Βασιλική Νευροκοπλή: «Το παραμύθι είναι η γλώσσα του παιδιού»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Πέρασαν κιόλας χίλια χρόνια και ήρθε η ώρα ο Αχτιδοϋφαντής να δώσει τη θέση του σε κάποιον νεότερο. Την επόμενη μέρα θα μοιράσει όπως πάντα τις καινούργιες ηλιαχτίδες στους Ταχυδρόμους του Ήλιου, όμως για πρώτη φορά δε θα τους πει για ποιους προορίζονται. Αυτό θα πρέπει να το βρούνε μοναχοί τους. Όποιος στο τέλος της μέρας φέρει πίσω την ηλιαχτίδα του πολλαπλασιασμένη χίλιες φορές αυτός θα γίνει ο διάδοχός του.

Το επόμενο βράδυ όλοι οι Ταχυδρόμοι διηγούνται τα κατορθώματά τους στον αφέντη τους, εκτός από το μικρό Χαρίτωνα που μένει σιωπηλός. Δεν ξέρει τι απέγινε η ηλιαχτίδα του. Ξέρει μόνο πως προσπάθησε να τη φυτέψει στην καρδιά ενός πιλότου την ώρα που ήταν έτοιμος να πατήσει ένα κόκκινο κουμπί…

Μιλάμε με την Βασιλική Νευροκοπλή, συγγραφέα του βιβλίου Αχτιδουφαντής , εκδόσεις Λιβάνη,  εικονογράφηση Αιμιλίας Κονταίου.

-Ο Αχτιδουφαντής, το νέο σας βιβλίο; Μιλήστε μας για αυτό.

Όταν διάβασα τον Φεγγαροσκεπαστή του Ερικ Πιμπάρετ, είπα μέσα μου: «ο Έρικ έγραψε ένα πολύ ωραίο παραμύθι για το φεγγάρι, εγώ θα γράψω ένα για τον ήλιο». Δεν ήξερα βέβαια αν θα ήταν και το δικό μου τόσο ωραίο. Ήξερα όμως, πως σαν Ελληνίδα, θα μπορούσα να γράψω για τον ήλιο. Σε τούτο το μικρό αλωνάκι που μας έλαχε να γεννηθούμε, είμαστε όλοι παιδιά του ήλιου: του φυσικού ήλιου, του ήλιου ενός λαμπρού πολιτισμού και του Ήλιου της δικαιοσύνης. Έτσι ξεκίνησα να γράφω τον Αχτοδοϋφαντή. Φτάνοντας όμως στο κρίσιμο σημείο της δράσης που θα έπρεπε να εφεύρω το κατόρθωμα του μικρού ήρωα που θα τον έχριζε νέο Αχτιδοϋφαντή, σταμάτησα. Δεν ήξερα πώς να συνεχίσω. Έτσι το άφησα στην άκρη. Αν το παραμύθι ήθελε να συνεχιστεί, θα ερχόταν σίγουρα η κατάλληλη στιγμή. Δεν θέλω να εκβιάζω τη γραφή, προτιμώ να της υποτάσσομαι. Αυτή με κρατά στα χέρια της, δεν την κρατώ εγώ. Η στιγμή ήρθε όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Γάζα. Οι εικόνες των τραυματισμένων παιδιών χαράχτηκαν βαθιά στην καρδιά μου. Όταν φάνηκε πως τελείωσε ο πόλεμος, ολοκλήρωσα κι εγώ το παραμύθι. Και πάλι όμως το άφησα στην άκρη. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρη πως ήθελα να εκδοθεί. Το αποφάσισα όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Συρία. Τότε το επεξεργάστηκα από την αρχή και το παρέδωσα προς έκδοση στον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη με τον οποίο συνεργάζομαι.

Ο Αχτιδοϋφαντής, με το παράδειγμά του, σιγοψιθυρίζει πως τα δικά μας όπλα, δεν μπορεί να είναι άλλα από τα όπλα του Φωτός. Τα μόνα που μπορούν να νικήσουν τα σκοτεινά όπλα οποιουδήποτε πολέμου…

-Τρυφερός και ρομαντικός ο τίτλος του;

Δεν ξέρω… Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, όπως λέει κι ο  Πιραντέλλο. Για μένα είναι φυσικός. Γεννήθηκε αυθόρμητα την ώρα της συγγραφής. Είναι μια καινούργια λέξη που ακολουθεί τη μεγάλη παράδοση που έχουμε στη γλωσσοπλασία.

