Πόσο αναγκαία ήταν η κατάργηση καταστημάτων κράτησης Γ’ τύπου;

 

 Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ – Προέδρου Πρωτοδικών

Μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που προκάλεσε τις αντιδράσεις του αμερικανικού παράγοντα[1] το τελευταίο διάστημα, ήταν η ψήφιση του ν. 4322/2015 και η κατάργηση των καταστημάτων κράτησης τύπου Γ’ και άλλων διατάξεων που συνδέονται με τους καταδικασθέντες για τρομοκρατικές πράξεις. Το ελληνικό Γκουαντάναμο επιβλήθηκε με τις εξοντωτικές και απάνθρωπες διατάξεις του ν. 4274/2014 που προέβλεπαν για τους καταδικασθέντες με το άρθρο 187Α’ ΠΚ μη χορήγηση υφ’ όρον απόλυσης πριν την συμπλήρωση 20 ετών στο σωφρονιστικό κατάστημα, περιορισμό στις επισκέψεις συγγενών, τηλεφωνικής, τηλεγραφικής ή επιστολικής επικοινωνίας, κατάργηση χορήγησης αδειών κ.α. Τα ΜΜΕ έπαιξαν και σήμερα το ίδιο βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν και στο παρελθόν καλλιεργώντας συστηματικά τον «τρόμο» στους πολίτες.  Με κάλπικα δημοσκοπικά ερωτήματα του τύπου «συμφωνείτε με την αποφυλάκιση του Χ τρομοκράτη;» προβάλουν την εκ των προτέρων γνωστή απάντηση της κοινής γνώμης ως λαϊκή απαίτηση. Λες και θα διέφερε το αποτέλεσμα της δημοσκόπησης εάν στη θέση του Χ τρομοκράτη έβαζαν κάποιον άλλον κρατούμενο για πράξεις όπως διακίνηση ναρκωτικών, βιασμό, ασέλγεια σε βάρος ανηλίκων, ανθρωποκτονία κλπ. Τα δικαιώματα που ισχύουν για όλους τους καταδικασθέντες για κακουργήματα, στην περίπτωση των καταδικασθέντων για τρομοκρατικές πράξεις αίρονται και ισχύει ο νόμος της ρωμαϊκής αρένας.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 επινοήθηκε η «τρομοκρατία» ως ο νέος αδιόρατος εχθρός για τον πλανήτη, τόσο απροσδιόριστος και εσκεμμένα ρευστός, ώστε να χωράει στις πολιτικές επιλογές των Η.Π.Α. και της Ε.Ε. ανά πάσα στιγμή[2]. Προτάθηκε πλέον ανοιχτά η νομιμοποίηση ενός εξαιρετικού ποινικού δικαίου, ενός «δικαίου του εχθρού» που θα αντιμετωπίζει τον δράστη όχι ως πρόσωπο επανεντάξιμο στην κοινωνία μέσω της ποινής, αλλά ως εχθρό που πρέπει να καταπολεμηθεί[3]. Σαν έτοιμη από καιρό η ΕΕ εξέδωσε την απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου της 7-12-2001 και εν συνεχεία την απόφαση πλαίσιο «2002/475/ΔΕΥ της 13-6-2002» διαγράφοντας το αξιόποινο της τρομοκρατίας[4] και ακολούθησε στο εσωτερικό μας δίκαιο η ψήφιση του άρθρου 187Α’ ΠΚ[5]. Τα πολιτικά προτάγματα ήταν τόσο αξεπέραστα που η θύελλα διαμαρτυριών και αντιρρήσεων σε επιστημονικό επίπεδο περιορίστηκε στον κλειστό χώρο των νομικών και δεν έφτασε σε γνώση της χειραγωγούμενης από τα ΜΜΕ ελληνικής κοινωνίας.

