Οι σχέσεις Ελλήνων και Γερμανών νεοναζί έχουν βάθος δεκαετιών

Κάτια Παπαδοπούλου

από www.Mikrocosmos.gr

«Ο φασισμός δεν γεννήθηκε στην κρίση
και δεν θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν»

Η Μάρσια Τζιβάρα έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε το «Burning from the inside», ένα ντοκιμαντέρ –που προβλήθηκε στο 17ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης- για τις σχέσεις και σύνδεση Χρυσής Αυγής και νεοναζί της Γερμανίας. Ωστόσο, η Ελληνίδα κινηματογραφίστρια δεν μένει μόνο εκεί. Όπως μας δηλώνει «η είδηση της δολοφονίας του Παύλου και αυτό που ακολούθησε, άλλαξε όλη την αφηγηματική δομή του ντοκιμαντέρ, άλλαξε το κεντρικό του θέμα, που δεν ήταν πλέον η αποκάλυψη της Χ.Α αλλά ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας, και άλλαξε ακόμα και εμένα. Με έκανε αν θέλεις, να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλο «μέτωπο» έχω ανοίξει με τους φασίστες και πόσο σημαντικό ήταν αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε»

Σήμερα αρχίζει η δίκη της Χρυσής Αυγής. Εσύ έχεις γράψει το σενάριο κι έχεις σκηνοθετήσει το «Burning from the inside», ένα πολιτικό ντοκιμαντέρ με θέμα την άνοδο του νεοναζισμού σε Ελλάδα αλλά και Γερμανία. Πώς συνδέονται αυτές οι δυο χώρες μέσω αυτού του νέου φασιστικού κύματος;

Οι σχέσεις των ναζιστικών οργανώσεων μεταξύ των δύο χωρών, έχουν βάθος δεκαετιών. Υπήρχαν αμοιβαίες ανταλλαγές επισκέψεων και εκδηλώσεων, όπου τα μέλη των ομάδων αυτών μοιράζονταν απόψεις και πρακτικές, κυρίως μέσα από περιτυλίγματα «πολιτιστικού» χαρακτήρα, όπως ας πούμε με την διοργάνωση συναυλιών με ναζιστικές μπάντες. Οι επαφές αυτές όμως, κινούνταν σε ένα πιο «αθόρυβο» και «μυστικό» πλαίσιο και γι’ αυτό ίσως δεν ήταν ευρέως γνωστό. Από την στιγμή όμως που η Χρυσή Αυγή μπήκε στη Βουλή και μάλιστα με τόσο υψηλό ποσοστό, ο νεοναζισμός «νομιμοποιήθηκε» κατά κάποιο τρόπο, και τα πράγματα πλέον δεν γίνονταν και τόσο μυστικά. Οι Γερμανοί Ναζί άρχισαν να χρησιμοποιούν τη Χρυσή Αυγή ως «πρότυπο» οργάνωσης, να προπαγανδίζουν ανοιχτά τις θέσεις της αλλά και να κάνουν «ακτιβισμό» ως ένδειξη αλληλεγγύης, κάθε φορά που το αντιφασιστικό κίνημα στην Ελλάδα κινούταν εναντίον τους. Στην ταινία παρουσιάζονται αναλυτικά αυτές οι σχέσεις και νομίζω ότι μέσα από τις εικόνες θα μπορέσει κανείς να δει πιο καθαρά το τι συμβαίνει.

Έχεις δηλώσει ότι η ιδέα του ντοκιμαντέρ προέκυψε τον Γενάρη του 2013, όταν έφτασε στο Βερολίνο η πληροφορία, ότι οι Χρυσαυγίτες προσπάθησαν να δημιουργήσουν πυρήνα στη Νυρεμβέργη… Αυτή ήταν όντως για σένα η αφορμή;

Αυτή ήταν όντως η αφορμή για μένα. Προφανώς και δεν αποτελεί την αιτία, γιατί αυτό θα σήμαινε αυτόματα πως αντιληφθήκαμε την ύπαρξη του ναζιστικού προβλήματος πολύ πολύ καθυστερημένα, κάτι που δεν ισχύει. Η ταινία αυτή δεν ξεκίνησε έπειτα από προγραμματισμό και έρευνα όπως γίνεται συνήθως, αλλά κάπως άναρχα, καθοδηγούμενη από το ένστικτο και το συναίσθημα. Και μέσα σε όλα αυτά τα συναισθήματα οργής και απέχθειας για τη ναζιστική παλινδρόμηση, η συγκεκριμένη στιγμή ήταν απλά αυτή που μας «όπλισε» με την κάμερα. Την οργάνωση της Χ.Α την γνωρίζω από τις αρχές του ’90, και η αιτία, αν θέλεις, για την μετέπειτα δημιουργία του ντοκιμαντέρ, είναι πρώτη φορά που διάβασα τα εμετικά κείμενά τους.

