Mommy: Μια αυθεντική γιορτή αρχέγονου συναισθήματος

Mommy

Σκηνοθεσία: Xavier Dolan

Ηθοποιοί: Anne Dorval, Antoine-Olivier Pilon, Suzanne Clément

 

Μόλις στα 25 του χρόνια, ο Καναδός σκηνοθέτης Ξαβιέ Ντολάν, ήδη στην πέμπτη του μεγάλου μήκους δημιουργία, μπορεί επίσημα να καυχιέται ότι είναι ο νεότερος κινηματογραφιστής με πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών (1 χρόνο νεότερος από τον Στίβεν Σόντεμπεργκ, νικητή το 1989 με το “Σεξ, ψέματα και βιντεοκασέτες”). Η νέα του ταινία έρχεται με ορμή και συνθλίβεται στα βράχια, οδηγεί και οδηγείται στον γκρεμό, την ώρα που ο ίδιος φαίνεται να το απολαμβάνει. Διαδραματιζόμενη σε έναν φανταστικό Καναδά (που τελικά πολύ φανταστικός δεν είναι) αφηγείται όσο πιο αριστοτεχνικά γίνεται μια ιστορία αφοσίωσης, αλληλοσυμπλήρωσης, εκρηκτικής βιας, αλλά και θλιβερής ευαισθησίας.

Χωρίς να πρωτοτυπεί σεναριακά, το φιλμ κατορθώνει να ενσταλάξει το δικό του προσωπικό στίγμα, να αφήσει στην άκρη τις συγκαταβατικότητες και να παρουσιάσει τη φωτεινότητα του πόνου, την τρυφερή χυδαιότητα ανθρώπων που αγαπιούνται βαθιά, που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να ζουν ο ένας για τον άλλο. Ο Στιβ, η Ντιάν και στη συνέχεια η τραυματισμένη Καϊλά, συνθέτουν ένα αυτοτροφοδοτούμενο σύνολο, έναν πλανήτη που σε έλκει αργά αλλά αναπόφευκτα στην τρελή τροχιά του, που μερικές φορές σχεδόν ακουμπά τον ήλιο και καίγεται, όμως όταν κινείται φαινομενικά αργά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος, σαγηνεύει και κυρίως συγκινεί βαθιά.

Ο Ντολάν αφήνεται ολοκληρωτικά στη μαγεία της κινηματογράφησής του και με εφαλτήριο τον προαιώνιο “ερωτικό” φροϊδικό σύνδεσμο, παραδίδει ένα φιλμ λουσμένο στο χρυσό διαυγές φως. Σκηνοθετώντας με ένταση και χάνοντας επιδέξια τον έλεγχο, προκαλεί συνεχόμενους βανδαλισμούς συναισθημάτων επιχειρώντας να σκιαγραφήσει τη σχέση μιας περιθωριακής μητέρας με τον βίαιο, απροσάρμοστο και διαταραγμένο ψυχολογικά γιο της, αλλά ταυτόχρονα  και με την τραυματισμένη, αινιγματική τους γειτόνισσα.

Η πλοκή, άστατη και πολλές φορές αμεθόδευτη παραδίνεται κυριολεκτικά στους πρωταγωνιστές με τέτοιο τρόπο ώστε τα οποιαδήποτε ατοπήματά της περνούν χωρίς να γίνονται σχεδόν ποτέ αξιοπρόσεκτα. Οι τρεις βασικοί -και σχεδόν μοναδικοί- χαρακτήρες αλληλοσυμπληρώνονται δημιουργώντας μια μονίμως ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, καταφέρνοντας παράλληλα να μετατρέψουν τον υπόλοιπο “φυσιολογικό” κόσμο που τους περιβάλλει σε μια απαθή, σχεδόν κατατονική ασημαντότητα.

Ο Αντουάν-Ολιβιέ Πιλόν (ανησυχητικά όμοιος με τον Μακ Μέρφι της “Φωλιάς του κούκου”) ενσαρκώνει χωρίς μέτρο ένα ξανθό, πανέμορφο νεαρό αγόρι που αγαπάς να μισείς. Μοιάζοντας με μια ασταθή πυρηνική βόμβα εφηβικής ενέργειας εναλλάσσει εξαίσια τη διαταραγμένη βιαιότητα, το σφίξιμο των μυών του πρόσωπου και τη ιστριονική, σχεδόν αιμομικτική οικειότητα, με ξεσπάσματα παιδικότητας, τρομακτικές κορυφώσεις στοργής και αβάσταχτες συναισθηματικές εκρήξεις.