-Με υπέροχη εικονογράφηση….

Πράγματι, υπέροχη! Με την Αιμιλία Κονταίου συνεργαστήκαμε στενά. Ηταν πολύ δύσκολο εγχείρημα από άποψη εικονογράφησης. Έπρεπε να φτιαχτούν ήρωες πρωτότυποι που δεν προϋπήρχαν. Αποδείχτηκε εξαιρετική συνεργάτης και το αποτέλεσμα δικαίωσε το μεγάλο της κόπο.

-Εχει θέση η φαντασία στο σημερινό σχολείο;

Αν δεν έχει θέση η φαντασία στο σχολείο, τότε δεν έχει θέση ούτε το σχολείο στη ζωή του παιδιού ούτε το παιδί στο σχολείο. Το παραμύθι ως ενσάρκωση της φαντασίας, είναι η γλώσσα του παιδιού. Μέσα απ’ αυτό κατανοεί και αντιλαμβάνεται τον κόσμο, τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σ’ αυτόν και τον εξηγεί. Το παιδί δεν υπάρχει έξω από το παραμύθι, το φανταστικό και συμβολικό του πλαίσιο, την παρηγοριά και την ελπίδα που του δίνει, γιατί το ίδιο το παιδί είναι η παρηγορριά και η ελπίδα μας, είναι το ολοζώντανο και το πλέον μαγευτικό παραμύθι της ζωής.

Είναι ζήτημα ανθρώπων η φαντασία, ας μην τα περιμένουμε όλα από τους θεσμούς και τα αναλυτικά τους προγράμματα. Είναι στο χέρι των εκπαιδευτικών να δώσουν “θέση εργασίας” στη  φαντασία. Είναι βέβαια μια θέση ακριβή. Κοστίζει αγάπη, κέφι και αυτοθυσία.

-Είστε και πολυβραβευμένη. Ενα βραβείο από τον Κύκλο Παιδικού Βιβλίου και ένα από το ΔΙΑΒΑΖΩ για το παραμύθι σας “Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται”, ένα διεθνές από την Αργεντινή για το διήγημά σας “Τα μάρμαρα του Παρθενώνα – Η ιστορία της κλοπής ή η κλοπή της ιστορίας”, ένα δεύτερο διεθνές βραβείο στη Σεούλ από την Παγκόσμια Ένωση Βιβλικών Εταιρειών για τη σειρά του Καλλίστρατου και πρόσφατα τιμηθήκατε για την προσφορά σας στην Παιδική λογοτεχνία από την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Τι σημαίνουν για σας αυτά τα βραβεία;

Τα βραβεία βοηθούν κυρίως το έργο και όχι τον δημιουργό. Είναι πολύ εύκολο να αψηλώσει ο νους μας κι αν αψηλώσει, μετά δεν μπορεί να κάνει τίποτα καλό. Τα βραβεία τα χαίρομαι και την επόμενη μέρα τα ξεχνώ. Προτιμώ να αισθάνομαι πως ξεκινώ πάντα από την αρχή. Πως κανείς δε με ξέρει. Πως κάθε βιβλίο που γράφω είναι το πρώτο. Εξάλλου, το θέμα δεν είμαι εγώ, αλλά το έργο μου. Ο χρόνος θα δείξει τι αξίζει να μείνει και τι όχι. Υπάρχουν βραβευμένα έργα που τα κατάπιε η λήθη και έργα πολύ σημαντικότερα από τα δικά μου που δεν βραβεύθηκαν ποτέ και ζουν στους αιώνες. Υπό αυτό το πρίσμα, μάλλον δε θα έπρεπε να βιαζόμαστε. Ίσως να απονέμονται βραβεία μόνο μετά το θάνατο του δημιουργού και να τα παραλαμβάνουν οι συγγενείς του.

Το μεγαλύτερο βραβείο για μένα είναι η χαρά της δημιουργίας και το ακόμα μεγαλύτερο η επίπονη και επίμονη δουλειά που κάνει το έργο ολοένα καλύτερο. Αυτό είναι το βραβείο που δε θέλω ποτέ να χάσω.

