Xριστίνα Φραγκεσκάκη: «Η ζωή είναι ο μεγάλος νικητής

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Πρώτα είδα το αγόρι. Τα πρωινά καθόταν στο πεζούλι, κάτω από τη σκιά της κληματαριάς, και περίμενε. Μόνο και βουβό. Εκείνη έφτανε πάντα αργά το μεσημέρι. Έβαζε δυο πιάτα στο τραπέζι κι έτρωγαν αντικριστά. Μετά, μια μέρα είδα το ποδήλατο. Το λάδωνε, το γυάλιζε, το κρατούσε από το τιμόνι και το κοιτούσε. Άστραφταν τα μάτια του. Ανέβαινε στη σέλα κι έκανε πως το οδηγούσε. Αργότερα άρχισε τις βόλτες στο τετράγωνο. Όλη την ώρα. Μπορεί και να ξεμάκραινε λίγο. Κάποια στιγμή δεν κρατήθηκα. Φώναξα δυνατά: «Πώς σε λένε;» «Γκεζίμ Πρέντσε», μου απάντησε βιαστικά. Το επόμενο καλοκαίρι είχε ξεθαρρέψει. Έβγαινε κι έπαιζε μπάλα στην αλάνα. Τότε τον είδα κι εκείνον. Ήρθε ένα πρωί με μια μικρή βαλίτσα. Περνούσε τις ώρες του στην αυλή. Είχε μόνιμα ένα ραδιοφωνάκι στο αυτί. Μέρα νύχτα άκουγε τις ειδήσεις. Μερικά βράδια τους συναντούσα στο λόφο του Μόντε Σμιθ να κοιτούν απέναντι τα βουνά».  Απόσπασμα από το βιβλίο της Χριστίνας Φραγκεσκάκη «Πιάνεις χώμα» εκδόσεις Κέδρος.

-Ποια θέματα πραγματεύεται το βιβλίο σας;                                 

Την  απώλεια, τον αποχωρισμό, τον ανέφικτο νόστο. Τη νοσταλγία για το «πριν» , γι `αυτό που αφήσαμε πίσω, νοσταλγία που κάποιες φορές μας παγιδεύει στη σαγήνη της και μας καθηλώνει. Τον  θάνατο, το πένθος, τις διαβατήριες επιτελέσεις του που ενίοτε γίνονται ο δρόμος που θα διαβούμε για να φθάσουμε εκεί που επιθυμούμε πιο πολύ:  κάπου να σταθούμε για  ν` αντικρίσουμε τον καινούργιο κόσμο.

-Ποιος είναι ο χωροχρόνος της ιστορίας;

Ο τόπος είναι η πόλη μου, η Ρόδος, που στις αρχές της δεκαετίας του `90, όπως και όλη η Ελλάδα άλλωστε, ασμένως υποδεχόταν τους νέους κατοίκους της. Ο χώρος της ιστορίας βέβαια θα μπορούσε να είναι και οποιοδήποτε σημείο του κόσμου. Σε κάθε σημείο του κόσμου οι άνθρωποι αποχωρίζονται και βιώνουν την απώλεια και όχι μόνο επειδή είναι μετακινούμενοι πληθυσμοί. Η απώλεια μπορεί να αφορά και απολύτως εσωτερικές διεργασίες, όπως το να μεγαλώνουμε και να χάνουμε ανεπιστρεπτί την παιδική μας ηλικία ή πολύ απλά να ζούμε κάποια μετάβαση. Μερικοί από μας θα πενθούν για χρόνια πολλά ή για πάντα  το «πριν» και θα μένουν εγκλωβισμένοι στη νοσταλγία γι` αυτό που νιώθουν  ότι έχασαν. Και ο χρόνος της ιστορίας λοιπόν μπορεί να είναι οποιαδήποτε στιγμή της ζωής.

-Τα πρόσωπα;

Τρία πρόσωπα  αφηγούνται τη ζωή τους στη νέα πατρίδα. Η πόλη με τη σιωπηλή, εμβληματική  της παρουσία, αφηγείται κι αυτή την ιστορία της υποδοχής τους, της εισδοχής τους στο σώμα της, γίνεται με κάποιο τρόπο το τέταρτο πρόσωπο.

-Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε αυτό το βιβλίο;

Μια εικόνα. Η εικόνα ήταν σταθερή κι εγώ την έβλεπα όλο εκείνο το καλοκαίρι από τη βεράντα του πατρικού μου σπιτιού. Κάθε μέρα. Πρώτα ήταν το αγόρι. Τα πρωινά καθόταν στο πεζούλι κάτω από τη σκιά της κληματαριάς και περίμενε. Μόνο και βουβό. Εκείνη έφτανε πάντα αργά το μεσημέρι. Έβαζε δυο πιάτα στο τραπέζι κι έτρωγαν αντικριστά.Μετά, μια μέρα είδα το ποδήλατο. Το λάδωνε, το γυάλιζε, το κρατούσε από το τιμόνι και το κοιτούσε. Άστραφταν τα μάτια του. Ανέβαινε στη σέλα κι έκανε πως το οδηγούσε. Αργότερα άρχισε τις βόλτες στο τετράγωνο. Όλη την ώρα. Μπορεί και να ξεμάκραινε λίγο.Το επόμενο καλοκαίρι το αγόρι είχε ξεθαρρέψει. Έβγαινε κι έπαιζε μπάλα στην αλάνα. Τότε τον είδα κι εκείνον.  Ήρθε ένα πρωί με μια μικρή βαλίτσα. Περνούσε τις ώρες του στην αυλή. Είχε μόνιμα ένα ραδιοφωνάκι στο αυτί. Μέρα νύχτα άκουγε τις ειδήσεις. Μερικά βράδια τους συναντούσα στο λόφο του Μόντε Σμιθ να κοιτούν απέναντι τα βουνά.Έτσι  γεννήθηκε αυτή η ιστορία. Η εικόνα ήταν η εναρκτήρια πράξη. Η εικόνα τροφοδοτούσε συνεχώς τη γραφή. Η εικόνα αποφάσισε ότι έτσι θα πλαστούν τα πρόσωπα. Πλάστηκαν από υλικά που γνωρίζω, που με κατοικούν. Τα υλικά αυτά τα έβρισκα και γύρω μου, είναι υλικά πολλών ανθρώπων.

Τα καταφέρνουν οι ήρωές σας;

Οι ήρωές μου αναζητούν διακαώς ένα σταθερό σημείο μέσα στον μεγάλο κόσμο, ένα σταθερό σημείο μέσα τους. Στην αναζήτησή τους αυτή κάποιοι μπορεί να χρειαστεί να δώσουν  το σώμα τους, τον ίδιο τους τον εαυτό.  Τότε, η νέα γη θα τους καλοδεχτεί κι αυτοί θα ριζώσουν, και από το ρίζωμά τους  θα γεννηθούν δέντρα και καρποί. Η ζωή είναι ο μεγάλος νικητής.

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here