Γεράσιμος Ρηγάτος: Τα κάλαντα των γιορτών

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

   Βαδίζουμε προς τα Χριστούγεννα, περίοδο που – παρά τις αλλαγές στη ζωή μας – εξακολουθεί να διατηρεί πολλά εθιμικά στοιχεία. Ένα από τα βασικά γνωρίσματα της περιόδου είναι τα κάλαντα. Απλοϊκά τραγούδια εορταστικά, ευχετήρια, εγκωμιαστικά που επιβιώνουν από πολλούς αιώνες, με τις αναγκαίες προσαρμογές αλλά με το ίδιο πνεύμα, κάποτε και με την παρουσία γλωσσικών «απολιθωμάτων». Μιλάμε με τον ιατρό,  πανεπιστημιακό, συγγραφέα, λαογράφο, Γεράσιμο Ρηγάτο.

Τα συχνότερα κάλαντα;

Από τα διάφορα κάλαντα του «λαογραφικού ενιαυτού» (όπως έλεγε ο αείμνηστος Δημ. Λουκάτος) τα πιο διαδεδομένα είναι εκείνα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τα κάλαντα των Φώτων λίγα παιδιά τα γνωρίζουν κι ακόμα λιγότερα μάς τα τραγουδούν. Ίσως μάλιστα να συνέβαινε το ίδιο κι ακόμα παλαιότερα: Ο βυζαντινός γραμματικός Ιωάν. Τζέτζης (1110-1180) στο στιχούργημά του «Χιλιάδες» γράφει για όσους «περιτρέχουσι χώρας» και «προπατούσι» και χτυπούν τις πόρτες ζητώντας την αμοιβή τους «κατ’ αρχίμηνον την Ιανουαρίου/ και τη του Χριστού γεννήσει δε και Φώτων τη ημέρα…».

 

Πόσο παλαιά η συνήθεια;

Η πρακτική των καλάντων και το βασικό σκεπτικό είναι πολύ αρχαιότερα του Βυζαντίου. Ήδη από τα ομηρικά χρόνια αναφέρεται η «ειρεσιώνη», τραγούδια που έλεγαν τα παιδιά κρατώντας κλαδί ελιάς ή δάφνης, καρπούς κλπ. για τον Απόλλωνα – θεό του φωτός και για τον θεό Ήλιο. Μάλιστα τέτοια τραγούδια – κάλαντα έχουν διασωθεί. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο Χριστός είναι ο «Ηλιος της δικαιοσύνης» και η «Ανατολή ανατολών».

 

Γιατί «τα λένε;».

Το σκεπτικό των Καλάντων ήταν και παραμένει πρώτα απ’ όλα ο «αγερμός», ο συναγερμός, η γενική κινητοποίηση ώστε από κοινού το πλήθος να γιορτάσει το ευχάριστο γεγονός. Η ίδια η λέξη έχει και την έννοια του εράνου, της συλλογής κερμάτων, είτε για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό είτε για την ενίσχυση των παιδιών, για την αγορά πραγμάτων αναγκαίων ή άλλες φορές όχι αναγκαίων αλλά που θα τους δώσουν χαρά. Κι αυτό είναι εξ ίσου σταθερό στοιχείο των καλάντων. Τα παιδιά στα ομηρικά χρόνια τελείωναν την «ειρεσιώνη» λέγοντας

Ει μεν τι δώσεις ει δε μη ουχ εστήξομεν

Ου γαρ συνοικήσοντες ενθάδ’ ήλθομεν.

