Η Μεγάλη Μετανάστευση των μαύρων. Η συγκομιδή και η ευλογία έναν αιώνα μετά

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Το 1963, ο γνωστός Αμερικανός μαθηματικός, μετεωρολόγος και πρωτοπόρος της θεωρίας του χάους,  Έντουαρντ Νόρτον Λόρεντζ λαμβάνοντας υπόψιν την ατμόσφαιρα της γης σε ένα εργαστήριο και μακρυά από τις κοινωνικές αναταραχές της εποχής, διατύπωσε τη θεωρία ότι η κίνηση ενός  απλού πτερυγίου  απ’ τα φτερά ενός θαλάσσιου γλάρου θα μπορούσε να ανακατευθύνει τη διαδρομή και την κατεύθυνση ενός ανεμοστρόβιλου σε μια άλλη ήπειρο, κι ακόμα ότι θα μπορούσε να αποδειχτεί αρκετή και ικανή για να αλλάξει την πορεία του καιρού για πάντα. Όταν εκατομμύρια Αφροαμερικανών έφυγαν από το Νότο αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, επαναπροσδιόρισαν την έννοια του έθνους με τρόπους που εξακολουθούν, ακόμα και έναν αιώνα μετά, να αισθάνονται και βιώνουν κατάσαρκα. Εκείνη τη στιγμή στην αμερικανική ιστορία, η αχανής χώρα είχε φτάσει σε μια καμπή του αγώνα της για φυλετική δικαιοσύνη που είχε δρομολογηθεί εδώ και δεκαετίες. Το 1963, ήταν η χρονιά της δολοφονίας του Μέντγκαρ Έβερς (Medgar Evers, 1925-1963) στο Μισισιπή. Ήταν η χρονιά  της βομβιστικής επίθεσης στη Βαπτιστική Εκκλησία της 16ης Οδού στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, μια πράξη λευκής εξτρεμιστικής τρομοκρατίας που συνέβη την Κυριακή στις 15 Σεπτεμβρίου 1963, όταν τέσσερα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν τοποθέτησαν δυναμίτιδα κάτω από τα μπροστινά σκαλοπάτια της συγκεκριμένης εκκλησίας. Ήταν τότε που ο κυβερνήτης Τζωρτζ Ουάλας (George Wallace, 1919-1998) εμποδίζει τους μαύρους μαθητές να περάσουν από στη πόρτα του Πανεπιστημίου της Αλαμπάμα. Κι ακόμα το έτος της πορείας στην Ουάσιγκτον και της ομιλίας ‘I Have a Dream’ του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, και της γνωστής ‘Επιστολής από μια φυλακή του Μπέρμιγχαμ’. Η ‘επιστολή από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ’, είναι μια ανοικτή επιστολή που γράφτηκε στις 16 Απριλίου 1963 από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Τζούνιορ. Εκεί ο μαύρος αγωνιστής υπερασπίζεται τη στρατηγική της μη βίαιης αντίστασης στον ρατσισμό. Λέει ότι οι άνθρωποι έχουν την ηθική ευθύνη να σπάσουν τους άδικους νόμους και να αναλάβουν άμεση δράση αντί να περιμένουν πάντα τη δικαιοσύνη να έρθει μέσω των δικαστηρίων. Η αδικία, έλεγε,  παντού αποτελεί απειλή για τη δικαιοσύνη. Η επιστολή, που γράφτηκε κατά τη διάρκεια της καμπάνιας του Μπέρμιγχαμ, το 1963, δημοσιεύθηκε ευρέως και έγινε ένα σημαντικό κείμενο για το Αμερικανικό Κίνημα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.  Μέχρι τότε, εκατομμύρια Αφροαμερικανών είχαν ήδη μαρτυρήσει με το σώμα τους και είχαν βιώσει και υποβληθεί σε απίστευτες ταλαιπωρίες, διώξεις  και προσβολές στον αμερικάνικο  Νότο, φεύγοντας με όποιο τρόπο κατόρθωναν  προς Βορρά και Δύση, σε αυτό που έμεινε γνωστό ως η ‘Μεγάλη Μετανάστευση’. Έφευγαν από έναν κόσμο όπου περιορίζονταν στην πιο ταπεινωτικές και υπηρετικές δουλειές, δεν πληρώνονταν καθόλου καλά, αν φυσικά τους πλήρωναν, και συχνά απείχαν από κάθε ψηφοφορία. Μεταξύ του 1880 και του 1950, τουλάχιστον ένας αφροαμερικανός την εβδομάδα λυντσαριζόταν για κάποια μόλις αντιληπτή παραβίαση της φυλετικής ιεραρχίας.