-Ιδαίτερο το www.animusanimus.blogspot.gr. Ειναι δημιούργημά σας;

Δεν ξέρω τι ιδιαίτερο του βρίσκετε. Το 2009 έφτιαξα αυτό το blog υπό τον τίτλο “ψυχή μου” επειδή ήθελα να μιλήσω και να μ’ ακούσουν. Δεν είχαν αρχίσει ακόμη να εκδίδονται τα κείμενά μου και είχα μεγάλη ανάγκη να μοιραστώ όσα έγραφα. Έγραφα πολύ και μέσω της γραφής συνειδητοποιούσα τον εαυτό μου. Διατήρησα όμως το blog και μετά τις πρώτες εκδόσεις βιβλίων μου γιατί η δημόσια έκθεση ήταν για μένα ένα στάδιο καθημερινής προπόνησης με θεατές, έστω αόρατους, ώστε όταν ερχόταν απροσδόκητα η ευλογημένη στιγμή της έμπνευσης, να βρίσκομαι σε ετοιμότητα και να μπορώ να τη διαχειριστώ. Το ότι κάποιοι αναγνώστες περίμεναν να διαβάσουν τι γράφω, αύξανε την ευθύνη μου απέναντί τους και με κρατούσε σε εγρήγορση.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, λυπούμαι που τα περισσότερα απ’ αυτά τα κείμενα είναι πρωτόλεια, αδούλευτα, μισά. Θα ήθελα να έχω δώσει κάτι καλύτερο στους αναγνώστες του blog. Αλλά έτσι ήταν τότε.

Τώρα πια δεν ανεβάζω συχνά δικά μου κείμενα ή ανεβάζω μόνο ποιήματα και χάι κου. Αφενός το εξωτερικό αφτί των άλλων έγινε εσωτερικό δικό μου και προτιμώ να εργάζομαι εν κρυπτώ. Αφετέρου, έγινα αυστηρότερη με τον εαυτό μου και θέλω να δίνω το καλύτερο δυνατό σοτυς αναγνώστες μου.

-Τι θεματολογία έχει;

Εχει τη θεματολογία του πολυσχιδούς χαρακτήρα ενός ανθρώπου που τον ενδιαφέρουν πάρα πολλά πράγματα γιατί είναι παράφορα ερωτευμένος με τη ζωή. Ποίηση, μουσική, κινηματογράφο, πολιτική, φωτογραφίες, δοκίμια, λογτεχνία, συναξάρια, μεταγραφές βίων αγίων, κριτικές, αφιερώματα στο έργο σπουδαίων ανθρώπων και πολλά άλλα. Είναι συγκεντρωμένα όλα ανά κατηγορίες. Έχει μεγάλο μέρος ανέκδοτων κειμένων μου, διηγημάτων, ποιημάτων και παραμυθιών. Κάποια απ’ αυτά έγιναν βιβλία αφού εκ των υστέρων τα επεξεργάστηκα. Ο Αχτιδοϋφαντής, γα παράδειγμα, ξεκίνησε από το blog. Οταν εκδόθηκε ως βιβλίο, τον διέγραψα για να μη δημιουργείται μπέρδεμα στην αναζήτηση.

Τι σας θλίβει στις μέρες μας;

Με θλίβει ο πόλεμος, ο θάνατος του ανθρώπου από άνθρωπο. Με θλίβει όμως εξίσου ο άκρατος ατομικισμός που γέννησε στις μέρες μας τα ψυχολογικά προβλήματα και τα διαζύγια.  Αξόδευτη αγάπη είναι τα ψυχολογικά προβλήματα και καρπός της θεοποίησης του εγώ μας μας τα διαζύγια. Τα διαζύγια με πονούν πολύ όταν υπάρχουν μικρά παιδιά. Ο αιώνας μας, για μένα, είναι ο αιώνας των ορφανών παιδιών. Τη στιγμή που θρηνούμε τα ορφανά των πολέμων, αφήνουμε ορφανά τα δικά μας, επειδή δεν μπορούμε να ταπεινωθούμε, να σκύψουμε λίγο το κεφάλι, να κάνουμε πίσω στα θέλω μας, -έστω για χάρη τους. Επιτρέπουμε τον πόλεμο στο σπίτι μας, στη σχέση μας, στην καρδιά μας και ταυτόχρονα απορούμε γιατί γίνονται πόλεμοι στα κράτη. Τόσα χρόνια στα σχολεία δεν συνάντησα ούτε ένα παιδί χωρισμένων γονιών που να μην περιμένει πως την επόμενη μέρα οι γονείς του θα ενωθούν και πάλι. Όσο κι αν χρυσώνουμε το χάπι ενός διαζυγίου, είναι πάντα ένα φαρμακερό χάπι για ένα παιδί που εκτός των άλλων, του ακυρώνει μέσα του την πίστη στην απόλυτη και αιώνια αγάπη που όλα τα παλεύει, όλα τα νικά και όλα τα υπομένει. Τι ανθρώπους φτιάχνουμε χωρίς πίστη στην αιώνια αγάπη; Δεν ξέρω. Αν δεν πίστευα πως ο Θεός είναι ο Θεός των ορφανών, θα είχα απελπιστεί. Όμως τώρα ελπίζω πως αυτά τα παιδιά θα μας ξαναδώσουν το φως της αγάπης και μάλιστα καθαρότερο.