Δηλαδή «αν μεν μας δώσεις κάτι, αλλιώς δεν θα μείνουμε. Δεν ήρθαμε εδώ για να συγκατοικήσουμε». Τα παιδιά τηε εποχής μου ζητούσαν κι αυτά «το κάτι τι τους». Στα χωριά έλεγαν:

Εσφάξαμε τον κόκορα κι αφήσαμε την κότα

Δώστε μας και πέντ’ έξι αβγά να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

Στις πόλεις το αίτημα άλλαζε:

…Δώστε και τα λεφτάκια μας να πάμε σ’ άλλη πόρτα…

 

Πάντα τόσο λίγα;

Όχι πάντα. Άλλοτε ζητάνε πιο πολλά, χωρίς όμως να το εννοούν και χωρίς να το περιμένουν. Σε κάποια παλαιότερα κάλαντα (και προφανώς από αγροτικές περιοχές) οι καλαντιστές ζητούν:

Αν είστ’ από τους πλούσιους, φλουριά μην λυπηθείτε∙

Αν είστ’ από τους δεύτερους ξηντάρες και ζολώτες (:είδος τουρκικού

Νομίσματος)

Κι αν είστ’ από τους πάμφτωχους ένα ζευγάρι κότες.

Και σας καλονυχτίζουμε, πάτε να κοιμηθείτε…

 

Καλήν ημέραν ή καλήν εσπέραν;

Ανάλογα πότε «τα έλεγαν». Παλαιότερα οι καλαντιστές έβγαιναν βραδάκι, οπότε το «καλήν εσπέραν» ήταν το λογικό. Τώρα τα παιδιά βγαίνουν μόνο πρωί, συχνά δε και συνοδευόμενα για λόγους ασφαλείας, οπότε σωστό είναι το «καλήν ημέραν». Δεν αποκλείεται όμως πολλά παιδιά αν και πρωί, να λένε κατά παράδοση «Καλήν εσπέραν». Τα κάλαντα με αυτή την αρχή είναι τα πιο διαδεδομένα. Αλλά δεν είναι τα μόνα. Σε άλλους τύπους υπάρχουν άλλες φράσεις έναρξης:

Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου

ή       Πάλιν ακούσατ’ άρχοντες, πάλι να σας ειπούμε  κλπ.

 

Τα Πρωτοχρονιάτικα;

Πιο γνωστά είναι τα κάλαντα που έχουν καθιερωθεί ως πανελλήνια – ή περίπου:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή καλός μας χρόνος …

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρία κλπ.

Ή:      Πάλιν ακούσατ’ άρχοντες, πάλι να σας ειπούμε

         [ ] και να πανηγυρίσουμε Περιτομή Κυρίου

          Και εορτή του μάκαρος Μεγάλου Βασιλείου…

Ή (σε τοπική εκδοχή): Ταχιά ταχιά ‘ν’ αρχιμηνιά, ταχιά ‘ν’ αρχή του χρόνου

                                     Ταχιά ‘ν’ οπού περπάτησεν ο Κύριος στον κόσμο…

Ή                                  Εις αυτό το νέον έτος εις την πρώτη του μηνός..  κλπ.

 

Των Φώτων;

   Κι εδώ έχουν καταγραφεί πολλές παραλλαγές, αν και δεν έχουμε πολλούς να μας καλαντίζουν. Ίσως γιατί οι γιορτές πια τελειώνουν, ίσως γιατί τα εφόδια της αμοιβής τελείωσαν, ίσως γιατί ο αγιασμός των σπιτιών και οι τελετές της Βάπτισης του Σταυρού περιόριζαν την σχετική ευχέρεια των παιδιών να γυρίζουν με την ομάδα τους στα σπίτια. Ένας από τους γνωστούς τύπους καλάντων αρχίζει ως εξής:

Ήρθανε τα Φώτα κι ο φωτισμός

Κι η χαρά μεγάλη κι ο Αγιασμός …

Ένα σχόλιο που πρέπει να γίνει σχετικά με τα κάλαντα είναι τα παινέματα και οι ευχές για τους νοικοκυραίους των σπιτιών που επισκέπτονται οι καλαντιστές. Αξίζει πράγματι να επανέλθουμε στα παινέματα των καλάντων.