Πόσο καιρό δούλεψες πάνω σε αυτό το project και ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή;

Θα ήθελα να πω, πως πίσω από το project υπάρχει μια μεγάλη ομάδα κινηματογραφιστών από Βερολίνο και Αθήνα, και με κάποιους από αυτούς αρχίσαμε και τελειώσαμε το project μαζί. Κατά συνέπεια, μοιραστήκαμε όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα, αλλά και τη χαρά μας, όταν καταφέρναμε να ξεπεράσουμε κάποιο εμπόδιο. Αυτοί είναι o Demian v. Prittwitz στην διεύθυνση φωτογραφίας, η Ελίνα Φωτεινού η βοηθός σκηνοθέτις, η Lydia Antonova στο μοντάζ, ο Κώστας Κουτελιδάκης στον ήχο και η Μαίρη Δασκαλούλη στην οργάνωση παραγωγής. Αυτή η προσπάθεια μας πήρε πάνω – κάτω δύο χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτών των δύο χρόνων, υπήρξαν πολλές δύσκολες στιγμές, και η κάθε μία την δεδομένη φάση είχε τη σημασία της.

Νομίζω από τις πιο αξέχαστες, είναι η στιγμή που μάθαμε για την δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Τα συναισθήματα οργής που ένιωσα τότε, ήταν τόσο δυνατά, που κατά κάποιο τρόπο αποπροσανατολίστηκα και δεν ήξερα ποιον ρόλο πρέπει να υιοθετήσω: Αυτόν της κινηματογραφίστριας, που έχει αναλάβει την «ευθύνη» της καταγραφής αυτών των στιγμών ως ένα δυνατό αντιφασιστικό όπλο, ή αυτόν του αγανακτισμένου και προδομένου ανθρώπου που θέλει να φωνάξει, να σπάσει, να κάψει, να κάνει τα πάντα προκειμένου να διεκδικηθούν τα αυτονόητα και να αποδοθεί δικαιοσύνη. Ίσως η πιο δύσκολη στιγμή για τον ντοκιμαντερίστα είναι όταν πρέπει να αποφασίσει μέσα σε δευτερόλεπτα, ποια θα είναι η επόμενη κίνηση. Και ακόμα πιο δύσκολη, γίνεται αυτή η στιγμή, όταν η λογική «κονταροχτυπιέται» με το συναίσθημα. Αυτό που με έκανε τελικά να αποφασίσω να βγω στον δρόμο ως κινηματογραφίστρια, ήταν η σκέψη πως μπορεί κάποτε, κάποιοι να «ξεχάσουν» τι έγινε σήμερα και δεν ήθελα να το επιτρέψουμε αυτό.

Θεωρείς ότι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν η κορωνίδα όλης αυτής της φασιστικής συμπεριφοράς; Πώς διαχειρίστηκες την είδηση και την ενέταξες στο «Burning from the inside»;

Η δολοφονία του Παύλου –που πρέπει να θυμίζουμε συνέχεια πως δεν ήταν η πρώτη – αποδεικνύει για άλλη μια φορά την υποχθόνια στήριξη της ΧΑ από την κυβέρνηση Σαμαρά. Φαίνεται ότι είχαν τόσο μεγάλες πλάτες πίσω τους, που δεν δίστασαν να δολοφονήσουν έναν άνθρωπο απροκάλυπτα μέσα στη μέση του δρόμου, μπροστά σε μάρτυρες και μόνο λίγα μέτρα από την αστυνομία που έκανε πως δεν έβλεπε. Ο Ρουπακιάς και η παρέα του, πίστευαν ότι οι δρόμοι «τους ανήκουν», και σίγουρα το δικαίωμα αυτό, από κάπου το πήρανε. Αυτό που δεν υπολόγισαν οι δολοφόνοι, ήταν ότι αυτό δεν θα πέρναγε έτσι από τον κόσμο και από το αντιφασιστικό κίνημα. Η έπαρσή τους ήταν τέτοια, που νόμιζαν ότι πραγματικά θα γλίτωναν. Και βεβαίως, οι εικασίες τους δεν ήταν στηριγμένες στο πουθενά, γιατί 1,5 χρόνο αργότερα, βλέπουμε ότι οι φασιστικοί θύλακες είναι τόσο καλά απορροφημένοι στην κρατική αλλά και δικαστική εξουσία, που ακόμα συζητάμε πως και αν θα τους τιμωρήσουμε. Και για να επιστρέψω στην είδηση της δολοφονίας και την ένταξή της στην ταινία, θα πρέπει να πω πως άλλαξε τα πάντα.
Η είδηση της δολοφονίας του Παύλου και αυτό που ακολούθησε, άλλαξε όλη την αφηγηματική δομή του ντοκιμαντέρ, άλλαξε το κεντρικό του θέμα, που δεν ήταν πλέον η αποκάλυψη της Χ.Α αλλά ο εκφασισμός μιας ολόκληρης κοινωνίας, και άλλαξε ακόμα και εμένα. Εκμηδένισε όλους τους φόβους και τις ανησυχίες μου για όλες τις δυσκολίες και με έκανε πιο δυνατή. Με έκανε αν θέλεις, να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλο «μέτωπο» έχω ανοίξει με τους φασίστες και πόσο σημαντικό ήταν αυτό που προσπαθούσαμε να κάνουμε.