Έφευγαν σαν να προσπαθούσαν να ξεφύγουν από κάποια κατάρα,  έγραψε ο Έμμεττ Τζέι Σκοτ (Emmett  J.Scott, 1873-1957), ένας παρατηρητής των πρώτων χρόνων της μετανάστευσης. Ήταν πρόθυμοι να κάνουν σχεδόν οποιαδήποτε θυσία για να αποκτήσουν ένα εισιτήριο τραίνου και έφυγαν με σκοπό και πρόθεση να μείνουν μόνιμα εκεί μακρυά. Η μετανάστευση ξεκίνησε, όπως και οι φτερούγες ενός θαλάσσιου γλάρου, σαν ένα ρυάκι μαύρων οικογενειών που έφευγαν από τη Σέλμα της Αλαμπάμα, το χειμώνα του 1916, όταν δήλωναν στην  Chicago Defender, ότι η αντιμετώπιση που είχαν δεν δικαιολογούσε  την περαιτέρω  διαμονή τους στον καταραμένο  Νότο. Το μικρό εκείνο ρυάκι, θα εξελισσόταν στη συνέχεια σε καταρράκτη, και τελικά σε πρωτοφανή πλημμύρα κάπου επτά  εκατομμυρίων ανθρώπων που ταξίδευσαν έξω από το Νότο μέσα στις επόμενες έξι δεκαετίες, σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Επιδίωξαν  πολιτικό άσυλο μέσα στα σύνορα της χώρας τους, σε αντίθεση με τους πρόσφυγες σε άλλα μέρη του κόσμου που φεύγουν απ’ τα πάτρια εδάφη λόγω πείνας, πολέμων, λοιμού και επιδημιών.

Μέχρι εκείνη τη στιγμή και από την εποχή της άφιξής τους σε αυτές τις ακτές, η μεγάλη πλειοψηφία των Αφροαμερικανών περιοριζόταν στον Νότο, στον πυθμένα μιας φεουδαρχικής κοινωνικής τάξης, στο έλεος των δουλεμπόρων  και των απογόνων τους και των συχνά βίαιων φρουρών. Η Μεγάλη Μετανάστευση ήταν το πρώτο μεγάλο βήμα που έκανε η κοινωνική τάξη των υπηρετών, της κατώτερης κοινωνικής τάξης  του έθνους, και το σπουδαιότερο,  χωρίς να  ρωτήσουν κανένα!

 

Ο Τζον Ντόλλαρντ (John Dollard, 1900-1980) ήταν ένας Αμερικανός ψυχολόγος και κοινωνικός επιστήμονας, περισσότερο γνωστός για τις σπουδές του σχετικά με τις φυλετικές σχέσεις στην Αμερική, κι ένας σοβαρός ανθρωπολόγος που μελέτησε επισταμένα το σύστημα φυλετικής κάστας του αμερικάνικου Νότου στη δεκαετία του 1930. Πολλές φορές, είπε,  απλώς και μόνο για να πάει κάποιος πολύ μακρυά, μπορεί να κάνει τα πιο επιθετικά πράγματα, και αν τα μέσα έκφρασης της δυσαρέσκειας είναι περιορισμένα, τότε μπορεί να ασκήσει τρομακτική πίεση. Οι μαύροι πρόσφυγες δεν μπορούσαν φυσικά να ξέρουν ποιο θα ήταν το τελικό αποτέλεσμα, η κατάληξη για τους ίδιους και για τους απογόνους τους στους άγνωστους εν πολλοίς προορισμούς τους ή ποιο αποτέλεσμα θα είχε η απεγνωσμένη τους φυγή από το Νότο, σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με  εκείνη την πράξη τους, αναδιαμόρφωσαν την κοινωνική και πολιτική γεωγραφία κάθε πόλης στην οποία κατέφυγαν, όπως και σε ένα μικρότερο βαθμό εκείνη την οποία εγκατέλειψαν στις νότιες Πολιτείες.

