Αθόρυβοι ήρωες

Tου ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΙΑΝΤΑ, συγγραφέα

 

Το χάραμα απέναντι από τη Μυτιλήνη, ήρθε χαλκόχρωμο, με τη γνώριμη σαγήνη του να απλώνεται στον ορίζοντα. Το μέτωπο του ήλιου ξεπρόβαλλε διστακτικά, στεφανωμένο φως κι απαλόγειρε στις σκούρες βουνοραχιές της Μικράς Ασίας. Όσο κυλούσε ο χρόνος τόσο ξυπνούσε και η θάλασσα, πρώτα παφλάζοντας στο λιμάνι μισοκοιμισμένη, μα αργότερα με κάποια λευκά προβατάκια να χοροπηδούν στις μύτες των κυματισμών της. Το δελτίο καιρό έκανε πρόγνωση για 6 Μποφώρ. «Ένα πεντάρι είναι σίγουρα!» σχολίασε ο Κ. στο υπόλοιπο πλήρωμα. Το σκάφος της ακτοφυλακής ήταν σε προγραμματισμένη περιπολία. Τα μέλη του έμπειρα, συνηθισμένα στα ξαφνικά ξεσπάσματα του Ποσειδώνα, ατένισαν την αισθητή μεταβολή του καιρού, με βλέμμα που κύλησε ως τις απέναντι ακτές. Σε τούτες τις Θερμοπύλες, τα ανταριάσματα είναι απότομα, όπως και τ’ αγιάζι, το κρύο, οι ξαφνικές ανησυχίες στα βάθη του Αιγαίου, οι μουρμούρες των προγόνων, τα απρόσμενα ξυπνήματα τους. Η πλώρη του σκάφους πάσχιζε να τεμαχίσει τα παχιά στρώματα του νερού, να αντιπαλέψει την ίδια τη φύση, με σεβασμό στα «θέλω» και τις επιθυμίες της. Η θάλασσα θέλει να ξέρει πως τη σέβεσαι.

Μια ξαφνική ειδοποίηση, έκανε λόγο για πλεούμενο που βρισκόταν σε κίνδυνο, δύο μίλια βορειότερα από εκεί που βρισκόντουσαν εκείνοι. Ο Κ. ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του που ήταν ακόμη ζεστός και αποφάσισε άμεσα να επιταχύνουν προς τις συντεταγμένες. Πλησιάζοντας στο σημείο, ένα μαύρο αντικείμενο παρασύρονταν, έρμαιο στις δυνάμεις της φύσης. Όταν κόντεψαν κι άλλο φάνηκε πιο καθαρά, η μορφή μιας μισοβυθισμένης φουσκωτής βάρκας, που στο απομεινάρι της πάνω, βρισκόταν δύο άντρες και μια γυναίκα, πεσμένοι ανάσκελα στα μπασμένα νερά, μισοκαλυμμένοι από αυτά.