Πιστεύεις ότι το θέμα του φασισμού είναι κάτι που γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια ή προϋπήρχε απλά δεν θέλαμε να το δούμε;

Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά την ελληνική ιστορία, κανονικά δεν θα πρέπει να εκπλαγεί με την εξάπλωση του φασισμού. Η ύπαρξη φασιστικών ομάδων στην Ελλάδα υπήρχε ακόμα και μετά την λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Ας μην ξεχνάμε πως πριν από τον πόλεμο είχαμε την δικτατορία Μεταξά, και πως την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από τα ελληνικά εδάφη, την συνόδευσαν οικειοθελώς και 10.000 Έλληνες. Τριάντα χρόνια αργότερα έρχεται η δικτατορία του Παπαδόπουλου ενώ είκοσι χρόνια μετά ενδυναμώνεται το ΛΑΟΣ και ου το καθεξής. Ε, νομίζω πως δεν πρέπει να πέφτουμε από τα σύννεφα! Το θέμα είναι ότι τα στοιχεία ήταν εκεί, αλλά δεν πάρθηκαν μέτρα.
Έτσι φτάσαμε ξαφνικά να βλέπουμε την Χρυσή Αυγή στη βουλή και να αναρωτιόμαστε από που ξεφύτρωσαν.Εν πάση περίπτωση, οι διάφορες φασιστικές ομάδες είτε ήταν ενσωματωμένες στα κόμματα εξουσίας είτε δρούσαν παρακρατικά και μυστικά, περιμένοντας την σωστή στιγμή για να αναδυθούν. Όλο το πολιτικό παιχνίδι γύρω από την οικονομική κρίση, άνοιξε τον δρόμο στην Χρυσή Αυγή, πάντα με την απροκάλυπτη στήριξη του Σαμαρά. Τα στοιχεία υπάρχουν, και είναι ευθύνη του καθενός από εμάς να γνωρίζει τι συμβαίνει, γιατί η κάθε επιλογή που κάνουμε, κατά κάποιο τρόπο δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά επηρεάζει το γενικότερο σύνολο.

Στόχος του ντοκιμαντέρ είναι μόνο η καταγραφή των γεγονότων ή και αφύπνιση του κόσμου σε Ελλάδα και Γερμανία;

Νομίζω ότι «απλή καταγραφή» γεγονότων που αφορούν σε δολοφονίες και μαζική κακοποίηση ανθρώπων, δεν υφίσταται. Προφανώς και παίρνουμε σαφή θέση και βέβαια εξυπηρετούμε έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Από την μία, την αφύπνιση αυτών που «κοιμούνται» και κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν και από την άλλη, την ανάδειξη του έργου αυτών που αγωνίζονται, πολλές φορές με κίνδυνο της ζωής τους. Προσπαθούμε να δείξουμε διάφορες μορφές πολιτικού και κοινωνικού αγώνα, με την ελπίδα να μπορέσει ο καθένας να βρει, μια θέση για τον εαυτό του.

Φοβήθηκες κατά τη διάρκεια της έρευνάς σου; Σκέφτηκες να εγκαταλείψεις το θέμα;

O φόβος είναι ένα συναίσθημα που υποδουλώνει τον άνθρωπο και γι’ αυτό δεν μου αρέσει καθόλου. Προσπαθώ να τον διαχειρίζομαι και να τον κοιτάω στα μάτια, ώστε να μην γίνεται «κύριος» των πράξεων και των συναισθημάτων μου. Κάπως έτσι προσπάθησα να λειτουργήσω καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας. Προφανώς και υπήρξαν στιγμές που φοβήθηκα, κάποιες μάλιστα πολύ, δεν θα έφταναν όμως ούτε χίλιες ακόμα από αυτές τις στιγμές, για να με κάνουν να εγκαταλείψω. Ο πραγματικός μου φόβος αν θέλεις, είναι να ξαναζήσουμε ένα τρίτο Ράιχ. Αυτό με τρομάζει πραγματικά και θα έκανα ό,τι μπορώ για να το αποτρέψω.


