«Όταν το ρήμα γίνεται όνομα: η Αγαπώ και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των δημοτικών», του Παντελή Μπουκάλα

 

 

Toυ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΝΙΩΤΗ, φιλολόγου

 

 

Η  παρουσίαση της μελέτης του Παντελή Μπουκάλα στο Μεσολόγγι έχει την ιδιαίτερη σημειολογία της. Όχι μόνο επειδή ο Παντελής επιστρέφει στην πατρική γη, αλλά και γιατί η συχνότητα του Ραδιοφωνικού μας Σταθμού έβαλε τη δική της ψηφίδα στο έργο του συγγραφέα. Όπως κι ένα πικάπ που έφερε η μάνα του από το Μεσολόγγι στην Παλαιοκατούνα, μαζί με τον πρώτο δίσκο. Τα δημοτικά όμως τραγούδια στο ολοκαίνουργιο πικάπ ακούγονταν παράξενα. «Μαζεμένα τα παιδοπούλια στο κατώι του σπιτιού, σε κύκλους επάλληλους, εν αναμονή του θαύματος. Το οποίο και συντελέστηκε. Σε φάσεις δύο όμως. […] Τεντωμένο λοιπόν, τ’ αυτί, τέλη της δεκαετίας του 1960, κι ακόμη περισσότερο τεντωμένη η ψυχή, κι ακούγαμε όσα μας πρόσφερε το μαγικό πικάπ. Γνώριμα ήταν αυτά που ακούγαμε – μουσική και λέξεις. Τα έπαιζε συνεχώς ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου. Οικεία μα και παράξενα. Ο Αλέκος Κιτσάκης τραγουδούσε τα ηπειρώτικά του, αλλά σαν να τον κυνηγούσαν. Ταχύτατα τα ‘λεγε. Αύριο κιόλας θα πάω μέσα ακούμε τη μάνα. Μέσα ήταν το Μεσολόγγι. Δεν της το ‘χω να μην είπε μέσα από τα δόντια της και κάτι για τς κιαρατάδες τς Μσουλογγίτις, που της πούλησαν σκάρτο πράμα, περνώντας τη για βλάχα, εμείς το παιδομάνι πάντως δεν το ακούσαμε. Και πήγε. Και επέστρεψε. Με τον ίδιο δίσκο και το ίδιο πικάπ. Αλλά με το κουμπί γυρισμένο τώρα στο σημείο των τριαντατριών στροφών, όχι των σαρανταπέντε, όπου το είχε παρκάρει ο κατασκευαστής. Κι όλα ήρθαν στο φυσικό τους. Φυσικότατο ανάμεσα στα φυσικά και το περιεχόμενο του πρώτου, μυητικού δίσκου: δημοτικά όπως είπα».

Και η καθημερινότητα του χωριού βέβαια ήταν γεμάτη δημοτικά ακούσματα, «που οργάνωναν –πανηγυρικά ή πένθιμα, τον χρόνο του σπιτιού, του χωριού, της περιοχής. Με τον Αχελώο σαν όριο: προς το Μεσολόγγι ο ζουρνάς, προς το Ξηρόμερο το κλαρίνο. Όσα έμαθα αργότερα, διαβάζοντας δημοτικά και για τα δημοτικά, μπορεί να είναι αρκετά, δεν παραγράφουν όμως το γεγονός: το πρώτο διάβασμα, το πρώτο πέρασμα δηλαδή σε ένα κόσμο μέγα, μαγικό, έγινε με το αυτί». Ιδιαίτερη αναφορά από τον ίδιο και στο μεγάλο συγγενολόι και στους «δύο φυγάδες πρωτοξάδερφους. Τον Δήμο Μαυρομμάτη, κινητή βιβλιοθήκη της προφορικότητας, και τον Πάνο Μπουκάλα, δεινό χορευτή των τσάμικων», με τους οποίους διαλέγεται για το ίδιο θέμα και στο τιτλοφορούμενο «Ανώνυμο» της εξαιρετικής ποιητικής συλλογής «Ρήματα».