Η όψη τους είναι πλημμυρισμένη τρόμο, γνωρίζουν πως σε εκείνα τα κύματα παρατεντώνει το νήμα της ζωής τους, πως η μοίρα η ίδια τους κυκλώνει. Η εικόνα του σκάφους της ελληνικής ακτοφυλακής μοιάζει με ψέμα. Κάποιος καταφτάνει μέσα στο κύμα, μια ελπίδα σε γαλαζόλευκο χρώμα που ολοένα πλησιάζει. Οι ναυαγοί, στη θέα μονάχα της απρόσμενης άφιξης ουρλιάζουν «thank you» σε σπαστά αγγλικά. Η γυναίκα κρατά την κοιλιά της. Ουρλιάζουν με όσες δυνάμεις τους έχουν απομείνει, με όσα αποθέματα αντλεί η αδρεναλίνη από τη ψυχή τους• γιατί αλίμονο, στο μεγάλο τον ανυπέρβλητο τον κίνδυνο, ένα μονάχα ζητάς από το Θεό: Κάποιος να σε σώσει. Γι’ αυτούς ο Κ. και οι συνάδελφοι, είναι σταλμένοι από Αυτόν, και σε τέτοιες ώρες, Εκείνος δεν έχει χρώμα, δεν κάνει διακρίσεις, ούτε για να ενώσει ούτε για να χωρίσει, παρά μονάχα χαμογελά. Το σκάφος του Κ. έρχεται κοντά, σκαρί θεόσταλτο, το πλήρωμα τους συνιστά να παραμείνουν ψύχραιμοι. Δε γνωρίζουν Ελληνικά, δεν καλοξέρουν αγγλικά, καταλαβαίνουν όμως τη γλώσσα των νοημάτων, της ανάγκης, της ύστατης στιγμής. Σε τέτοιες ώρες μοιάζει ευκολότερο να συνεννοηθείς. Στον κίνδυνο, οι άνθρωποι βρίσκουν μια κοινή διάλεκτο, πάνω σε κουβέντες λίγες, σε εκφράσεις, σε χειρονομίες που διδάσκει η βιασύνη. Έτσι μιλιέται η γλώσσα της σωτηρίας. Τώρα τους πλευρίζουν. Το πλήρωμα ψάχνει τρόπο να τους τραβήξει έναν- έναν, μα λες και αγριεύει κι άλλο η θάλασσα, σηκώνει τους ναυαγούς μέχρι ψηλά και τους ξανατραβά κάτω. «Πρώτα τη γυναίκα!» εκείνη έχει γείρει στο πλάι και μέσα από τα δάκρυα της μονολογεί κουβέντες της γλώσσας της. Το σαγόνι της τρέμει, οι λέξεις της χάνονται στον αχό των κυμάτων, τους δείχνει την κοιλιά της. «Είναι έγκυος!» ακούγεται από το πλήρωμα. Νέα προσπάθεια να την τραβήξουν στο κατάστρωμα. Εύθραυστο το κορμί της και ασήκωτο, μολύβι. Μέσα του μια άγουρη ύπαρξη ρεμβάζει αμέριμνη στη μεμβράνη της, στο υδάτινο προστατευτικό της περίβλημα. Μέσα στη στοργική φωλιά της μητέρας αγνοεί τη μικρότητα μα και το μεγαλείο της ανθρωπότητας. Αγνοεί το γιατί στήνονται οι πόλεμοι, αγνοεί τα μεγάλα συμφέροντα, τις μελανές σελίδες της ιστορίας του ανθρώπου. Ίσως και να μην το πολυνοιάζει όσο η μητέρα του ανασαίνει. Την ημέρα που θα έρθει στον κόσμο, τη στιγμή που θα πάρει την πρώτη ανάσα του σε τούτον τον κόσμο, τότε μπορεί και η εκείνη να του πει τι συνέβη: πως μια μέρα είδε το πρόσωπο του Θεού και πως αξίζει να είσαι καλός άνθρωπος, γιατί χρειάζεται ο κόσμος μας τους αθόρυβους ήρωες, σαν το Κ και το πλήρωμα που τους χάρισαν τη ζωή. Καθώς θα μεγαλώνει, θα θυμάται όσα του είπε η μητέρα του, για την τεράστια αξία του να χαρίζεις, σε έναν κόσμο που δε χαρίζεται τίποτα… Τώρα προσπαθούν ξανά. Την έχουν γραπώσει από τις μασχάλες, πιο σταθερά, την τραβούν, τα πόδια της γλιστρούν και βυθίζονται στο κρύο νερό. Αυξάνεται απότομα το βάρος της, η μισή ως το σπλάχνο της μέσα στη θάλασσα, που λες και αποφάσισε να τους κρατήσει για πάντα στα βάθη της. Κι όμως ακόμη, το πλασματάκι εκείνο κοιμάται ανέμελο, μέσα στην ασφαλή κοιλιά. Δεν υπάρχουν περιθώρια παρά να την τραβήξουν πάση θυσία. Με υπέρμετρες δυνάμεις. Τα νερά παφλάζουν θυμωμένα στα πλευρά του περιπολικού σκάφους. Μία ακόμη φορά! Το σώμα της γυναίκας μοιάζει να ξεκολλάει, η θάλασσα κάνει το χατήρι, την τραβούν και με προσοχή την τοποθετούν με ασφάλεια στο κατάστρωμα. Τώρα απομένουν οι επόμενοι δύο. Ξανά προσπάθεια! Εκείνοι είναι άντρες. Ψωμωμένοι δεν είναι, θα είναι πιο εύκολο. Ο ένας κλαίει από φόβο, από το σοκ, από συγκίνηση που το χωρίζει ένα μέτρο από το να παραμείνει ζωντανός. Ανέβηκε και ο επόμενος. Το μισοβυθισμένο φουσκωτό παρασύρεται σαν τσόφλι, τα κύματα το σέρνουν, παίζουν μαζί του, το κάνουν κλοτσοσκούφι… (συνεχίζεται…)

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here