Οι Έλληνες μετανάστες στη Γερμανία πώς αντιμετωπίζουν το θέμα Χρυσή Αυγή και γενικότερα το θέμα ναζισμός;

Σε γενικές γραμμές, η διασπορά είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Υπάρχουν εκείνοι που αγωνίζονται ενεργά όπως κάποιοι που παρουσιάζονται στην ταινία, αυτοί που είναι αδιάφοροι και ανίδεοι νομίζοντας πως η Ναζιστική απειλή είναι πολύ μακριά από την δική τους πόρτα, και αυτοί που είναι εθνικιστές και νομίζουν πως μέσα από ομάδες τύπου Χ.Α θα καταφέρουν να καλύψουν την προσωπική τους κοινωνική ανεπάρκεια και τα προσωπικά τους απωθημένα.

Πώς εξηγείς το γεγονός ότι αν και προφυλακισμένοι αρχηγός και βουλευτές της Χρυσής Αυγής, κατάφεραν να κερδίσουν την ψήφο αρκετών Ελλήνων να μπουν εκ νέου στη Βουλή και μάλιστα με μεγάλο ποσοστό; Τελικά πρόκειται για μια καθεστηκυία κατάσταση, με την οποία πρέπει να ζήσουμε με αυτήν ή τελικά κάποια στιγμή θα βρεθεί τρόπος για απομόνωσή της;

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει στην Ελλάδα ένα ποσοστό ψηφοφόρων που ιδεολογικά ενστερνίζονται τον ναζισμό. Αυτό πλέον, είναι δεδομένο βάση των στοιχείων. Ο μύθος του «παραπληροφορημένου ψηφοφόρου» έχει καταρρεύσει προ πολλού. Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε επίσης, για να καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο, είναι ότι ο φασισμός δεν γεννήθηκε στην κρίση και δεν θα πεθάνει με την έξοδο από αυτήν. Πρέπει κατά συνέπεια να παρθούν συγκεκριμένα μέτρα που να μην αντιμετωπίζουν την Χρυσή Αυγή και τα παράγωγα της ως ευκαιριακά φαινόμενα που θα εξαφανιστούν μόλις ο Έλληνας και η Ελληνίδα ξαναβρούν την οικονομική τους «κανονικότητα». Όσον αφορά την ιδέα «μιας κατάστασης με την οποία πρέπει να ζήσουμε», δεν θα μπορούσα να διαφωνώ περισσότερο. Η ίδια η φράση υπονοεί μια κατάστασης «υποδούλωσης», τόσο συνειδησιακής όσο και πολιτικής. Για μένα, πρέπει να πολεμάμε και να αγωνιζόμαστε τόσο για αυτά που δεν μας αρέσουν σε προσωπικό επίπεδο, όσο και γι’ αυτά που «μολύνουν» τον κόσμο μας, ακόμα και αν οι συνέπειές τους δεν μας ακουμπάνε άμεσα. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ζήσουμε με τίποτα από όλα αυτά που δεν μας αρέσουν. Απλά, το αυτονόητο σε αυτόν τον κόσμο, δεν είναι δεδομένο. Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε πάντα σε εγρήγορση.

Τις προσδοκίες έχεις για το ντοκιμαντέρ σου; Μέχρι πού θα ήθελες να φτάσει;

Θα ήθελα να γυρίσει τον κόσμο και να διεισδύσει σε όσα περισσότερα σπίτια και σχολεία γίνεται. Θα ήθελα να το δουν Ασιάτες και Αφρικανοί για να έχουν την αληθινή εικόνα για το τι γίνεται στην Ευρώπη και όχι αυτή που τους σερβίρουν οι δουλέμποροί τους, μανάδες και πατεράδες για να αναρωτηθούν τι ήθη και αξίες μεταδίδουν στα παιδιά τους, αλλά και πολλοί νέοι άνθρωποι γιατί αυτοί είναι η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Εύχομαι να κάνει το ταξίδι του και τον κύκλο του, και να αποτελέσει στο μέλλον, μια αληθινή και έντιμη ματιά στο τι έγινε σήμερα….

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here