Όταν ξεκίνησε αυτή η μεγάλη μετανάστευση, το 90% όλων των Αφροαμερικανών ζούσε στο Νότο, αλλά μετά τη λήξη της, στη δεκαετία δηλαδή του 1970, οι μισοί περίπου όλων των Αφροαμερικανών ζούσαν στο Βορρά και τη Δύση. Ένας αγροτικός λαός είχε γίνει αναγκαστικά αστικός και ένας νότιος, μαύρος,  ταλαίπωρος και εξαθλιωμένος λαός είχε εξαπλωθεί σε όλο το έθνος. Αποχωρώντας και εγκαταλείποντας τα εδάφη του Νότου, οι Αφροαμερικανοί θα συμμετάσχουν σε αγώνες για τη δημοκρατία και, με την παρουσία τους, θα αναγκάσουν τον Βορρά να δώσει προσοχή στις αδικίες που γίνονταν συνεχώς στο Νότο και στον όλο και πιο οργανωμένο αγώνα τους εναντίον όλων εκείνων  των αδικιών. Αφήνοντας τα ζεστά κλίματα και τα μέρη τους, θα άλλαζαν την πορεία της ζωής τους, καθώς  και εκείνης των παιδιών τους και θα γίνονταν πλέον γνωστοί άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, όπως για παράδειγμα ο μυθιστοριογράφος Ρίτσαρντ Ράιτ αντί του ενοικιαστή και καλλιεργητή γης,  Ρίτσαρντ Ράιτ. Ο John Coltrane, θα γίνονταν ο μεγάλος της τζαζ John Coltrane, αντί του φτωχού βιοπαλαιστή ράφτη, κι η Ζόρα Νεάλε Χέρστον μια σπουδαία προσωπικότητα αντί της υπηρέτριας. Τα παιδιά και οι απόγονοι  της Μεγάλης Μετανάστευσης θα αναδιαμορφώσουν με τον τρόπο τους τα επαγγέλματα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι ανοιχτά και προσπελάσιμα σε αυτά, από τον αθλητισμό και τη μουσική, μέχρι τη λογοτεχνία και τις τέχνες. Τα ονόματα είναι αρκετά και τρανταχτά. Miles Davis, Ralph Ellison, Toni Morrison, August Wilson, Jacob Lawrence, Diana Ross, Tupac Shakur, Prince, Michael Jackson, έτσι ενδεικτικά και αμέτρητα άλλα. Οι άνθρωποι που μετανάστευσαν στις αρχές του εικοστού αιώνα,  θα γίνονταν κάποιες δεκαετίες αργότερα, οι πρόγονοι των περισσότερων Αφροαμερικανών που γεννήθηκαν στο Βορρά και τη Δύση. Η Μεγάλη Μετανάστευση θα δημοσιοποιήσει τις φυλετικές διαφορές και τις ανισότητες που εξακολουθούσαν να πλήττουν το έθνος και που κυριαρχούν σήμερα σε πηχυαίους τίτλους εφημερίδων, από τις δολοφονίες άοπλων Αφροαμερικανών από τους αστυνομικούς, έως τον μαζικό περιορισμό στην απασχόληση, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και την εκπαίδευση. Πράγματι, δύο από τους πιο τραγικά αναγνωρίσιμους απογόνους της Μεγάλης Μετανάστευσης είναι ο Έμετ Τιλ, ένα 14χρονο αγόρι από το Σικάγο που λυντσαρίστηκε στο Μισισιπή, το 1955, και ο Ταμίρ Ράις, 12χρονο αγόρι του Κλήβελαντ που σκοτώθηκε από την αστυνομία το 2014, στην πόλη όπου κάποτε είχαν καταφύγει οι πρόγονοί του. Οι μοίρες των προαναφερθέντων θυμάτων, υπενθυμίζουν ότι οι κίνδυνοι που οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξεφύγουν δεν περιορίζονταν ούτε στον Νότο, ούτε φυσικά στο παρελθόν. Η ιστορία των Αφροαμερικανών συχνά εστιάζεται   σε δύο εποχές. Στους δυόμισι αιώνες υποδούλωσης που τελειώνουν μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και στη δραματική εποχή των διαμαρτυριών και των κινητοποιήσεων κατά τη διάρκεια του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων. Όμως, αυτή η χρονική περίοδος από το τέλος του εμφύλιου πολέμου μέχρι τις πορείες για τα πολιτικά δικαιώματα, χαρακτηρίστηκε από έναν αιώνα πολυποίκιλης και πολύπλευρης αντίστασης ενάντια στην υποταγή, στις ιδιορρυθμίες και βαναυσότητες των λευκών.

Το 1935, ένα μικρό αγόρι επιβιβάστηκε σε ένα τραίνο που κατευθυνόταν στο Βορρά, με τη γιαγιά του και την μεγάλη του  οικογένεια, μαζί με το πιάνο και τα υπόλοιπα αντικείμενα του σπιτιού, πακεταρισμένα σε ξύλινα κιβώτια, για να ξεκινήσουν το εμβληματικό ταξίδι τους από το Μισισιπή.

 

Οδηγήθηκαν στο βαγόνι με την ονομασία ‘βαγόνι Τζιμ Κρόου’, το οποίο σύμφωνα με τα επικρατούντα, βρισκόταν στο μπροστινό μέρος της αμαξοστοιχίας, το πρώτο που απορροφούσε την πρόσκρουση σε περίπτωση σύγκρουσης!  Δεν θα τους επιτρεπόταν να πάνε και να φάνε στην τραπεζαρία του τραίνου,   κι έτσι έφεραν τηγανητό κοτόπουλο και βραστά αυγά μαζί τους για να καλύψουν τις ανάγκες όλου του ταξιδιού. Το μικρό αγόρι ήταν τεσσάρων ετών και φαινόταν καθαρά ότι υπέφερε από άγχος. Είχα ακούσει στο παρελθόν τους ενήλικες να μιλάνε ότι σκοπεύουν   να φύγουν οριστικά από το αγρόκτημα τους στη φτωχή κοινότητα της Arkabutla στο Μισισιπή, και  να ξεκινήσουν μια καινούργια ζωή  στα βόρεια. Τελικά, μετά από πολλές διαβουλεύσεις,  τον πήραν μαζί τους, αλλά η παρ’ ολίγον εγκατάλειψή του τον στοίχειωσε και τον σημάδεψε έντονα ψυχολογικά. Έχασε τη μητέρα του, η οποία δεν τους ακολούθησε σε αυτό το ταξίδι, προσπαθώντας να ξαναφτιάξει τη ζωή της    μετά τη διάλυση της σχέσης της με τον πατέρα του, και δεν ήξερε κυριολεκτικά αν θα την έβλεπε ξανά. Ο παππούς του είχε ήδη προπορευτεί για το Βορρά. Ήταν ένας σκληρά εργαζόμενος και σοβαρός άντρας που κρατούσε για τον εαυτό του τις υποτιμήσεις, τις ύβρεις, την κακομεταχείριση  και τις προσβολές  που υπέφερε κάτω από το καθεστώς του Τζιμ Κρόου. Ο παππούς του ήταν αποφασισμένος να απομακρύνει την οικογένειά του από τον Νότο, και να κατευθυνθούν κάπου σ’ ένα μέρος που ονομαζόταν Μίσιγκαν. Σ’ εκείνο το ταξίδι, το μικρό αγόρι και τα ξαδέλφια, οι θείοι και οι θείες του δεν γνώριζαν αρκετά τι ήταν το Μίσιγκαν, γι’ αυτό   και τραγουδούσαν καθώς περίμεναν το τραίνο.