Το άρθρο 187Α’ ΠΚ οριοθετεί το τρομοκρατικό έγκλημα με δύο στοιχεία: ένα αντικειμενικό, που είναι η δυνατότητα να προκληθεί σοβαρή βλάβη στη χώρα ή ένα διεθνή οργανισμό και ένα υποκειμενικό, δηλαδή τον σκοπό του δράστη να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό, να εξαναγκάσει μια δημόσια αρχή ή να καταστρέψει θεμελιώδεις δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού. Δημιουργήθηκε λοιπόν εύλογα ο προβληματισμός, πότε μπορεί να δημιουργηθεί σοβαρός κίνδυνος για μια χώρα; Ασφαλώς σοβαρή προσβολή του κράτους είναι εκείνη που αμφισβητεί την ίδια την υπόστασή του, όπως το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας. Μια εγκληματική πράξη ωστόσο που στρέφεται κατά πολιτικού ή οικονομικού παράγοντα  ή κατά άλλου θεσμικού εκπροσώπου έλληνα ή ξένου δεν μπορεί πειστικά να υποστηριχθεί ότι είναι σε θέση να δημιουργήσει κίνδυνο για το πολίτευμα ή για τη διεθνή υπόσταση της χώρας[6]. Αυτό αποδείχθηκε εξάλλου και στην πράξη αφού μετά τις δολοφονίες που διέπραξαν διάφορες οργανώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ποτέ δεν αποσταθεροποιήθηκε κανένα πολίτευμα, ούτε τραυματίστηκαν ανεπανόρθωτα οι διακρατικές σχέσεις εξ αυτού του λόγου[7].

Η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών και οι πολιτικές εκφάνσεις αυτής της αλληλεξάρτησης έχουν τόσο στέρεα θεμέλια που δεν μπορούν να υποστούν κλυδωνισμούς  από οποιαδήποτε πράξη ατομικής τρομοκρατίας. Για το πόσο επικίνδυνη είναι η χρήση μιας τέτοιας ασαφούς έννοιας («σοβαρός κίνδυνος για τη χώρα») επισημάνθηκε ορθά κατά την σχετική συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή στις 24-6-2004, ότι στο άρθρο 187Α’ ΠΚ θα μπορούσαν δυνητικά να υπαχθούν και περιπτώσεις όπως η διατάραξη ασφάλειας των συγκοινωνιών κατά τη διάρκεια αγροτικών κινητοποιήσεων, όταν συμπέσουν με γεγονότα όπως διεθνείς αθλητικές εκδηλώσεις, Συμβούλια Υπουργών ΕΕ κλπ[8]. Αλλά και το υποκειμενικό στοιχείο της διάταξης είναι επικίνδυνα ακαθόριστο. Ποιες είναι εκείνες οι θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές και οικονομικές δομές που πρέπει να καταστραφούν ή να βλαφτούν σοβαρά από την τρομοκρατική ενέργεια[9]; Και από την άλλη μεριά πώς εκδηλώνεται και πώς καλλιεργείται ο «σοβαρός εκφοβισμός» και από ποιους αποτελείται αυτός ο «πληθυσμός»;

Η καλλιέργεια σοβαρού φόβου στους πολίτες για τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα είναι πλέον το ευκολότερο έργο για τα μέσα ενημέρωσης. Ο εκφοβισμός, όπως συνήθως λέγεται, πρέπει να απευθύνεται σε έναν αόριστο αριθμό ανθρώπων οι οποίοι πρέπει να είναι έμφρονες[10]. Το ζητούμενο βέβαια είναι άλλο: ο φόβος των εμφρόνων ανθρώπων να εδράζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και ψύχραιμες αξιολογήσεις και να μην αποτελεί προϊόν τρομο-υστερίας βασιζόμενης αποκλειστικά στην ψυχολογία των μαζών. Έτσι ανακύπτει λογικά το ερώτημα: Τα αδικήματα που διέπραξαν οι εγχώριες οργανώσεις (17Ν, ΕΛΑ, Πυρήνες της Φωτιάς κλπ) θα μπορούσαν αντικειμενικά να προκαλέσουν σοβαρό φόβο σε αόριστο κύκλο ανθρώπων; Ο κύκλος των προσώπων εναντίον των οποίων στρέφονταν (πολιτικοί, επιχειρηματίες, ξένοι ακόλουθοι, δικαστικοί, αστυνομικοί) είναι ωστόσο ένα μικρό υποσύνολο της ελληνικής κοινωνίας[11].  Μεγαλύτερο φόβο στην κοινωνία δεν ασκούν αλήθεια οι έμποροι ναρκωτικών που συλλαμβάνονται με εκατοντάδες κιλά ναρκωτικών ουσιών και οδηγούν σε βέβαιο θάνατο χιλιάδες νέους όλων των κοινωνικών τάξεων; Μια εταιρία δολοφόνων μπορεί να έχει τελέσει πολύ περισσότερες ανθρωποκτονίες σε σχέση με μια τρομοκρατική οργάνωση.  Γιατί λοιπόν γι’ αυτούς δεν ισχύουν οι ίδιες «δρακόντειες» διατάξεις που ισχύουν για τους εγκληματίες του άρθρου 187Α’ ΠΚ; Για ποιο λόγο τα ευεργετήματα των κατά καιρούς ποινικών νομοθετημάτων (άδειες κρατουμένων, υφ΄ όρον απολύσεις κλπ) δεν τίθενται σε αμφισβήτηση όταν αφορούν όλες τις λοιπές (πλην του άρθρου 187Α’ ΠΚ) κατηγορίες καταδικασθέντων;

