Μερικά πράγματα δεν διορθώνονται

Της Δέσποινας Σπανούδη

Σύμφωνα με τη νέα δημοφιλή αφήγηση αφού η επιβολή ενός τρίτου μνημονίου είναι και ήταν μονόδρομος, υπάρχει τρόπος ώστε η κυβέρνηση να το διαχειριστεί από αριστερά. Υπάρχει τρόπος να πέσουν τα βάρη στις μεγάλες κερδοφόρες επιχειρήσεις, στους μεγιστάνες που φοροδιαφεύγουν και στην διαπλοκή. Και ταυτόχρονα να υποστηριχτούν σε άλλους τομείς (παιδεία, υγεία, δικαιώματα κ.λπ.) θεσμικές, φιλολαϊκές αλλαγές. Γίνεται αυτό; Επιτρέπεται από τη συμφωνία; Θα αφήσουν να ακυρώσουμε τον νεοφιλελευθερισμό έχοντας συνθηκολογήσει μαζί του;

Ας κάνουμε όμως δυό- τρία βήματα πίσω.

Εκεί που ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές και ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε τέλος στη λιτότητα και σκληρή διαπραγμάτευση. Μόνο που κανείς δεν πήρε τα μέτρα του για να μην αρχίσουν να φεύγουν τα κεφάλαια στο εξωτερικό και στα στρώματα, κανείς δεν σκέφτηκε να πάρει πίσω τον ΟΠΑΠ ή τα διόδια, ή έστω να βάλει καμιά έκτακτη εισφορά στον μεγάλο πλούτο. Εκεί δηλαδή που κανείς δεν φρόντισε να εξασφαλίσει τους υλικούς όρους για να το παλέψει με αξιώσεις.

Εκεί που μετά τις πρώτες επαφές με τις Βρυξέλλες και παρά την ολόπλευρη στήριξη και τον ενθουσιασμό της κοινωνίας, ο πρωθυπουργός γύρισε με την συμφωνία της 20ης Φλεβάρη, ισχυριζόμενος ότι χρειάζεται χρόνος για να ανασυντάξει τις δυνάμεις της κοινωνίας, λέγοντας δηλαδή ότι χρειάζεται ένα βήμα πίσω για να πάρουμε φόρα. Αν όντως ασχολήθηκε κανείς με αυτό, δεν είχε μεγάλη επιτυχία. Άλλος δρόμος δεν υποδείχτηκε και άλλη λύση δεν προετοιμάστηκε. Το μόνο που έγινε ήταν να πληρώνουμε δόσεις χωρίς να εισπράττουμε και να στραγγίζουμε τα διαθέσιμα της χώρας αδυνατίζοντας προφανώς τη διαπραγματευτική της θέση. Και να είμαστε θεατές μιας ατέρμονης διαδικασίας περιμένοντας όπως είχε εξαγγελθεί ένα νέο μνημόνιο.

Και μετά; Μετά έγινε δημοψήφισμα. Όχι στα σοβαρά, όπως μάθαμε, αλλά για να ενισχύσουμε τη διαπραγματευτική μας θέση. Την ενισχύσαμε;

Τι είναι αυτό που λοιπόν που δημιουργεί ελπίδες ότι θα αλλάξουν τα πράγματα; Ότι ο χρόνος που δεν κερδήθηκε από τον Φλεβάρη μέχρι τον Ιούνη, θα κερδηθεί με το νέο και οριστικό αυτή τη φορά μνημόνιο; Ότι θα τους ξεγελάσουμε και θα τα καταφέρουμε;

Με ποιους συμμάχους θα γίνει αυτό; Με ποιους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς; Με ποια οικονομία; Με ποια εργαλεία πολιτικής; Με ποιες δημόσιες επιχειρήσεις, ποιες δημόσιες υποδομές, ποια δημόσια περιουσία και ποιες τράπεζες; Με ποιους φορολογούμενους;

Και κυρίως με ποια Αριστερά; Την Αριστερά που θαυμάζει ηγέτες και τους ακολουθεί σε ότι και αν κάνουν, χωρίς συλλογικές αποφάσεις, χωρίς ούτε καν ενημέρωση;  Και όχι μόνο: Έχει δικαίωμα μια κυβέρνηση που ορκίστηκε στην Καισαριανή και στην Βουλή ότι «είμαστε κάθε λέξη του Συντάγματος», να ακυρώσει τη συντριπτική απόφαση ενός δημοψηφίσματος; Ότι ερμηνεία και να δίνεται εκ των υστέρων στην απάντηση, η ερώτηση ήταν συγκεκριμένη. Δεν ρώτησαν το λαό ούτε αν αγαπάει τον Τσίπρα, ούτε αν θέλει grexit. Τον ρώτησαν  αν συμφωνεί με την συγκεκριμένη συμφωνία και το 62% είπε ΌΧΙ.  Και αυτό δεν παραγράφεται όσες δημοσκοπήσεις και αν φέρουν στη συνέχεια.

Θα πρέπει να αναιρεθεί κάθε λέξη που ειπώθηκε από την ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ και μέχρι σήμερα, προκειμένου να υλοποιηθεί αυτή η συμφωνία. Ένα πρόγραμμα σκληρής λιτότητας και ακόμη σκληρότερων απορρυθμίσεων, ένα πρόγραμμα για το οποίο η κυβέρνηση δεν έχει την πολιτική εντολή και δεν το πιστεύει, ένα πρόγραμμα σκληρά αντιλαϊκό, μέσα από μια συμφωνία που απορρίφθηκε ρητά από δημοψήφισμα και που επιβλήθηκε μέσω ενός ιταμού εκβιασμού είναι ένα πρόγραμμα που δεν μπορεί να δουλέψει.

Μερικά πράγματα δεν γίνονται.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here