Κάποια στιγμή, έφτασαν  σε πιο ‘ελεύθερο’ έδαφος, αλλά ανάμεσα στους φόβους της εγκατάλειψης και το τραύμα της εκρίζωσης και της απομάκρυνσης από τη μητέρα του, το μικρό αγόρι έφτασε με σοβαρά  ψυχολογικά τραύματα. Άρχισε έτσι να μιλά όλο και λιγότερο. Στο σχολείο της Κυριακής, τα παιδιά μουρμούριζαν ειρωνικά και γελούσαν  κάθε φορά που προσπαθούσε τραυλίζοντας. Έτσι αντ’ αυτού, προτιμούσε να μιλά με τα γουρούνια, τις αγελάδες και τα κοτόπουλα στο αγρόκτημα. Το μικρό αγόρι παρέμεινε σιωπηλό για οκτώ χρόνια. Έγραφε τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που του ζητούσαν φοβούμενο ακόμη και να συστήσει τον εαυτό του σε ξένους, μέχρις ότου ένας δάσκαλος της Αγγλικής γλώσσας τον έβγαλε  απ’ τη σιωπή του, διαβάζοντας    ποίηση δυνατά στην τάξη. Ο καθηγητής πίστεψε ότι η υποχρεωτική δημόσια απαγγελία θα τον βοηθούσε να κερδίσει την αυτοπεποίθησή του και επέμεινε να απαγγέλει  ένα ποίημα στην τάξη καθημερινά.

Αυτό το αγόρι ήταν ο Τζέιμς Ερλ Τζόουνς (James Earl Jones, 1931- ). Θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, και στη συνέχεια θα έκανε επιτυχημένη καριέρα στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ο Τζόουνς έχασε τη φωνή του και τη βρήκε εξαιτίας της Μεγάλης Μετανάστευσης.

 

 

 

 

Η επιθυμία για ελευθερία, είναι, φυσικά, ανθρώπινη και καθολική. Στην Αμερική, οι σκλάβοι είχαν προσπαθήσει να ξεφύγουν από τις κακουχίες του Νότου, με τη βοήθεια του γνωστού ‘υπόγειου σιδηρόδρομου’ (Underground Railroad). Αργότερα, αφού απελευθερώθηκαν στα χαρτιά, χιλιάδες περισσότεροι, που έμειναν γνωστοί ως Exodusters, εγκατέλειψαν τη βίαια λευκή αντίδραση μετά την Ανασυγκρότηση με σύντομη μετανάστευση στο Κάνσας, το 1879. ‘Exodusters’ ήταν ένα όνομα που δόθηκε στους αφροαμερικανούς που μετανάστευσαν από τις Πολιτείες κατά μήκος του ποταμού Μισισιπή, στο Κάνσας στα τέλη του 19ου αιώνα, ως μέρος του ονομαζόμενου Exodus Movement ή Exodus του 1879. Ήταν, στην ουσία, η πρώτη γενική μετανάστευση των μαύρων μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Το κίνημα έλαβε σημαντική οργανωτική υποστήριξη από εξέχουσες προσωπικότητες, όπως τον Benjamin Singleton από το Τενεσσί και τον Henry Adams από τη Λουϊζιάνα. Τέσσερις χιλιάδες εξόριστοι περίπου έφυγαν από το Νότο για να εγκατασταθούν στο Κάνσας, την Οκλαχόμα και το Κολοράντο. Οι υπόλοιποι που παρέμειναν στο Νότο, κρατήθηκαν αιχμάλωτοι από την εικονική και καταναγκαστική δουλεία των καλλιεργητών γης και του χρέους και απομονώθηκαν από την υπόλοιπη χώρα, σε μια  εποχή κατά τη οποία δεν υπήρχε η σημερινή ανάπτυξη των αεροπορικών εταιρειών, ούτε η εύκολη διασύνδεση των Πολιτειών μεταξύ τους.

Με το άνοιγμα του εικοστού αιώνα, η αισιοδοξία της εποχής της Ανασυγκρότησης είχε μετατραπεί στον τρόμο του Τζιμ Κρόου. Έτσι οι συνηθισμένες συζητήσεις στο Νότο ήταν τι θα ήταν καλύτερο να κάνουν. Να παραμείνουν εκεί, ή να φύγουν και για που; Αυτά και πολλά άλλα πράγματα συζητούνταν ξανά και ξανά. Η πόρτα της διαφυγής άνοιξε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η αναγκαστική επιβράδυνση της μετανάστευσης από την Ευρώπη,  δημιούργησε έλλειψη εργατικού δυναμικού στο Βορρά.  Για να γεμίσουν τις κενές θέσεις εργασίας, οι εταιρείες άρχισαν να προσλαμβάνουν μαύρους νότιους για να δουλέψουν τα χαλυβουργεία, τους σιδηροδρόμους και τα εργοστάσια. Η κατάσταση όμως στο Νότο δεν ήταν καθόλου ευχάριστη με την απώλεια του φθηνού μαύρου εργατικού δυναμικού, πράγμα που σήμαινε ότι συχνά οι υπεύθυνοι προσλήψεων έπρεπε να ενεργούν μυστικά, γιατί σε αντίθετη περίπτωση αντιμετώπιζαν πρόστιμα και φυλάκιση. Όταν φυσικά διαδόθηκε το μυστικό ανάμεσα στους μαύρους νότιους, ότι δηλαδή ο Βορράς είχε ανοίξει τις πύλες του και είχε ανάγκη από εργατικά χέρια και τους δεχόταν, οι άνθρωποι άρχισαν να σχεδιάζουν τρόπους να διαφύγουν  μόνοι τους.