Διαφαίνεται έτσι ξεκάθαρα «η επιθυμία του νομοθέτη να καταστεί διακριτή η απαξία των τρομοκρατικών ενεργειών έναντι όλων των υπόλοιπων αξιόποινων πράξεων αντίστοιχης ή και μεγαλύτερης βαρύτητας»[12]. Τα αίτια αυτής της στρατηγικής επιλογής είναι πολλά και εδράζονται στην εκτίμηση διαφορετικών παραμέτρων. Η αρχική αντιτρομοκρατική πολιτική των δεκαετιών 1970 και 1980 είχε ως αντικειμενικό έρεισμα την διαίρεση και αποσύνθεση των κινηματικών δυνάμεων του 1968[13]. Η ενδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και ο εργατικός ριζοσπαστισμός τη δεκαετία του 1970 που έφτασε στην «αντικοινωνική» πολιτική των «συντεχνιών» στις αρχές της δεκαετίας του 1990 γέννησε νέους εχθρούς, τους απεργούς ως φορείς μιας διάχυτης «κοινωνικής τρομοκρατίας»[14]. Σήμερα πλέον ως «τρομοκρατική» θεωρείται κάθε πρακτική μαχητικής κοινωνικής αντίστασης είτε προέρχεται από άτομα είτε από κράτη που δεν συντάσσονται με τις επιλογές των ΗΠΑ και της ΕΕ[15].

Η νομιμοποιητική δύναμη του δικαίου στις διεθνείς σχέσεις ξεπεράστηκε από το δόγμα «ή μ’ εμάς ή μ’ αυτούς»[16]. Εσωτερικός και εξωτερικός εχθρός έχουν πια ταυτιστεί και αποτελούν τη νομιμοποιητική βάση για μια ουσιαστική και γενικευμένη περιστολή των ατομικών ελευθεριών όλων των πολιτών. «Τρομοκράτης» έτσι χαρακτηρίζεται και αυτός που μάχεται εναντίον δικτατορικού καθεστώτος[17], ενώ αντίθετα «μαχητές της ελευθερίας» και άρα λαϊκοί ήρωες θεωρούνται και τα μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης «Δεξιός Τομέας» στην Ουκρανία που ανέτρεψαν τον νόμιμα εκλεγμένο πρωθυπουργό της χώρας, σε μια προκλητική αναντιστοιχία ηθικής και χαρακτηρισμού της πράξης, με μοναδικό γνώμονα κάθε φορά το μέτρο εξυπηρέτησης των συμφερόντων των διεθνών ιμπεριαλιστικών κέντρων. Στο πλαστό δίλημμα Ασφάλεια ή Δημοκρατία και Ελευθερία[18] οι πολίτες του δυτικού κόσμου συναίνεσαν «έντρομοι» να εγκαταλείψουν βασικές ατομικές ελευθερίες τους για χάρη μιας κρατικής «προστασίας» της ζωής και της περιουσίας τους που υποτίθεται ότι κινδυνεύουν από παρανοϊκούς τρομοκράτες.  Η μεθοδευμένη άσκηση «κρατικού φόβου» διαχέεται παντού και απονομιμοποιεί οποιαδήποτε φωνή ή άποψη αντιτάσσεται στην «τρομοϋστερία» και στο ζήτημα παραβίασης δικαιωμάτων των κρατουμένων, ταυτίζοντάς την με άποψη «συμπαθούσα την τρομοκρατία».