-Πως θα κάνουμε τα παιδιά μας στα σχολεία χαρούμενα;

Δύο τρόποι υπάρχουν να είναι ένας άνθρωπος χαρούμενος. Ο ένας είναι να συνειδητοποιήσει το χάρισμά του και να μάθει να εργάζεται πάνω σ’ αυτό για να βελτώνεται. Αυτή είναι η αξιοζήλευτη χαρά που έχουν τα κυπαρίσσια που ανεβαίνουν ολοένα ψηλότερα. Αυτά όμως είναι που θα τα χτυπήσει μετά αλύπητα ο βοριάς, οι καταιγίδες, το χαλάζι. Ας μην το ξεχνάμε κι αυτό. Ο άλλος τρόπος είναι, ενώ δεν μπορεί κάποιος, για διάφορους λόγους, να αξιοποιήσει το χάρισμά του και να κάνει αυτό που αγαπά, να κάνει κάτι άλλο που να το αποδέχεται και να μάθει να το αγαπά. Να το κάνει καλά, με υπευθυνότητα και σεβασμό, χωρίς γκρίνια. Αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψει μέσα σ’ αυτό που δεν επέλεξε ο ίδιος, κρυμμένους θησαυρούς. Αυτή είναι η χαρά που έχουν τα κρίνα του αγρού. Ακόμη και η κακοκαιρία θα τα λυπηθεί περισσότερο από τα ψηλά λυγερόκορμα κυπαρίσσια.

Άρα στο σχολείο οφείλουμε καταρχάς να βοηθήσουμε τα παδιά να συνειδητοποιήσουν τα ταλέντα τους. Όλοι είμαστε ποιητές. Γεννιόμαστε ποιητές. Δεν δικαιούμαστε να δίνουμε στα παιδιά εύπεπτα σκουπίδια και απλώς διασκεδαστικά με ημερομηνία λήξης. Οφείλουμε να τους δώσουμε υψηλή λογοτεχνία, ευφάνταστο παιχνίδι, δημιουργική γραφή και να τα μυούμε στις τέχνες.

Είχα δάσκαλο τον αείμνηστο Χρίστο Τσολάκη. Το συναρπαστικότερο μάθημα που έκανε ήταν γραμματική και συντακτικό γιατί τα έκανε μέσα από ποιήματα του Σολωμού και του Καβάφη που λάτρευε. Χωρίς την πνοή που σου χαρίζει το όμορφο, το υψηλό και θεόπνευστο, το παιδί δεν θα χαρεί ποτέ αληθινά. Και η πνοή υπάρχει στα σπουδαία έργα. Έτσι θ’ ανάψει η φωτιά στην ψυχή του παιδιού. Αν ανάψει, το παιδί θα μάθει ν’ ανακαλύπτει μόνο του τη χαρά, είτε σ’ αυτό που επέλεξε το ίδιο και του ταιριάζει, είτε σ’ αυτό που το υποχρέωσαν οι συνθήκες να αποδεχθεί. Έτσι θα μάθει να υπομένει και τον πόνο, την κακοκαιρία που προαναφέραμε, και που αν της επιτρέψει να το αλλοιώσει καλώς,οδηγεί σε ακόμα μεγαλύτερη και γνησιότερη χαρά.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here