 

Οι νότιες αρχές προσπάθησαν, στη συνέχεια, να κρατήσουν τους Αφροαμερικανούς από να αποχωρήσουν από εκεί, με το να τους συλλαμβάνουν στις πλατφόρμες των σιδηροδρόμων ή  σκίζοντας τα εισιτήριά τους σε σκηνές αλλοφροσύνης. Με τον ένα ή με τον άλλο  τρόπο, όμως, τελικά έφυγαν. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν εγκατέλειψαν  το Νότο, ακολούθησαν τρεις κύριους παραπόταμους. Ο   πρώτος ήταν η ανατολική ακτή στη Φλώριδα, η Γεωργία, η Βόρεια και Νότια Καρολίνα,  η Βιρτζίνια στην Ουάσιγκτον, η Βαλτιμόρη, η Φιλαδέλφεια, η Νέα Υόρκη και η Βοστώνη. Ο δεύτερος ακολούθησε την κεντρική σπονδυλική στήλη της χώρας, από την Αλαμπάμα, το Μισισιπή, το Τενεσσί και το Αρκάνσας μέχρι το Σαιντ Λούις, το Σικάγο, το Κλήβελαντ, το Ντιτρόιτ και γενικώς τις μεσοδυτικές Πολιτείες, και ο τρίτος από τη Λουϊζιάνα και το Τέξας, στην Καλιφόρνια και τις δυτικές πολιτείες. Τα τραίνα και οι σιδηρόδρομοι που μετέφεραν  τους ανθρώπους γρήγορα και κρυφά, απέκτησαν ονόματα και έγιναν θρύλοι. Ίσως οι πιο διάσημοι ήταν εκείνοι που βρίσκονταν κατά μήκος του Κεντρικού Σιδηρόδρομου του Ιλινόις (Illinois Central), για τον οποίο ο Αβραάμ Λίνκολν είχε εργαστεί ως δικηγόρος πριν την εκλογή του στον Λευκό Οίκο. Το Illinois Central αποτέλεσε την κύρια διαδρομή για όσους έφευγαν από το Μισισιπή για το Σικάγο, όπως ήταν για παράδειγμα ο Μάντι Γουώτερς (Muddy Waters, 1913-1983) ο θρύλος του μπλουζ που έκανε το ταξίδι το 1943 και του οποίου η μουσική βοήθησε να καθοριστεί το είδος και να ανοίξει ο δρόμος για το  ροκ εντ ρολ, και ο Ρίτσαρντ Ράιτ (Richard Wright, 1908-1960),  γιος ενός ενοικιαστή γης σε μια μικρή πόλη του Μισισιπή, ο οποίος πήρε ένα τραίνο το 1927, σε ηλικία 19 ετών για να νιώσει αυτό που αποκάλεσε, ‘ζεστασιά των άλλων ήλιων’. Στο Σικάγο, ο Ράιτ ασχολήθηκε με το πλύσιμο πιάτων και το καθάρισμα των δρόμων, πριν καταφέρει να βρει μια εργασία στο ταχυδρομείο και ακολουθήσει  το όνειρό του ως συγγραφέας. Εκεί άρχισε να επισκέπτεται   βιβλιοθήκες, ένα δικαίωμα και ευχαρίστηση που θα ήταν αδιανόητα στην πατρίδα του,  στην Πολιτεία του  Μισισιπή. Το 1940, δημοσίευσε στη Νέα Υόρκη, το ‘Native Son’ που έτυχε εθνικής αναγνώρισης και μέσω αυτού και των άλλων έργων του έγινε ένα είδος ποιητή της Μεγάλης Μετανάστευσης.

Η Ζόρα Νεάλε Χέρστον (Zora Neale Hurston, 1891-1960) από την Αλαμπάμα του Μισισιπή, έφτασε στο Βορρά μέσω  της Ανατολικής Ακτής από τη Φλόριντα. Είχε μεγαλώσει στην πανέμορφη πόλη του Eatonville, νεότερη κόρη ενός απαιτητικού. Αφού πέθανε η μητέρα της, όταν ήταν δεκατριών ετών, η Χέρστον μεγάλωσε ανάμεσα στα αδέλφια και τους γείτονες έως ότου προσλήφθηκε ως υπηρέτρια   σε θεατρικό συγκρότημα που την πήγε στο βορρά  και άρχισε  τη ζωή της στη Βαλτιμόρη, το 1917. Από εκεί πήγε στο   Πανεπιστήμιο Χάουαρντ της Ουάσιγκτον, όπου είδε την πρώτη της ιστορία που δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Stylus, ενώ παράλληλα δούλευε σε παράξενες δουλειές ως σερβιτόρα, καμαριέρα και μανικιουρίστα. Συνέχισε στη Νέα Υόρκη το 1925, χωρίς λεφτά.  Εκεί θα γινόταν  ο πρώτος μαύρος φοιτητής που θα αποφοιτούσε από το κολέγιο Μπάρναρντ. Εξειδικεύτηκε στην αγγλική γλώσσα και μελέτησε την ανθρωπολογία, χωρίς να παραπονεθεί για τίποτα, αν και της απαγόρευσαν να μείνει στους κοιτώνες. Έφτασε στη Νέα Υόρκη όταν η Αναγέννηση του Χάρλεμ, μια καλλιτεχνική και πολιτιστική ανθοφορία στα πρώτα χρόνια της Μεγάλης Μετανάστευσης, βρισκόταν σε πλήρη άνθιση.