Στο οπλοστάσιο του κρατικού μηχανισμού ανήκουν πλέον 1ον) τα ειδικά ανακριτικά μέτρα του άρθρου 253Α’ ΠΚ (ανακριτική διείσδυση, ελεγχόμενες μεταφορές, άρση απορρήτου, καταγραφή δραστηριότητας εκτός κατοικίας με συσκευές ήχου και εικόνας) που δημιουργούν μια ευρεία ζώνη δυνητικής συστηματικής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, βασισμένη όχι στην έννοια του κατηγορουμένου αλλά του υπόπτου[19], 2ον) ο παραμερισμός των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και η ανάθεση αποκλειστικής αρμοδιότητας στα Εφετεία Κακουργημάτων, με τρόπο ώστε να αποκοπεί η τρομοκρατία από το πολιτικό έγκλημα και να αδρανοποιηθούν οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 και 97 παρ. 1[20],   3ον) η κάμψη της αρχής της δημοσιότητας των συγκεκριμένων δικών. Είναι πλέον ευκαιρία μετά την κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ’ τύπου να ακολουθήσουν και άλλα βήματα προς την κατεύθυνση της δημοκρατικοποίησης του ποινικού δικαίου και της επανόδου σε μια εποχή πλήρους σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

[1] Οι ομοβροντίες δηλώσεων τόσο του αμερικανού πρέσβη Ντέϊβιντ Πιρς όσο και του πρώην πρέσβη Τομ Μίλερ, περί «κινήσεων που δεν βοηθούν τις διμερείς σχέσεις», περί «μη φιλικής ενέργειας» και οι απειλές ότι «τέτοιες ενέργειες θα έχουν συνέπειες» είναι χαρακτηριστικές (εφημ. Καθημερινή της 26-4-2015, σελ. 10).

[2] Βλ. Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Το τρομοκρατικό έγκλημα: οι ρυθμίσεις του ν. 3251/2004 και η σημασία τους στα πλαίσια του ποινικού μας συστήματος, ΝοΒ 2005, 623 επ, (628) που επισημαίνει ότι «…η ασαφής περιγραφή του τρομοκρατικού εγκλήματος χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα ως μέσο ώστε να διευκολύνεται σε ένα ασαφές πλαίσιο η δράση των αστυνομικών αρχών…» .

[3] Μ. Καϊάφα – Γκμπάντι, Η οριοθέτηση του αξιοποίνου της τρομοκρατίας και οι προκλήσεις για ένα δικαιοκρατούμενο ποινικό δίκαιο, σε ΠοινΧρ 2005, σελ. 865.

[4] Το ζήτημα της τρομοκρατίας είχε τεθεί βέβαια ως ευρωπαϊκό πρόβλημα πολύ νωρίτερα από τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε τις 15-10-1999 και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Santa Maria de Feira της 19-20/6-2000. Προηγήθηκαν σε εθνικό επίπεδο τη δεκαετία του 1970 οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες της Ιταλίας (με την υπόθεση Μόρο) και της Γερμανίας (υπόθεση RAF) θεσπίζοντας διατάξεις που καταργούσαν τα ανώτατα όρια προφυλάκισης, έδιναν δυνατότητα συλλήψεων χωρίς δικαστικό ένταλμα, παρακολούθηση της γραπτής επικοινωνίας του κατηγορουμένου με τον συνήγορό του, θέση σε καθεστώς πλήρους απομόνωσης του κατηγορουμένου (λευκά κελιά) κ.α. (βλ. αναλυτικά σε Δ. Μπελαντή, Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό, σελ. 98 επ).

[5] Η ελληνική αντιτρομοκρατική νομοθεσία αποκρυσταλλώθηκε διαδοχικά με τους ν. 774/1978, 1916/1990 και 2928/2001.

[6] έτσι Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Ο ορισμός της τρομοκρατίας, ΠοινΔικ 2002, σελ. 59 επ (67).

[7] ίδια Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, ανωτ, σελ. 67, κατά την οποία καμία από τις τρομοκρατικές οργανώσεις που δρουν στον ελληνικό χώρο δεν έχει τελέσει τέτοιας έντασης πράξεις… «Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις προσβάλλεται σοβαρά η επικρατούσα στο κράτος ευταξία από την ύπαρξη και την δράση των οργανώσεων, που αμφισβητούν τις θεμελιώδεις δομές του δημοκρατικού πολιτεύματος, αλλά δεν κινδυνεύει το ίδιο το πολίτευμα..».

[8] Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Το τρομοκρατικό έγκλημα: Οι ρυθμίσεις του ν. 3251/2014 και η σημασία τους στα πλαίσια του ποινικού μας συστήματος, ΝοΒ 2005, 623 επ (624).

