washington D.C. 1985.
  9. Μέριμνα Ποντίων Κυριών, Ζωντανές Μνήμες Πόντου, Θεσσαλονίκη 1988.
  10. Millet G., ‘‘Les monastères et les églises de Trébizonde’’, Bulletin de correspondance hellénique, 19 (1895) 419-459.
  11. Bryer A., The Post-Byzantine Monuments of the Pontos, Burlington, Vt. : Ashgate, 2002.
  12. Διονυσιάτης Θ. (Μοναχός), Η Παναγία Σουμελά, Θεσσαλονίκη
  13. Μήλλας Α., Τραπεζούς : στα ίχνη των μεγάλων Κομνηνών, τομ. Α΄-Β΄, Αθήνα 2009.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here