 

 

Προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό ο πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Αρκούσε αυτό το έργο για να αποδοθεί στον κορυφαίο Έλληνα καλλιτέχνη ο τίτλος «ο ζωγράφος των Χριστουγέννων». Το έργο αυτό θεωρείται ως η κορυφαία στιγμή στην ηθογραφική ζωγραφική της Ελλάδας. Είναι προφανές ότι ξεπερνά την απλή απεικόνιση ενός εθίμου, έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για τους συμβολισμούς του.Ενδιαφέρουσα η ανάλυση της επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαριλένας Κασιμάτη: «Τα ποιητικώτατα Κάλαντα διαφεύγουν με την εσωτερικότητα και την επινόηση του χρόνου στην ελληνικότατη ηθογραφική αυτή σκηνή, από κάθε κοινοτοπία. Τα σύμβολα που εισάγει, χωρίς τυμπανοκρουσίες -το μαρμάρινο θωράκιο της Νίκης, που δένει το σανδάλι της, αλλά ειρωνικά σχεδόν, βαλμένο δίπλα σε μια χορταρένια σκούπα, το γυάλινο ποτήρι με το νερό, που παραπέμπει στην κάθαρση που έρχεται από τα Ελληνόπουλα, που δεν εμφανίζονται ως γραφικά δείγματα μιας γνωστής τυπολογίας φορεσιών, το ξερό, άνυδρο δέντρο που δηλώνει την υφέρπουσα φτώχεια στο πρόσωπο της σκοτεινής μορφής, που μόλις φαίνεται πίσω από τον τοίχο».

Ο κορυφαίος της ελληνικής παλέτας
Ο Νικηφόρος Λύτρας γεννήθηκε το 1832 στο χωριό Πύργος της Τήνου και από παιδί αγάπησε την τέχνη αφού ο πατέρας του ήταν μαρμαρογλύπτης. Το 1850 κατόρθωσε να μπει στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα όπου και φοίτησε για έξι χρόνια κατορθώνοντας αμέσως να ξεχωρίσει και να συγκεντρώσει διακρίσεις. Με την αποφοίτησή του το 1860 αναχωρεί για Μόναχο με μία κρατική υποτροφία από την Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών, το κέντρο της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής εκείνη την εποχή. Το 1865 επιστρέφει στην Αθήνα και διορίζεται καθηγητής στην έδρα της Ανώτατης Ζωγραφικής της Σχολής Καλών τεχνών του Πολυτεχνείου, όπου θα διδάξει για 38 ολόκληρα χρόνια έως και την χρονιά του θανάτου του το 1904.

Ο Νικηφόρος Λύτρας άσκησε καθοριστική επιρροή στην ελληνική ζωγραφική. Περισσότεροι από μία γενιά ζωγράφοι πέρασαν από το εργαστήριό του. Ο Πανταζής, ο Λεμπέσης, ο Αλταμούρας, ο Ιακωβίδης, ο Βώκος, ο Ροϊλός, ο Γερανιώτης, ο Μαθιώπουλος, ο Οθωναίος, ο Βικάτος, ο Αργυρός, και αμέτρητοι άλλοι. Ακόμα και ο Μπουζιάνης πιθανολογείται πως για μία περίοδο μαθήτευσε κοντά στον μεγάλο δάσκαλο της ελληνικής ζωγραφικής. Ήταν ο πρώτος που παρουσίασε έργα εμπνευσμένα από την ζωή και τα έθιμα του τόπου με ιδιαίτερη ειλικρίνεια, ευαισθησία και απλότητα. Εξελίχθηκε από νωρίς σε επίσημος προσωπογράφος της υψηλής κοινωνίας της Αθήνας, φιλοτεχνώντας ολόσωμα μνημειακά πορτρέτα μελών των οικογενειών Σερπιέρη, Καυτατζόγλου, διευθυντών της Εθνικής Τράπεζας και άλλων επιφανών Αθηναίων, έργα που συγκαταλέγονται στα πιο σημαντικά δείγματα της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Εκπροσώπησε της Ελλάδα, μαζί με τους διάσημους συναδέλφους του, στις Παγκόσμιες Εκθέσεις του Παρισιού του 1855, 1867, 1878 και της Βιέννης του 1873, ενώ παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος το 1903.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here