Αυτή η πλούσια παρακαταθήκη, των ακουσμάτων στην αρχή, των διαβασμάτων στη συνέχεια «πίεσαν να βγουν στο φως∙ να γίνουν λέξεις και να τυπωθούν, να μοιραστούν». Ένα τέταρτο του αιώνα ενδελεχούς μελέτης, αν θεωρήσουμε ότι το πρώτο του φύτρο είναι ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή τον Ιούνη του 1992, για το επίμονο θάμβος των δημοτικών τραγουδιών, και το οποίο λειτουργεί ως πρόλογος του βιβλίου. Συμμετοχή σε ημερίδες, συμπόσια και συνέδρια, ατέλειωτες γραφές σε αφιερώματα περιοδικών, σε συλλογικούς τόμους τον όπλισαν με την απαραίτητη σκευή για να προχωρήσει στην έκδοση της «Αγαπώς» του πρώτου μιας σειράς μελετημάτων για το δημοτικό τραγούδι. Και λέω πρώτου, γιατί υπάρχουν άλλα δεκαέξι κείμενα τα οποία περιμένουν τη σειρά τους, για να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί η μελέτη του Παντελή για το δημοτικό τραγούδι. Και γερός να είναι, αν κρίνουμε από την ποιότητα της «Αγαπώς», θα έχει αφήσει πίσω του ένα πολύ σημαντικό έργο, χωρίς καμιά δόση υπερβολής, έργο αναφοράς στη μελέτη της δημοτικής μας ποίησης.

Για να φτάσει όμως σε αυτό το σημείο, χρειάστηκε μεγάλη έρευνα σε βιβλιοθήκες, παραδοσιακές και ψηφιακές, σε παλαιοβιβλιοπωλεία, όπου ξετρύπωσε δυσεύρετους θησαυρούς, σε πλήθος ανθολογιών και πανεπιστημιακές εκδόσεις. Πρωτογενές υλικό αντλημένο από 180 συλλογές και 50 έργα γενικότερου λαογραφικού ενδιαφέροντος, συμπληρωματικές σημειώσεις 200 σελίδων, τρία κατατοπιστικά ευρετήρια στο τέλος της έκδοσης, προσφέρουν έναν απίστευτο πλούτο, στον οποίο θα μπορεί να ανατρέχει ο μελλοντικός ερευνητής της δημοτικής μας ποίησης. Ξεχωριστή θέση στα πολλά του διαβάσματα μια συλλογή ποιημάτων της κυρα-Σταυρούλας, ακριβό δώρο μιας ζωντανής προφορικής παράδοσης.

«Είχαμε πιάσει την κουβέντα για τα δημοτικά με τον Θοδωρή Σταματόπουλο, φίλο κι αδερφό από τον καιρό που φοιτούσαμε στην Οδοντιατρική. Λάτρης του κι αυτός, σαν Τριπολιτσιώτης, καταχάρηκε ακούγοντας πως “επιτέλους, κάτι θα ‘κανα”. Σε λίγους μήνες ήρθε και μου έδωσε ένα τετράδιο. “Σου το στέλνει η μάνα μου”. Η κυρα-Σταυρούλα. Ξαφνιάστηκα. Και λύγισα από τη συγκίνηση.

Εκατόν είκοσι σελίδες είναι το τετράδιο, με το σπιράλ τους, καθαρογραμμένες. […] “Ρε Θοδωρή, έχεις βιβλιοθήκη με δημοτικά στο χωριό και μου το κρύβεις;” ρώτησα τον κουμπάρο. Γέλασε. Είχε μιλήσει κάποια στιγμή στη μάνα του […] για την ανάμειξή μου με τα δημοτικά. Κι εκείνη, δίχως να πει το παραμικρό, στρώθηκε κι έγραψε όσα τραγούδια θυμόταν, με εντυπωσιακά λιγότερα ορθογραφικά λάθη απ’ όσα δικαιούται κάποιος που έχει βγάλει μόνο το δημοτικό. Και θυμόταν πολλά τραγούδια. Πάρα πολλά. Και όλων των ειδών.  […] Τη ζήλεψα τη μνήμη της. Κι υποκλίθηκα στη γενναιοδωρία της. […] Το δώρο της μου έδειξε ότι ναι, ο προφορικός πολιτισμός δεν είναι κάποια επινόηση λαόφιλων λογίων∙ ότι δηλαδή ο εκτός γραφής κόσμος, κάποιο κομμάτι του έστω, είχε γερή μνήμη∙ και με τη βοήθεια του ρυθμού, συχνά και της ρίμας, μπορούσε να μεταφέρει τα τραγούδια του από τόπο σε τόπο και από τη μια περίοδο στην άλλη».

