H ιστορία ενός δημοψηφίσματος: Από τον Γ. Παπανδρέου στον Αλ. Τσίπρα

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΖΕΡΒΑ

Εδώ και δέκα μέρες περίπου, η χώρα που συνεχίζει τις σκληρές διαπραγματεύσεις με τους εταίρους με στόχο την επίτευξη αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας, έχει μπει για τα καλά, στον αστερισμό του δημοψηφίσματος.

Στην αρχή ήταν οι φήμες και οι σκόρπιες δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης και του ΣΥΡΙΖΑ, που  ανέπτυσσαν ένα σκεπτικό υπέρ της  εμβάπτισης στη λαική ετυμηγορία, εάν τα πράγματα δεν πάνε «κατ ευχήν». Οπου ευχή, διάβαζε συμφωνία  που να σέβεται τις ελληνικές «κόκκινες» γραμμές.

Μόνο που το σκεπτικό, παρέμενε ασαφές ως προς τον τρόπο αυτής της εμβάπτισης. Αλλοι μιλούσαν για εκλογές(Βούτσης, Φίλης) και άλλοι για δημοψήφισμα, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζουν το ακριβές ερώτημα που θα απευθυνόταν προς απάντηση στον ελληνικό λαό.

Και πως θα  ήταν δυνατόν άλλωστε να καταρτισθεί ερώτημα, πριν το καταληκτικό γεγονός που θα το προκαλούσε;

Η παρέμβαση Τσίπρα

Και ήρθε την περασμένη Δευτέρα ο πρωθυπουργός να βάλει τα πράγματα στη θέση τους αποσαφηνίζοντας την κυβερνητική γραμμή. Ο κ. Τσίπρας ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται θέμα πρόωρων εκλογών αλλά μόνον δημοψηφίσματος, ανάλογα με την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης.

Το δημοψήφισμα θα γίνει, είπε, εάν η συμφωνία που μας προτείνουν οι εταίροι, δεν μας ικανοποιεί και υπολείπεται κατά πολύ των απαιτήσεων της λαικής εντολής που έλαβε η σημερινή κυβέρνηση στις εκλογές.

Με άλλα λόγια, το δημοψήφισμα θα γίνει μόνο εάν αποτύχει η διαπραγμάτευση και δεν γίνουν δεκτά όσα η ελληνική πλευρά θεωρεί αδιαπραγμάτευτα. Σε περίπτωση που συμφωνήσουμε με τους εταίρους, εάν υπάρξει δηλαδή αμοιβαία επωφελής, έντιμος, συμβιβασμός, τότε δεν τίθεται θέμα επικύρωσής του με δημοψήφισμα, γιατί σύμφωνα με το κυβερνητικό σκεπτικό, αυτή η συμφωνία θα κινείται εντός των ορίων της λαϊκής εντολής.

Ωστόσο, πολλοί παρατηρούν εδώ,  πως  σ΄ ένα μείζονος σημασίας θέμα για τη πορεία της χώρας, η λαική γνώμη ζητείται μόνο στη μία, αρνητική εκδοχή.  Κυβερνητικοί κύκλοι σημείωναν ωστόσο,  ότι δεν υπάρχει λόγος να καταφύγει η κυβέρνηση σε έγκριση με δημοψήφισμα, μιας συμφωνίας που η ίδια αποδέχεται, αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη  και εκτιμά ότι δεν παραβιάζει τα όρια της λαικής εντολής που την νομιμοποίησαν στις 25 Ιανουαρίου.

Αλλά γιατί αν ισχύει η ανάληψη πολιτικής ευθύνης για το δεύτερο(συμφωνία), δεν μπορεί να ισχύσει και για το πρώτο;

Η προιστορία του δημοψηφίσματος του Γ. Παπανδρέου

Εδώ, έχει ίσως ημασία να ξαναθυμηθούμε, τι συνέβη πολύ λίγα χρόνια πριν, το Οκτώβριο-Νοέμβριο του 2011, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, επιχείρησε κάτι όχι ακριβώς ίδιο, αλλά ανάλογο: Πιεσμένος από την λαική αντίδραση, αποφάσισε να θέσει με δημοψήφισμα στη κρίση του λαού,  την αποδοχή μιας συμφωνίας που μόλις είχε υπογράψει στις Βρυξέλλες, για το δεύτερο μνημόνιο, που συνοδευόταν με νέα πολύ μεγαλύτερη δανειακή σύμβαση, ένα συμφωνημένο κούρεμα  στο χρέος του ιδιωτικού τομέα(το περίφημο PSI που οδήγησε σε αφανισμό τα ασφαλιστικά ταμεία) και φυσικά νέα μέτρα λιτότητας, περικοπών και ύφεσης.

