Τσάπλιν: Η μεταφορά της βιογραφίας του μεγάλου ηθοποιού στον κινηματογράφο

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μάθει κανείς για την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα, το έργο και τη συμβολή στο σινεμά, ίσως του μεγαλύτερου και σίγουρα πιο πρωτοπόρου εκπροσώπου της ‘κινούμενης εικόνας’. Κυρίως τα έργα του μιλούν από μόνα τους. Σίγουρα πάντως δεν λέει σχεδόν τίποτε σπουδαίο η ημιαποτυχημένη βιογραφική απόπειρα του 1992.

 Τσάπλιν (1992) του Ρίτσαρντ Ατένμπορο

Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στα δύο αδιαμφισβήτητα διασημότερα σκηνοθετικά έργα του μεγάλου Άγγλου δημιουργού, που πολύ πρόσφατα έφυγε από τη ζωή. Και τα δύο αφορούν τις ζωές ανθρώπων- συμβόλων που έδωσαν άλλη διαστάση, ο καθένας μέσα από το δικό του πεδίο μάχης, στη συνεχή προσωπική άλλα και συλλογική αναζήτηση της ευτυχίας. Όμως, αυτό που διαχωρίζει ξεκάθαρα το υπέροχο ‘Γκάντι’ του 1983 από το αδύναμο και επίπεδο ‘Τσάπλιν’ του 1992 δεν είναι τόσο οι ιστορικές του ανακρίβειες, όσο η έλλειψη ουσίας. Η βιογραφία του Ρίτσαρντ Ατένμπορο μοιάζει να μην αναφέρεται στον πυρήνα του καλλιτεχνικού θαύματος, αλλά να αναλώνεται σε κοινότοπα και ίσως αδιάφορα γεγονότα, αποτυπώνοντας ψυχρά την οπτική γωνία κάποιου που είναι απλός παρατηρητής τόσο της φιλμικής εξέλιξης, όσο και της πραγματικής ιστορίας. Πόσο ειρωνικό μπορεί να φαντάζει αυτό! Να κινδυνεύει κάποιος να θεωρήσει τη ζωή του σημαντικότερου ανθρώπου της έβδομης τέχνης, ρηχή και μονοδιάστατη.

chaplin-movie-image

Ψάχνοντας μάταια να βρει τη μεγαλοπρέπεια που τον ενέπνευσε, ο σκηνοθέτης βασίζεται σχεδόν μοναδικά (και απ’ ότι φάνηκε λανθασμένα) στην αυτοβιογραφία του απόλυτου σταρ των πρώτων δεκαετιών του σινεμά, περιγράφοντας κυρίως την ερωτική ζωή και ελάχιστα τη δημιουργική έκρηξη της καριέρας του Τσάρλι Τσάπλιν. Ακολουθώντας ευθύγραμμα την πορεία του ηθοποιού, λιγότερο μέσα από μερικές ταινίες ορόσημο (‘Τα φώτα της πόλης’, ‘Το χαμίνι’, ‘Ο χρυσοθήρας’, ‘Μοντέρνοι καιροί’) και περισσότερο μέσα από τους γάμους και τις σχέσεις του με πολύ νεότερες γυναίκες, το φιλμ προσπαθεί αδέξια να συνδέσει κάθε γεγονός στη ζωή αυτής της μεγάλης κινηματογραφικής φυσιογνωμίας με τις εμπνεύσεις των προηγούμενων περιόδων της ζωής του. Χρησιμοποιώντας το φλασμπάκ ως ίσως το μοναδικό προωθητικό μέσο της ιστορίας, δίνει την αίσθηση ότι η ακρίβεια πάνω στο αυτοβιογραφικό βιβλίο (στην πραγματικότητα οι σκηνοθετικές ελευθερίες είναι ελάχιστες) είναι ικανή από μονή της να παρακάμψει τη σκανδαλοθηρική χροιά και την έντονη δραματοποίηση. Ήδη από τις αρχικές σκηνές, πιάνεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται για ποιο λόγο κατασκευάστηκε με αυτόν τον προσανατολισμό. Η ίδια η κλειστή και επιφυλακτική στάση του Τσάπλιν απέναντι στην υπερέκθεση της προσωπικής του ζωής μοιάζει να ξεμπροστιάζει τον απλοϊκό τρόπο της αποτύπωσής της στην ταινία.