Όλες αυτές οι ανθολογίες καλύπτουν όλη τη γεωγραφική επικράτεια της χώρας μας, αλλά δεν μένει μόνο σε αυτό. Με μια βαθιά ριζωμένη θεώρηση για την ανοιχτοσύνη του ελληνικού πολιτισμού, ανατρέχει και στην αλλόγλωσση ανώνυμη ποίηση είτε γειτονικών μας λαών (Αλβανών, Ρουμάνων, Σέρβων, Σλαβομακεδόνων) είτε μειονοτήτων που έζησαν και ζουν στην Ελλάδα.

Και όλη αυτή η έρευνα οδηγεί σε συμπεράσματα που έρχονται να συγκρουστούν με αυτό που θέλουμε να προβάλλουμε ως «εθνικό μας αφήγημα», εμπνευσμένο από τους καταχραστές μιας ισχυρής παράδοσης, τόσο για τον αριθμό των δημοτικών τραγουδιών όσο και για το χαρακτήρα τους. Κάποιοι εξ αυτών οδηγούμενοι από το πρίσμα της εθνικής ορθότητας, κάποιοι από το πρίσμα της φιλολογικής επιμέλειας, νόθευσαν ένα από τα πιο δυναμικά κομμάτια της ελληνικής λογοτεχνίας. Χρόνια πριν άλλωστε ο Κ.Θ. Δημαράς, στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, αναφερόταν στον κριτικό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να προσεγγίζουμε τις παλαιότερες συλλογές, καθώς «οι παλαιότεροι ιδίως εκδότες δημοτικών τραγουδιών, ξεκινώντας από διαφορετικές προϋποθέσεις, δεν απέβλεψαν καθόλου στην πιστή μεταγραφή των τραγουδιών, αλλά αντίθετα πίστεψαν πως είχαν εκδοτικό χρέος να τα αλλοιώσουν και να τα βελτιώσουν σύμφωνα με την αντίληψή τους». Ο εθνικός και φιλολογικός ευπρεπισμός απέκρυψε «εξαιρετικά τμήματά της, που μαρτυρούν την τόλμη της και τον αδέκαστο και αμερόληπτο χαρακτήρα της». Σε κάποιες άλλες μάλιστα περιπτώσεις για λόγους εθνικού φρονηματισμού, λες και η δημοτική μας παράδοση δεν ύμνησε το αγωνιστικό φρόνημα του λαού μας, δεν δίστασε να δημιουργήσει πλαστά τραγούδια, ανάμεσα στα οποία και το χιλιοαναφερόμενο σε εθνικές επετείους «Μάνα, σου λέω δεν μπορώ τους Τούρκους να δουλεύω», δημιουργία, όπως αποκαλύπτει στην έρευνά του ο Νικόλαος Πολίτης, του πατέρα του ιστορικού Σπυρίδωνος Λάμπρου.

Όσο κι αν ακούγεται περίεργο στα αυτιά κάποιων, τα δημοτικά δεν ηθικολογούν ούτε δίνουν οδηγίες ευπρεπούς συμπεριφοράς. Πολλές φορές μάλιστα παρατηρείται μια ρηξικέλευθη προσέγγιση ηθικών και κοινωνικών στερεοτύπων, κυρίως στις νησιωτικές παραλλαγές, όπως η άνομη σχέση μητέρας και γιου, οι έρωτες Ελλήνων με αλλόφυλους, χριστιανών με αλλόθρησκους. Στην τελευταία περίπτωση, άλλοτε η Ελληνοπούλα αρνείται σθεναρά τον πόθο του αγά, άλλοτε όμως, όπως σε εκδοχή της Χαλκιδικής, απορρίπτει τις παραινέσεις της μάνας της και τρέχει να συναντήσει τον Μιμέτη («Καλησπεριά σ’, Λουλούδου μου». «Καλώς τουν τουν Μιμέτη» / «Λουλούδου μ’, τι βραδιάστηκες κι άργησις να έρτεις;» / «Είχα δουλειά, Μιμέτη μου, κι δω θα μείνου βράδυ»). Στο δημοτικό τραγούδι «Κόρη αντρειωμένη και Σαρακηνός», σε αρκετές παραλλαγές, ο Αϊ-Γιώργης, στον οποίο κατέφυγε η Ρωμιοπούλα για να σωθεί, ελέγχεται από τη δημοτική μούσα, γιατί δελεάστηκε από το τάμα του άπιστου και του την παρέδωσε (σε μυκονιάτική παραλλαγή «Δεν είδα άγιο δίβουλο ωσάν τον αϊ-Γιώργη, / να παραδίδει και Ρωμιά εις των Τουρκών τα χέρια», σε κυπριακή παραλλαγή «Ίντα, αϊ-Γιώργη μασκαρά, έτσ’ ήτουν η πομπή σου»). Η φωνή της καταγγελίας των αγίων, άκουσμα αιώνες πριν αλλά αποκλεισμένη από τις «επίσημες» ανθολογίες, χρεώθηκε από ακροδεξιά στοιχεία στον ανθέλληνα Παντελή, σαν να ‘χε γράψει ο ίδιος το ποίημα.