Ολοι σχεδόν τότε(περισσότερο από αμηχανία και προσπάθεια να κερδηθεί χρόνος), μέσα κι έξω από τη χώρα, υπερθεμάτισαν την επιλογή του, ως μήνυμα δημοκρατίας. Ωστόσο οι περισσότεροι, σε αγαστή συνεργασία με την ελίτ της ΕΕ και  προβεβλημένους εκπροσώπους της εγχώριας διαπλοκής, άρχισαν εκ κρυπτώ στην αρχή και φανερά στη συνέχεια, να απαξιώνουν την επιλογή του δημοψηφίσματος, να κινδυνολογούν για πιθανή έξοδο από το ευρώ, να επιτίθενται προσωπικά στον τότε πρωθυπουργό, να τον αμφισβητούν δημόσια και να απεργάζονται τρόπους ανατροπής της κυβέρνησής του.

Η αλλεργία της ευρωπαικής ελιτ και της εγχώριας διαπλοκής στη..δημοκρατία

Από τις Κάννες ως τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο και την Αθήνα, στήθηκε μια επιχείρηση απαξίωσης του δημοψηφίσματος και της δυνατότητας λαικής έκφρασης. Εκβιαστικά διλήμματα μπήκαν στο τραπέζι, ο γερμανο-γαλλικός  άξονας Μέρκελ-Σαρκοζί ενεργοποίησε μηχανισμούς πειθαναγκασμού και σε κάθε περίπτωση επέβαλε το ερώτημα που θα είχε εάν γινόταν: Θα αφορούσε το ναι ή όχι στο ευρώ και όχι την αποδοχή της συγκεκριμένης συμφωνίας.

Ο Γ. Παπανδρέου έχει κατηγορήσει, ιδίως κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, τον Ευάγγελο Βενιζέλο, διάδοχό του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ότι τον άνθρωπο που τον υπονόμευσε και ουσιαστικά απεργάσθηκε τη πτώση της κυβέρνησης του, με αφορμή την υπόθεση του δημοψηφίσματος.

Ολοι μας θυμόμαστε ότι ο κ. Βενιζέλος πήγε στις Κάννες μαζί με τον κ. Παπανδρέου, έχοντα εκφρασθεί δημοσίως υπέρ του δημοψηφίσματος. Και γυρίζοντας, πριν ακόμη κατέβει από το αεροπλάνο, είχε κάνει δήλωση αποκήρυξης του!

Και ω! του θαύματος αμέσως μετά, ο ανένδοτος σε συνεργασία με τη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, Α. Σαμαράς, όχι μόνο δέχθηκε να συνεργασθεί για το καλό του τόπου και την αποτροπή του ¨καταστροφικού» όπως έλεγε και τότε δημοψηφίσματος, αλλά μετεξελίχθηκε και στον πλέον θερμό υποστηρικτή των μνημονίων, τα οποία μέχρι τότε αποκήρυσσε!

Οι τεχνοκράτες-τραπεζίτες στην εξουσία

Αξέχαστο είναι για όλους και το γεγονός ότι ο νέος πρωθυπουργός της μεταβατικής κυβέρνησης πήρε το χρίσμα ανοικτά, μέσα από τα κανάλια της διαπλοκής. Οι κραυγές εκλεκτών-δημοσιογράφων από τις τηλεοράσεις ότι ο μόνος ενδεδειγμένος για τη θέση του πρωθυπουργού είναι ο τραπεζίτης της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος, επαναλαμβάνονταν διαρκώς για να «δικαιωθούν» τελικά από τις εξελίξεις.

Η επιλογή τεχνοκρατών στη θέση εκλεγμένων πρωθυπουργών, αποτέλεσε άλλωστε πάγια πρακτική των ευρωπαικών μηχανισμών που τηρήθηκε και στη γειτονική Ιταλία, όπου ο επίσης τραπεζίτης, τεχνοκράτης Μάριο Μόντι, διαδέχθηκε τον «κλόουν» Σ. Μπερλουσκόνι που θεωρήθηκε κάποια στιγμή, από την ιταλική και ευρωπαική ελίτ,  ανεπιθύμητος  και κυρίως ανίκανος να υλοποιήσει το βαρύ πρόγραμμα των «μεταρρυθμίσεων»  που απαιτούσαν οι «αγορές» και από τη γειτονική χώρα.