Η εισροή μεταναστών στην περιοχή της Νέας Υόρκης θα επεκταθεί πολύ πέρα ​​από την αναγέννηση του Χάρλεμ και θα προσελκύσει τους γονείς ή τους παππούδες     πολλών άλλων, όπως της  Έλλα Φιτζέραλντ (Ella Fitzgerald, 1917-1996) από τη Βιρτζίνια, της Σάρα Βόγκαν (Sarah Vaughan, 1924-1990), της Γουίτνεϊ Χιούστον (Whitney Houston, 1963-2012), και τόσων άλλων. Η μητέρα του εξαιρετικού ζωγράφου Τζέικομπ Λώρενς (1917-2000), εγκαταστάθηκε επίσης στη Νέα Υόρκη, μετά από ένα ταξίδι από τη Βιρτζίνια στο Ατλάντικ Σίτυ και στη συνέχεια στο Χάρλεμ. Μόλις έφτασε εκεί, για να κρατήσει τον έφηβο γιό της   ασφαλή από τους κινδύνους των δρόμων,  τον έβαλε σπουδαστή σε ένα πρόγραμμα τέχνης, ένα σχολείο που θα καθόριζε με έντονο τρόπο την πορεία της ζωής του. Ο Τζέικομπ Λώρενς,   θα   δημιουργούσε αργότερα  τη γνωστή σειρά έργων  ‘The Migration Series’, μια σειρά εξήντα  λαμπερά χρωματισμένων πάνελ. Οι πίνακες αυτοί, θα γίνονταν όχι μόνο οι πιο γνωστές εικόνες της Μεγάλης Μετανάστευσης, αλλά θα εύρισκαν τη θέση τους μεταξύ των πιο αναγνωρίσιμων εικόνων των Αφροαμερικανών τον εικοστό αιώνα. Όμως, καθ’ όλη τη διάρκεια της μετανάστευσης, οπουδήποτε πήγαιναν οι μαύροι νότιοι, η εχθρότητα και οι ιεραρχίες που τροφοδοτούσαν το νότιο σύστημα κάστας φαινόταν να μεταφέρονται στους σταθμούς υποδοχής στο Νέο Κόσμο, καθώς οι πόλεις του Βόρειων και Δυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ, έθεταν εμπόδια στην μαύρη κινητικότητα. Υπήρχαν αρκετές πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα που απαγόρευαν την κυκλοφορία των   Αφροαμερικανών  το βράδυ. Στο Όρεγκον, για παράδειγμα, απαγορευόταν στους μαύρους να εισέλθουν στην Πολιτεία μέχρι το 1926.

Ακόμα και στους τόπους όπου τους επιτρεπόταν, οι μαύροι είχαν υποβιβαστεί στις χαμηλότερες αμοιβές και τις πιο επικίνδυνες θέσεις εργασίας, οι οποίες απαγορεύονταν από πολλά συνδικάτα και, σε ορισμένες επιχειρήσεις, προσλαμβάνονταν μόνο για να διαλύουν τις απεργίες, οι οποίες χρησίμευαν για την περαιτέρω διάσπαση των μαύρων εργαζομένων από τους λευκούς. Κι ακόμα έμεναν στις πιο ερειπωμένες κατοικίες και στα λιγότερο επιθυμητά τμήματα των πόλεων στις οποίες κατέφυγαν. Σε πυκνοκατοικημένους προορισμούς, όπως το Πίτσμπουργκ και το Χάρλεμ, η στέγαση ήταν τόσο περιορισμένη ώστε κάποιοι μαύροι εργάτες έπρεπε να μοιράζονται το ίδιο μονό κρεβάτι σε βάρδιες. Όταν οι Αφροαμερικανοί επιχείρησαν να μεταφέρουν τις οικογένειές τους σε ευνοϊκότερες συνθήκες, αντιμετώπισαν μια περίεργη σκλήρυνση της πολιτικής    και μιας σειράς μέτρων που αποσκοπούσαν αποκλειστικά στη διατήρηση του φυλετικού αποκλεισμού. Περιοριστικές διατάξεις, οι οποίες εισήχθησαν ως απάντηση στην εισροή μαύρων ανθρώπων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Μετανάστευσης, ήταν ρήτρες που απαγόρευαν στους Αφροαμερικανούς να αγοράζουν, να μισθώνουν ή να ζουν σε ακίνητα σε λευκές γειτονιές, εκτός αν εργάζονταν εκεί ως  υπηρέτες. Ταυτόχρονα, ήταν σχεδόν κόκκινη γραμμή η ομοσπονδιακή πολιτική στέγασης, η οποία δεν ενέκρινε στεγαστικά δάνεια σε περιοχές όπου ζούσαν μαύροι. Αυτές οι πολιτικές έγιναν οι πυλώνες ενός οικιστικού συστήματος καστών στο Βορρά που σκλήρυνε τον φυλετικό διαχωρισμό και την ανισότητα του πλούτου για γενιές, αρνούμενος στους Αφροαμερικανούς την ευκαιρία που είχαν οι άλλοι Αμερικανοί να βελτιώσουν την τύχη τους.