Μια άλλη «εθνική» σταθερά με την οποία συγκρούεται ο Παντελής είναι αυτή της αδιαφιλονίκητης ελληνικής υπεροχής και της γονιδιακής μοναδικότητας στην πολιτιστική δημιουργία. Σαν σε αγώνα δρόμου έχουμε την ανάγκη να επιβεβαιώνουμε διαρκώς τα πολιτιστικά και όχι μόνο πρωτεία μας, λες και έχουμε συνολική θεώρηση του πολιτισμού κάθε λαού. Πρόκειται για θεωρήσεις εντελώς ανθελληνικές, που συγκρούονται με την ανοιχτοσύνη της ελληνικής σκέψης, που βρέθηκε σε διαρκή αλληλεπίδραση με τους άλλους πολιτισμούς. Ορισμένοι να ζούμε σε έναν τόπο που λειτουργούσε ως γέφυρα ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι στην επαφή μας με τους άλλους πολιτισμούς δώσαμε και πήραμε. Σε αυτή την ανατροφοδότηση των πολιτισμών δεν υπάρχουν ούτε σύνορα, ούτε τελωνεία. Και κάπως έτσι γεννήθηκε, προφανώς δεν παρθενογεννήθηκε, η ελληνική ιδιαιτερότητα, η ελληνική ιδιοπροσωπία, που δεν έχει καμιά σχέση με τις ακραίες καθαρολογικές θεωρήσεις του ελληνικού πολιτισμού. Ο Παντελής ανοίγει και το συγκεκριμένο θέμα στην εισαγωγή του βιβλίου του. Παραπέμπει στον Παλαμά («Στο αίμα μου κρατώ κι από μια στάλα / ξένες κι οχτρές κάθε λογής πατρίδες. / Και βουργάρα η ψυχή μου και τουρκάλα), όπως και στον Ελύτη που με ενοχλητική ευθύτητα, δίπλα στους Τούρκους και Βούλγαρους του Παλαμά, βάζει τους Φράγκους και τους Σλάβους (Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές φράγκικες ή σλάβικες, που αν τύχει και βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο). Αλήθεια πόσο «ανθελληνικά Έλληνες» και οι δύο πνευματικοί άνθρωποι.  Δυστυχώς αυτό τον κόμπο της προγοναλατρικής, ελληνολατρικής θεώρησης του πολιτισμού μας δεν καταφέραμε να τον λύσουμε και οδηγηθήκαμε σε πολλές περιπτώσεις σε μια μηδενιστική αποδόμηση τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και δημοτικής μας κληρονομιάς. Δύο όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος που ερμηνεύουν εν μέρει και το πολιτιστικό μας αδιέξοδο.

Η πνευματική μας κληρονομιά, ξεχωριστή θέση μέσα στην οποία έχουν και τα δημοτικά μας τραγούδια, κρύβει από μόνη της έναν αδιατίμητο γλωσσικό και ευρύτερα πολιτιστικό θησαυρό. Δεν έχει ανάγκη από κανένα φούσκωμα, από κανένα μύθευμα και αλλοίωση, γιατί με αυτό τον τρόπο απλώς την αδικούμε και την προσβάλλουμε. Σε αυτή τη δημοτική κληρονομιά, υπερρεαλιστική σε πολλές εκδοχές της πολύ πριν τον υπερρεαλισμό,  έσκυψε πρώτος ο εθνικός μας ποιητής και στη συνέχεια μια σειρά από δημοτικιστές ποιητές (από τον Καρυωτάκη ως το Σεφέρη, και από τον Παλαμά και τον Μαλακάση ως τον Γκάτσο), αναζητώντας τη δημοτική γλώσσα, σε μια προσπάθεια «να εδραστούν και να κατακτήσουν το ύψος τους». Από το Σολωμό που σε επιστολή του στο Γεώργιο Τερτσέτη το 1833 επισημαίνει την ανάγκη «να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ’ αυτά τα αχνάρια (του δημοτικού τραγουδιού), δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί∙ πρέπει να υψώνεται κατακορύφως», μέχρι τον Καβάφη «Αυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια, / για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους, / πράγματα συμπαθητικά∙ δικά μας Γραικικά» και το Σεφέρη «Φέραμε πίσω / αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής» αναγνωρίζεται η επίδραση της δημοτικής παράδοσης στην ατομική ποιητική δημιουργία.