Οπως όλοι πλέον παραδέχονται, αυτό που συνέβη εκείνη την περίοδο στη χώρα ήταν μια «βελούδινη» αντισυνταγματική εκτροπή. Για πρώτη φορά στα χρονικά της μεταπολίτευσης, καταγράφεται το θεσμικό παράδοξο, πρωθυπουργός να ζητά και να παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή για να …παραιτηθεί  αμέσως μετά!

Ο τότε πρωθυπουργός δέχθηκε τις εξελίξεις, συμβιβάσθηκε με όσα λέει ότι απεργάσθηκαν και πρόσωπα μέσα στο κόμμα του. Αποχώρησε χωρίς να πει τότε το παραμικρό, διευκολύνοντας τα σχέδια, όσων σήμερα καταγγέλλει. «Για να μην δημιουργηθούν προβλήματα στη χώρα» απαντά. Όμως ποια προβλήματα μπορεί να δημιουργεί η δημοκρατία;

Η έμπρακτη αυτή αμφισβήτηση και άμεση αντικατάσταση του πρώην πρωθυπουργού, με συνοπτικές μάλιστα διαδικασίες, δεν είχε χαρακτηριστικά αποτροπής νέων μέτρων και αλλαγής πολιτικής. Το αντίθετο. Εκφράσθηκε και συγκροτήθηκε ως ο πιο φερέγγυος εγγυητής της προηγούμενης πολιτικής άγριας λιτότητας και των συμφωνιών που είχαν επιτευχθεί τότε.

Η ΕΕ δεν δέχεται αμφισβήτηση των αποφάσεων της

Τόσο από εκείνη την πολύ «πικρή για τη δημοκρατίας στην Ευρώπη, εμπειρία όσο και από τις συνεχιζόμενες συνομιλίες της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης στις Βρυξέλλες, αποδεικνύεται περίτρανα ότι η ευρωπαική και όχι μονο ελίτ, δεν επιθυμεί να αμφισβητούνται οι αποφάσεις της.

Η ευρωπαική νεοφιλελεύθερη γραφειοκρατία, που εδώ και χρόνια δρά ανενόχλητη και παράγει οικονομική πολιτική την οποία θεωρεί «αδιαπραγμάτευτη». Γι αυτό φοβάται τη δημοκρατία και την ελεύθερη βούληση του λαού. Γνωρίζει ότι οι πολιτικές της δεν μπορεί να έχουν λαική και δημοκρατική νομιμοποίηση.

Γι αυτό και σήμερα επιχειρεί να ανατρέψει τη λογική της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου και να οδηγήσει την ελληνική κυβέρνηση σ΄έναν επώδυνο, τιμωρητικό συμβιβασμό που θα επιβεβαιώνει τα «ιερά και όσια» της προηγούμενης αποτυχημένης πολιτικής της.

Όλα τα θεσμικά και συνταγματικά παράδοξα που έγιναν εκείνη τη σκοτεινή περίοδο του 2012, θα αποτελέσουν αντικείμενο της εξεταστικής επιτροπής για τα μνημόνια, που ξεκινά τις εργασίες της τις προσεχείς ημέρες. Ισως εκεί, αποκαλυφθούν τα πρόσωπα και ο πραγματικός τους ρόλος στις εξελίξεις.

Δημοψήφισμα και για την συμφωνία

Αυτό όμως που δεν φαίνεται να αλλάζει, ούτε τότε και προφανώς ούτε τώρα, είναι η απέχθεια των μηχανισμών της ΕΕ προς τις ανοικτές δημοκρατικές διαδικασίες.

Βέβαια τώρα δεν έχουμε ακόμη συμφωνία. Και ο πρωθυπουργός διευκρίνησε πως μια έντιμη συμφωνία, που θα την αποδεχθεί η κυβέρνηση, δεν θα τεθεί στη έγκριση του λαού. Μήπως όμως θα έπρεπε;

Η τουλάχιστον, αν όχι τώρα, μήπως η επόμενη μεγάλη συμφωνία του Ιουνίου-Ιουλίου ή όποτε, η οποία θα περιλαμβάνει πιθανότατα ρυθμίσεις και για το χρέος και για την μεταμνημονιακή πορεία της χώρας, θα έπρεπε να τεθεί προς έγκριση στο λαό;

Εάν δεν μπορεί να πάρει θέσει σ΄ένα τέτοιο κρίσιμης εθνικής και κοινωνικής σημασίας θέμα ο ελληνικός λαός, σε ποιό θα κληθεί να πάρει;

 

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here