Από μια τέτοια αναταραχή προέκυψε μια πολιτική συνείδηση σε έναν λαό που είχε αποκλειστεί από την αστική ζωή για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του.  Τα δυσαρεστημένα παιδιά της Μεγάλης Μετανάστευσης, τώρα  μιλούσαν ευκολότερα για τις επιδεινούμενες συνθήκες διαβίωσής τους. Μεταξύ αυτών ήταν ο Μάλκολμ Χ, που γεννήθηκε στα 1925 στην Ομάχα της Νεμπράσκα. Ο πατέρας του, ήταν ένας δραστήριος ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών και θεωρείται ότι σκοτώθηκε από τον ρατσιστικό οργανισμό Black Legion όταν ήταν νέος, ενώ τουλάχιστον ένας από τους θείους του λυντσαρίστηκε. Ο βίαιος και μυστηριώδης θάνατος του πατέρα του,  έριξε την οικογένεια σε φτώχεια και την εξαθλίωση. Η συνέχεια για την ιστορία του, είναι σε όλους γνωστή.

Ίσως λίγοι από τους συμμετέχοντες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,  στην Μεγάλη Μετανάστευση, είχαν τόσο βαθύ αντίκτυπο στον ακτιβισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς να κερδίσουν την ανάλογη αναγνώριση, όσο η Έλλα Μπέικερ (Ella Baker, 1903-1986).    Γεννήθηκε το 1903 στο Νόρφολκ της Βιρτζίνια, από αφοσιωμένους και φιλόδοξους γονείς και μεγάλωσε στη Βόρεια Καρολίνα. Μετά την αποφοίτησή της από το Πανεπιστήμιο Shaw, στο Raleigh, έφυγε για τη Νέα Υόρκη το 1927.  Εκεί εργάστηκε ως σερβιτόρα, σε εργοστάσιο και άλλες δουλειές πριν ενεργοποιηθεί στο NAACP. Αργότερα έγινε δυναμικό στέλεχος του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, δουλεύοντας παράλληλα με τους Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, και  Γουίλιαμ Έντουαρντ Μπέργκχαρντ ντι Μπουά  (W.E.B. DuBois, 1868-1963), μεταξύ των άλλων. Βοήθησε στη δημιουργία ενός δικτύου φοιτητών που διακινδύνευσαν τη ζωή τους σε διαμαρτυρίες, ενώ κατηύθυνε σχεδόν κάθε σημαντικό γεγονός στην εποχή των πολιτικών δικαιωμάτων, από το μποϋκοτάζ λεωφορείων στο Μοντγκόμερυ, μέχρι την πορεία στη Σέλμα. Με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι άνθρωποι της Μεγάλης Μετανάστευσης ενσωματώθηκαν στις πόλεις τους, φιλοδοξούσαν πια να παίξουν σημαίνοντα ρόλο στην αστική ζωή. Ο άντρας, χαρακτηριστικά, που θα γινόταν  ο πρώτος μαύρος δήμαρχος του Λος Άντζελες, Τομ Μπράντλεϊ  (Tom Bradley, 1917-1998) γεννήθηκε σε μια βαμβακοφυτεία στο Calvert του Τέξας, η οικογένεια του οποίου μετανάστευσε στο Λος Άντζελες όταν εκείνος ήταν επτά ετών.

 