Αυτό «το κοινοτικό γλωσσικό εργαστήρι», όπως τιτλοφορείται και το δεύτερο μέρος του παρόντος τόμου, αποτέλεσε και το πεδίο της γλωσσικής έρευνας του Παντελή. Με μια περίτεχνη διερευνητική μεθοδικότητα παρουσιάζει ένα πλήθος γλωσσικών ανταρσιών, «αντικανονικών δημιουργημάτων της λαϊκής γλώσσας», που ανταποκρίνονται όμως σε μια εσωτερική λογική και έρχονται να δυναμώσουν τις σημασίες των νοημάτων τους. «Λάθη απαράδεχτα για όποιον θέλει να μετρά τα λόγια του και να μην ξεφεύγει από τη μάντρα της λογικής», κατά τον Ι.Θ. Κακριδή, γλωσσικές ακροβασίες, όπως ενδεικτικά η ανορθόδοξη γενική θαλάσσου, το αρσενικό ο δέντρος, η μετοχή διηγώντας, το ρήμα χωμάτισα σε μοιρολόγι από τη Γουριά, η ακρότητα της χρήσης του συγκριτικού σαν υπερθετικού, για το οποίο ο Παντελής παραθέτει 18 σελίδες αναφορές, από τα σαμιώτικα κάλαντα των Φώτων «Καλή σου μέρα, αφέντη μου, την πιο καλύτερή σου» μέχρι το ρεμπέτικο «Θ’ ανέβω και θα τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό», το προκλητικά αθυρόστομο ομουνιάζω, κάνοντας μια στάση αργότερα για να συνδέσει τη χρήση της λέξης Λιβιδώ από τον Παλαμά όχι μόνο με τη Libido της φροϋδικής ψυχανάλυσης, αλλά και με τη Λάμια της ελληνικής μυθολογίας και τα μεσολογγίτικα λιμπά. Γλωσσική και γραμματική ελευθεριότητα που κοκκινίζει το κείμενο στον άψυχο υπολογιστή, καλώντας σε να παρέμβεις για να διορθώσεις τις ακραίες αναφορές. Με εφόδιό του τη γερή κατοχή της γλώσσας σε όλες τις ιστορικές βαθμίδες, μεταφραστής άλλωστε ο ίδιος πολλών έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, διασταυρώνει τη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών με πλήθος χιλιάδων αναφορών, δεν υπάρχει καμία υπερβολή στις χιλιάδες αναφορές, από την αρχαία ελληνική μέχρι και τη νεότερη ποίηση, χωρίς να λείπουν και οι αναφορές, όπως προείπαμε, και στην ανώνυμη ποίηση των γειτονικών μας λαών, αλλά και επισκέψεις σε παροιμίες και παραμύθια της παράδοσης μας, στο ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι.