Robert-Downey-Jr-as-Charlie-Chaplin

Ίσως η σημαντικότερη ιστορική του ανακρίβεια να βρίσκεται στο φινάλε του, που ζωγραφίζει έναν Τσάπλιν στην ευρωπαϊκή του εξορία (η βίζα του είχε αρθεί από το αμερικανικό υπουργείο δικαιοσύνης λόγω των αριστερών πολιτικών φρονημάτων του) να μην κάνει πρακτικά τίποτε. Αυτό δεν είναι απολύτως δίκαιο, γιατί εκείνο το διάστημα ο ηθοποιός -ο οποίος υπήρξε σεναριογράφος, σκηνοθέτης και συνθέτης των μουσικών επενδύσεων των δημιουργημάτων του- υπήρξε αρκετά παραγωγικός, σκηνοθετώντας δύο ταινίες. Επίσης, ίσως εσκεμμένα παραλείπεται και ένα σημαντικό επεισόδιο στη σχέση του με τη Μίλφρεντ Χάρις, την οποία και παντρεύτηκε μυστικά ύστερα από υπόνοιες της -δεκαεξάχρονης τότε- ηθοποιού ότι είχε μείνει έγκυος, κάτι το οποίο τελικά αποδείχτηκε ψέμα. Η Μίλφρεντ όντως έμεινε έγκυος κατά τη διάρκεια του γάμου τους, όμως το παιδί τους έζησε μόνο τρεις ημέρες και το ζευγάρι χώρισε οριστικά ένα χρόνο αργότερα.

Συνοψίζοντας, το φιλμ μοιάζει με ένα μεγάλο και χαμένο στοίχημα. Ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, ερμηνεύοντας την εμβληματική προσωπικότητα, πετυχαίνει πολύ περισσότερα απ’ ότι κανείς θα φανταζόταν. Δεν είναι μόνο η φυσική ομοιότητα (η οποία αναμφισβήτητα αποτελεί προτέρημα). Είναι το μόνιμα υγρό βλέμμα του ηθοποιού που μαγνητίζει, η ασταθής εσωτερική του ισορροπία, το έντονο συναίσθημα και ταυτόχρονα η ανασφάλεια ενός ανθρώπου που γνωρίζει τόσα πολλά, ενώ ο ίδιος αισθάνεται σαν να μη γνωρίζει απολύτως τίποτα. Ο ίδιος, μαζί με ένα λειτουργικό υποστηρικτικό καστ (κυρίως τον Κέβιν Κλάιν στο ρόλο του Ντάγκλας Φέρμπανκς) μοιάζει να κάνει ότι μπορεί, έχοντας ταυτόχρονα επίγνωση του μύθου που επιχειρεί να ενσαρκώσει. Δυστυχώς όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Το φιλμ μοιάζει πνιγμένο σε μια διαρκή διαδικασία μελοδραματοποιήσης, αγνοώντας τη δημιουργικότητα της προσωπικότητας. Αν όχι παραβλέποντας, τότε σίγουρα περιθωριοποιώντας τη μοναδική καλλιτεχνική καινοτομία στην οποία βάσισε τη δικαιολογημένη φήμη του ο σπουδαίος ηθοποιός: την ανακάλυψη και κατασκευή ενός καλλιτεχνικού άλτερ έγκο χωρίς όνομα, χωρίς διεύθυνση, αλλά με χαρακτηριστική ιδιότητα. Ενός μικρού-μεγάλου ανθρώπου που τολμά να ονειρεύεται. Που κλέβει από μια κοινωνία που τον πετά στο περιθώριο το δικαίωμα να γελά, να κάνει λάθη, να λέει τη γνώμη του, να δακρύζει και να μελαγχολεί. Μιας περσόνας λεπτομερώς σχεδιασμένης, που υπερέβη τα κλισέ της εποχής και απέδειξε ότι η τέχνη (και ιδιαίτερα αυτή του κινηματογράφου) ζει και αναπνέει μέσα από τη δημιουργικότητα, από την αντισυμβατικότητα της καινοτομίας, μέσα από αυτούς που μαθαίνουν να ζουν έξω από το παιχνίδι. Αντιπροσωπεύοντας το αδύνατο που τελικά πραγματοποιείται.

Παναγιώτης Αχτσιόγλου

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here