Η Αν Ντορβάλ στο ρόλο της Ντιάν (ή “Ντι”) παραδίδει ανεπιτήδευτα την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της, ενσαρκώνοντας μια μητέρα στο μεταίχμιο της κοινωνίας. Έναν χαρακτήρα με κότσια και δύναμη, έτοιμο πάντα να προσφέρει τη σκληρή και βίαιη αγκαλιά μιας πικραμένης συμφιλίωσης. Μια γυναίκα, που χωρίς τελικά να διαφέρει και πολύ από το γιο της, γέννα μια αναπάντεχη φιλία με την ντροπαλή Καϊλά (εξίσου εξαιρετική η Σουζάν Κλεμάν), η οποία αποδεικνύεται πολύ περισσότερο σημαντική απ΄ότι ο άτεχνα αδιάφορος διάλογός τους προσπαθεί μάταια να κρύψει.

75

Ίσως το πιο ευφάνταστο (σίγουρα πάντως το πιο ριψοκίνδυνο) εφεύρημα του Ντολάν είναι το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο μήκος της η ταινία είναι γυρισμένη στις ασυνήθιστες αναλογίες 1:1. Η εικόνα μοιάζει με ένα μεγάλο, τετράγωνο κουτί, σαν μια φωτογραφία τραβηγμένη από κινητό, με πλαίσια που στενεύουν, που πνίγουν, όπως εξάλλου και οι ίδιοι οι φρενήρεις διάλογοι. Οι λήψεις μοιάζουν αδιέξοδες, περιχαρακωμένες μέσα στις αυστηρές και ισόπλευρες διαστάσεις τους.

Εκεί που πια οι περιορισμένοι ορίζοντες γίνονται κλειστοφοβικό βίωμα, ξάφνου το φιλμ αρχίζει να αναπνέει. Ο Στιβ κυριολεκτικά σπρώχνει τις δυο άκρες της κάμερας, ανοίγοντας με τα χέρια του το πλαίσιο, κάνοντάς σε να βλέπεις τον ορίζοντα, να μακραίνει ο δρόμος μπροστά σου, να αλλάζουν οι διαστάσεις και οι προοπτικές. Όμοιο με βαθιά εισπνοή, αυτό το άρτια κατασκευασμένο καλλιτεχνικό τρικ, ξεδιπλώνεται με μεγαλοπρέπεια, αποτυπώνοντας αριστουργηματικά αυτό που αγωνιωδώς οι χαρακτήρες της ταινίας (μαζί τους και εμείς) αναζητούν: την ελπίδα.

Φέρνοντας στο νου για ακόμη μια φορά το σπαραξικάρδιο ληκτικό κολάζ (επενδυμένο με τους μεγαλόπρεπους ήχους του Λουντοβίκο Εϊνάουντι) εικόνων μιας άλλης ζωής, που καταρρέουν μπροστά στην πικρή και δυσοίωνη πραγματικότητα, δεν μπορείς πάρα να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι το πρόκειται για την πιο ζεστή, ανθρώπινη και λιγότερο ναρκισσιστική ταινία του εικοσιπεντάχρονου (!) κινηματογραφιστή.

Ένα δράμα απόλυτα ειλικρινές και αναζωογονητικό, χωρίς το παραμικρό ίχνος επίπλαστης ή κατασκευασμένης συναισθηματικότητας. Ισορροπώντας ανάμεσα στο στιλ (οι κινούμενες λήψεις είναι για ανθολογία) και την ουσία, ο Ντολάν κάνει ένα αποφασισμένο, μεγάλο βήμα μπροστά, εξερευνώντας την εκρηκτική δύναμη της φύσης των σχέσεων, η οποία ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει την καταπιεσμένη οργή εκείνης της απόκοσμης έλξης, που ουδέποτε θα μπορούσες να την χαρακτηρίσεις ως “βολική”. Πάνω απ΄όλα όμως, αυτο το διαταραγμένο και απαιτητικό φιλμ, συνθέτει μια βαθιά και ρωμαλέα σπουδή χαρακτήρων, απαθανατίζοντας με υπέροχη αμετροέπεια αυτό που θα μπορούσε ιδιότυπα να χαρακτηριστεί ως μια αυθεντική γιορτή ωμού και αρχέγονου συναισθήματος.

 

4/5 Αστέρια

 

Αχτσιόγλου Παναγιώτης

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here