Η ιστορία των Αφροαμερικανών   δεν μπορεί να ειπωθεί ούτε να γραφτεί, χωρίς το σημαδιακό γεγονός της Μεγάλης Μετανάστευσης. Για πολλούς από αυτούς, ο εικοστός αιώνας ήταν σε μεγάλο βαθμό η εποχή της μετανάστευσης και της πορείας μέχρις ότου κερδηθεί η ελευθερία. Η μετανάστευση ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1970, όταν ο Νότος είχε αλλάξει αρκετά ώστε οι Αφροαμερικανοί να μην βρίσκονται πλέον υπό πίεση να φύγουν και ήταν ελεύθεροι να ζήσουν οπουδήποτε επέλεγαν οι ίδιοι.  Από την εποχή εκείνη μέχρι σήμερα, τα δεδομένα γεωγραφικών απογραφών που συγκεντρώθηκαν ανά δεκαετία, έδειξαν  ότι από το 1975 ο αμερικάνικος Νότος έχει δει μια καθαρή αύξηση του πληθυσμού των Αφροαμερικανών, όπως και όλοι άλλωστε οι Αμερικανοί,  περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης και χαμηλότερο κόστος ζωής, αλλά ταυτόχρονα παρατηρήθηκε και  μια περίεργη  έκκληση της προγονικής πατρίδας τους, θεσπίζοντας αυτό που έχει ονομαστεί ‘αντίστροφη μετανάστευση’. Το φαινόμενο έχει τραβήξει την προσοχή τόσο των δημογράφων όσο και των δημοσιογράφων που επανεξετάζουν την τάση μετά από κάθε νέα απογραφή. Μία έκθεση έφτασε σε τέτοιο σημείο,  ώστε να την περιγράψει ως κυριολεκτική εκκένωση των βόρειων πόλεων από   τους Αφροαμερικανούς οι οποίοι γύρισαν πίσω στο μέρος από το οποίο οι πρόγονοί τους είχαν φύγει.  Αλλά τα δημογραφικά στοιχεία είναι πιο περίπλοκα απ’ ότι φαίνονται επιφανειακά. Ενώ, όμως,  εκατοντάδες χιλιάδες Αφροαμερικανοί έχουν φύγει από τις βόρειες πόλεις, δεν ακολούθησαν τα ίχνη των αγροκτημάτων και των οικισμών όπου ζούσαν και εργάζονταν  οι πρόγονοί τους, αλλά κατευθύνθηκαν στις μεγαλύτερες πόλεις του Νότου, όπως την Ατλάντα, το Χιούστον, και το Ντάλας, οι οποίες τώρα είναι περισσότερο κοσμοπολίτικες και έτσι μοιάζουν περισσότερο σαν τις βόρειες που εγκατέλειψαν. Πολλοί άλλοι δεν κατευθύνθηκαν προς  το Νότο, αλλά σε προάστια ή μικρότερες πόλεις στο Βορρά και τη Δύση, σε μέρη όπως το Λας Βέγκας, το Κολόμπους, το Οχάιο ή ακόμα και το Φέργκιουσον του Μιζούρι.  Και σήμερα όμως,  οι Αφροαμερικανοί όπου και να βρίσκονται, είναι εκτεθειμένοι στην αστυνομική βία, και τις συστηματικές κακοποιήσεις που απορρέουν από κυβερνητική πολιτική που περιορίζει τη δίκαιη πρόσβαση σε ασφαλείς κατοικίες και καλά σχολεία. Τα τελευταία χρόνια, ο κατάλογος βιντεοσκοπημένων επιθέσεων και δολοφονιών άοπλων μαύρων ανθρώπων, παρουσιάζει ανοδική πορεία. Έτσι, το αιώνιο ερώτημα είναι πού μπορούν να πάνε οι Αφροαμερικανοί για να ζήσουν ειρηνικά. Είναι η ίδια ερώτηση που οι πρόγονοί τους αρχικά ρώτησαν και στη συνέχεια απάντησαν, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουν ότι το σύστημα φυλετικής κάστας δεν ήταν ‘νότιο’ αλλά καθαρά ‘αμερικανικό’.

Κάπως έτσι γεννήθηκε, το 2013, το κίνημα ‘Black Lives Matter’ (BLM), ένα μεγάλο κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον των επίμονων φυλετικών διακρίσεων με τις πολλές μορφές του.  Πρόκειται για  ένα διεθνές κίνημα ακτιβιστών, που προέρχεται σαφώς από την αφροαμερικανική κοινότητα, που εκστρατεύει κατά της βίας και του συστηματικού ρατσισμού προς τους μαύρους. Το κίνημα διαμαρτύρεται τακτικά ενάντια στις αστυνομικές δολοφονίες μαύρων ανθρώπων και για κάποια ευρύτερα ζητήματα φυλετικού προφίλ, αστυνομικής βιαιότητας και φυλετικής ανισότητας στο αμερικανικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης.

 

Από μια ευρύτερη προοπτική, η Μεγάλη Μετανάστευση δεν έχει σύγχρονο γεωγραφικό ισοδύναμο επειδή δεν επρόκειτο μόνο περί γεωγραφικού θέματος.  Ήταν η οργάνωση ενός λαού, ο οποίος είχε τη ‘γεωγραφία’ ως το μόνο εργαλείο που διέθετε εκείνη την εποχή. Ήταν μια έκφραση πίστης, παρά τις τρομακτικές καταστάσεις που είχαν ζήσει, ότι η χώρα της οποίας ο πλούτος είχε δημιουργηθεί από την απλήρωτη εργασία των προγόνων τους,  θα μπορούσε επιτέλους  να κάνει κάτι και γι’ αυτούς. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, σε μερικές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια μίας μόνο γενιάς,  οι άνθρωποι της Μεγάλης Μετανάστευσης απέδειξαν ότι η κοσμοθεωρία των λευκών ήταν ένα μεγάλο ψέμα, αφού εκείνοι οι άνθρωποι πέρασαν γρήγορα από το στάδιο της αγροτικής απασχόλησης και έφτασαν σε θαυμαστά επίπεδα πολιτισμού, όπως για παράδειγμα την Αναγέννηση του Χάρλεμ. Ίσως, κατά βάθος, οι υποδουλωμένοι πάντα το γνώριζαν. Ίσως αυτός είναι ένας λόγος που δούλευαν τόσο σκληρά, σ’ ένα τόσο βίαιο σύστημα υποταγής. Η Μεγάλη Μετανάστευση, από μια άλλη άποψη,  ήταν η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Μετακίνησε όλους εκείνους που από καιρό ήταν αόρατοι, όχι μόνο έξω από το Νότο, αλλά στο φως της δημοσιότητας και της ιστορίας.

 

 

 

 

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here