Και στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο του παρόντος τόμου «Τα ρήματα της Αγάπης» ξεδιπλώνεται όλη η ιστορία της παραγωγής σύνθετων λέξεων από τον Αριστοφάνη μέχρι τον Παλαμά. Η δημοτική ποίηση διακρίνεται από μια ιδιαίτερη συνθετική ευρηματικότητα, που παντρεύει λέξεις σε αστείρευτους συνδυασμούς, στην προσπάθειά της «να συλλάβει και να αποδώσει μονολεκτικά είτε ένα πρόσωπο στην ολότητά του είτε κάποιο ξεχωριστό χάρισμά του, μια εξαιρετική δεξιότητά του». Στο βιβλίο του Παντελή ανθολογείται ένας ατέλειωτος κατάλογος τριών σελίδων, από συνήθεις λέξεις (αγγελοκαμωμένη, μαυρομάτα, αμυγδαλομάτα…) μέχρι πολύ ιδιαίτερες (μπαμπακοστηθούσα, καμαροτράχηλη, ψιλομουσουδάτη…). Η λεξιπλαστική δεινότητα κορυφώνεται με την «Αγαπώ» του τίτλου, την αγαπημένη δηλαδή που από ρήμα μετατρέπεται σε ουσιαστικό που κλίνεται μάλιστα (της Αγαπώς, την Αγαπώ), ενώ παρουσιάζεται και σε αρσενικό τύπο (ο Αγάπως, ο Αγάπος, ο Αγαπός, ο Αγαπάς). Ένα ουσιαστικό που όπως αποδεικνύει η ερευνητική ματιά του Παντελή μέσα από εκατοντάδες στην κυριολεξία αναφορές, υιοθετήθηκε ευρύτατα από τη δημοτική μούσα και απέκτησε γενικευμένη χρήση. Η τολμηρότατη γλωσσικά αυτή επιλογή σπάει τους παραδοσιακούς γραμματικούς κανόνες και αναδεικνύει ότι οι παρεκκλίσεις από τη γλωσσική κανονικότητα ζωντανεύουν τα νοήματα και ενεργοποιούν τη φαντασία του δημιουργού. Και η «Αγαπώ» καθιστά σύμφωνα με τον Παντελή «ένα ολικό, ένα πλήρες νόημα που συνοψίζει ακαριαία όλα τα πάθη της αγάπης, με την αρχή και το τέλος της αλφαβήτου, το άλφα και το ωμέγα, να σμίγουν σε ένα κύκλο που δεν κλείνει ποτέ».

Ένας κύκλος που άνοιξε με το δημοτικό τραγούδι και συνεχίστηκε με την παρουσία της λέξης σε μεταγενέστερα έργα της λογοτεχνικής μας παράδοσης. Αρχικά στην Κρητική Λογοτεχνία (Ερωτόκριτος, Ερωφίλη, Αμύντας), αργότερα στο Σολωμό, μεταγενέστερα στον Καζαντζάκη, ο οποίος μάλιστα την υιοθέτησε περισσότερο από κάθε άλλο Έλληνα λογοτέχνη, στο Σικελιανό και στο Χατζόπουλο, ακόμη και στις μαντινάδες (Άνοιξε, πόρτα τ’ ουρανού, να μεγαλώσει η πλάση, / να βρει ο σεβντάς μου περασά, στην αγαπώ να φτάσει) την ανακαλύπτει η διεισδυτική ματιά του Παντελή. Και γυρνώντας πίσω, αιώνες πριν τη δημοτική ποίηση, πραγματεύεται τη χρήση του άρθρου με αναφορική σημασία (τα υφάναν = τα οποία ύφαναν) στην ομηρική ποίηση και ευρύτερα στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ίσως για να υφάνει ο ίδιος το μίτο «της αδιάλειπτης συνέχειας της λαϊκής προφορικής ποίησης από τα προομηρικά χρόνια ως σήμερα». Μιας συνέχειας, αναλογία την ονομάζει σε άλλο μέρος της μελέτης του, προφανώς όχι γραμμικής, καθαρολογικής και γονιδιακής, αλλά μιας διαδρομής ανανεωτικής και δημιουργικής.

Πολλά, λοιπόν, και πολύχρωμα τα νήματα του ελληνικού πολιτισμού. Όπως πολλά και τα θέματα που πραγματεύεται η παρούσα μελέτη, τα οποία και προφανώς δεν μπορούν να εξαντληθούν στο πλαίσιο μιας περιορισμένης παρουσίασης. Ο αναγνώστης όμως του βιβλίου θα έχει την ευκαιρία να πλουτίσει τη θεώρησή του για την ταυτότητα της δημοτικής μας παράδοσης και να ξεφύγει από πατροπαράδοτα μυθεύματα, επιβεβαιώνοντας, θέλω να πιστεύω, στο τέλος το συμπέρασμα του Παντελή: «Τα δημοτικά τραγούδια υπέστησαν ό,τι και η αρχαιοελληνική κληρονομιά: Μαγαρίστηκαν -και διαβάλλονται ακόμη- από τους ελληνοκάπηλους κιβδηλοποιούς, των δικτατορικών καθεστώτων συμπεριλαμβανομένων. Η ανάκτησή τους με τους τρόπους της ανοιχτόκαρδης αγάπης, αλλά και με τους όρους της ανοιχτόμυαλης ανάγνωσης, στηριγμένης στις μεθόδους και τα πορίσματα της επιστήμης, μόνο να μας ωφελήσει μπορεί. Και να μας τέρψει».

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here