[9] βλ. σε Κ. Σκαρμέα, Το υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου στο αδίκημα της τρομοκρατίας του άρθρου 187Α’ ΠΚ, ΠοινΔικ 2014, 753 επ., ο οποίος εντάσσει στις θεμελιώδεις συνταγματικές δομές τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τους εν ενεργεία βουλευτές και δικαστικούς λειτουργούς, στις πολιτικές δομές τα πολιτικά κόμματα, στις οικονομικές δομές όλες τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, το Χρηματιστήριο Αξιών, την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο κατάλογος μπορεί να διευρυνθεί πολύ εύκολα ώστε να δύναται ο καθένας να εντάξει πάρα πολλές άλλες κατηγορίες (πχ τους ΟΤΑ, τις Περιφέρειες, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τις Ανεξάρτητες Αρχές).

[10] Κ. Σκαρμέας, ανωτ, σελ. 759.

[11] Βλ. Δ. Μπελαντή, ανωτ, σελ. 331 που γράφει αναλύοντας τη λειτουργία της δίκης της οργάνωσης 17Ν ως συμβολικού θεάματος της αστικής εξουσίας: «Ο φόβος μέχρι σήμερα ενός προνομιούχου τμήματος της κοινωνίας πρέπει να διαχυθεί σε όλη την κοινωνία».

[12] Ε. Συμεωνίδου- Καστανίδου, Ο ορισμός της τρομοκρατίας, ανωτ, σελ. 60, φέρνοντας ως παράδειγμα την σαφώς μεγαλύτερη προσβολή μιας χώρας με την πράξη της εσχάτης προδοσίας, η οποία δεν φαίνεται ωστόσο να ενδιαφέρει τα κράτη.

[13] Δ. Μπελαντής, ανωτ, σελ. 98.

[14] Δ. Μπελαντής, ανωτ, σελ. 117 και 150 επ.

[15] Δ. Παπαβασιλείου, Στα εργαστήρια κατασκευής πολέμων, σελ. 132, ο οποίος σημειώνει: «Οι τρομονόμοι και οι διεθνείς τρομοσυμφωνίες δημιουργούν μια γκρίζα ζώνη μεταξύ της τρομοκρατίας και του κινήματος αντίστασης και ρήξης. Σ’ αυτή τη «ζώνη» επωάζεται το δόγμα του εσωτερικού εχθρού, κυοφορούνται και αναπτύσσονται οι απόψεις περί οργανικής σχέσης του εργατικού κινήματος με την τρομοκρατία. Κι’ αν νομίζετε ότι αυτή η εφιαλτική προοπτική είναι μακρινή, σας θυμίζουμε ότι τον Μάρτιο του 2002 ο προεδρεύων της ΕΕ, πρωθυπουργός της Ισπανίας, Χ.Μ. Αθνάρ, σε επιστολή του προς τους πρωθυπουργούς των κρατών μελών της ΕΕ καλούσε σε λήψη άμεσων κατασταλτικών μέτρων «για την αντιμετώπιση του ριζοσπαστισμού των πόλεων με βίαια χαρακτηριστικά, ο οποίος κάθε φορά και περισσότερο χρησιμοποιείται ως όργανο απ’ τις τρομοκρατικές οργανώσεις για την επίτευξη των εγκληματικών στόχων τους».

[16] Γ. Πανούση, πρόλογος σε Δ. Μπελαντή, ανωτ, σελ. 17.

[17] Δ. Συμεωνίδου- Καστανίδου, ΝοΒ 2005, ανωτ, σελ. 628.

[18] Ι. Μανωλεδάκης, Δημοκρατία- Ελευθερία- Ασφάλεια, το τρίπτυχο της ιδανικής πολιτείας, σε τιμητικό τόμο Ι, σελ. 66, Γ. Σωτηρέλης, Τρομοκρατία, πολιτικό έγκλημα και δημοσιότητα της δίκης, σε τιμητικό τόμο Ι, σελ. 229, Γ. Πανούσης, ανωτ, σελ. 17, Α. Λοβέρδος, Η νέα τρομοκρατία, 2001, σελ. 78, Ν. Αλιβιζάτος, Αγωνία για παραβιάσεις των ελευθεριών, Τα Νέα 19-11-2001 (17).

[19] Δ. Μπελαντής, ανωτ, σελ. 319.

[20] Για την προσχηματική ένταξη των τρομοκρατικών οργανώσεων στην γενικότερη κατηγορία των εγκληματικών οργανώσεων, ώστε να συσκοτισθεί και να υποβαθμιστεί έντεχνα ο πολιτικός, κατά κανόνα, χαρακτήρας τους, βλ. Σωτηρέλη, ανωτ, σελ. 231 επ. και γνωμοδότηση Δ. Μπελαντή, ανωτ, σελ. 349 επ.

Print Friendly

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here