Λος Άντζελες 29-4-1992: 23 χρόνια μετά η ιστορία επαναλαμβάνεται

του ΣΑΒΒΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ

Οι ταραχές στη Βαλτιμόρη, είναι το τελευταίο συμβάν σε μια μεγάλη σειρά εξεγέρσεων που πυροδοτούνται στις ΗΠΑ από περιστατικά ακραίας αστυνομικής βίας, απέναντι στην κοινότητα των αφροαμερικάνων. Αυτά τα περιστατικά προκάλεσαν συχνά σφοδρές αντιδράσεις και θύμισαν σε όλο τον κόσμο την οργή που προκαλεί η φτώχεια και η καταπίεση. Σήμερα, δύο μέρες μετά, είναι η επέτειος της πιο καταστροφικής εξέγερσης της αμερικανικής ιστορίας, η οποία ξεκίνησε ως αντίδραση στην αθώωση τεσσέρων αστυνομικών που ξυλοκόπησαν τον αφροαμερικάνο Ρόντνεϊ Κινγκ και έλαβε χώρα στις 29 Απριλίου του 1992 στο Λος Άντζελες.

Ο θάνατος του 25χρονου αφροαμερικάνου Φρέντι Γκρέι στη Βαλτιμόρη, που έχασε τη ζωή του λόγω τραυματισμών στη σπονδυλική στήλη που υπέστη όσο ήταν κρατούμενος από την αστυνομία, έρχεται σχεδόν έξι μήνες μετά την δολοφονία του Μάικλ Μπράουν στο Μιζούρι, ενός 17χρονου εφήβου που σκοτώθηκε από πυρά αστυνομικού. Ενώ ένα μήνα πριν από τον Μπράουν, ο Έρικ Γκάρνερ βρίσκεται νεκρός σε ένα πεζοδρόμιο της Νέας Υόρκης στραγγαλισμένος από αστυνομικούς που προσπαθούσαν να τον συλλάβουν χωρίς να έχει κάνει κάτι παράνομο.

Όπως και πριν έξι μήνες έτσι και τώρα,  οι εξοργισμένοι Αφροαμερικάνοι ξεχύθηκαν στους δρόμους προκαλώντας άγρια επεισόδια που είχαν ως στόχο κυρίως τις αστυνομικές δυνάμεις και τη λεηλασία μεγάλων καταστημάτων, εκφράζοντας την αγανάκτησή τους για την αδικία που υφίστανται, καθώς σε όλες τις περιπτώσεις οι αστυνομικοί είτε αθωώθηκαν είτε την γλίτωσαν με πολύ ελαφριές ποινές δεδομένου των πράξεών τους.

Η πρώτη μεγάλη εξέγερση

Οι συγκρούσεις μελών των μαύρων κοινοτήτων με την αστυνομία στις υποβαθμισμένες περιοχές των ΗΠΑ δεν είναι κάτι καινούργιο. Στις 11 Αυγούστου του 1965 η σύλληψη του Marquette Frye από αστυνομικό που τον σταμάτησε επειδή πίστευε ότι οδηγούσε υπό την επίρροια αλκοόλ, προκάλεσε την εξέγερση των κατοίκων του Watts, μιας συνοικίας του Los Angeles, οι οποίοι ήταν θύματα ρατσιστικών διακρίσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μετά από τρεις ημέρες συγκρούσεων και λεηλασίας, οι εξεγερμένοι πήραν τα όπλα από τα γύρω οπλοπωλεία και άνοιξαν πυρ ακόμα και εναντίων των ελικοπτέρων της αστυνομίας, αναγκάζοντας την επιστράτευση χιλιάδων στρατιωτών και αστυνομικών που ρίχτηκαν στις οδομαχίες με σκοπό να καταστείλουν την εξέγερση. 

Το τότε και τώρα.

Εάν θέλουμε όμως να αναλογιστούμε το τι συμβαίνει σήμερα κοιτώντας την ιστορία, πρέπει να πάμε στο Λος Άντζελες του 1992, όπου έλαβε χώρα η πιο μεγάλη και βίαιη εξέγερση μαύρων κοινοτήτων μέχρι σήμερα.

Στις 13 Μαρτίου 1991 τέσσερις αστυνομικοί του Λος Άντζελες σταματούν τον Ρόντενεϊ Κινγκ για υπερβολική ταχύτητα και έπειτα από καταδίωξη τον απομακρύνουν βίαια από το αυτοκίνητό του και τον ακινητοποιούν, χτυπώντας τον με γκλομπ χωρίς έλεος, ενώ φαινόταν ότι δεν πρόβαλε αντίσταση και ήταν αδύνατον να διαφύγει. Οι αστυνομικοί συλλαμβάνονται για χρήση υπερβολικής βίας, ενώ ο Κινγκ κατηγορείται για αντίσταση και χρήση ναρκωτικών, κάτι όμως που δεν αποδείχθηκε ποτέ. 

Έναν χρόνο αργότερα, στις 29 Απριλίου του 1992 οι τέσσερις αστυνομικοί που συμμετείχαν στον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κινγκ αθωώνονται, και η πόλη παραδίδεται στις φλόγες και τις λεηλασίες των εξεγερμένων. Με τις δυνάμεις καταστολής ανήμπορες να διαχειριστούν την πρωτόγνωρη για τα αμερικανικά δεδομένα κατάσταση, το Λος Άντζελες γίνεται το επίκεντρο των τηλεοπτικών δεκτών όλου του κόσμου που παρακολουθεί έναν εμφύλιο που μαίνονταν για έξι συνεχόμενες μέρες.  Τότε όπως και τώρα στη Βαλτιμόρη, οι αρχές επιστράτευσαν πολλές διαφορετικές μονάδες ενόπλων δυνάμεων συμπεριλαμβανομένης της εθνοφρουράς και του στρατού, έτσι ώστε να κατασταλεί η εξέγερση. Έχοντας ως αποτέλεσμα 53 νεκρούς, πάνω από 2.000 τραυματίες, πάνω από 11.000 συλλήψεις και συνολική ζημιά που υπολογίζεται πάνω από το ένα δισεκατομμύριο δολάρια, τα επεισόδια του Λος Άντζελες, μένουν την ιστορία ως τα πιο καταστροφικά που έγιναν ποτέ.

Η ιστορία μας δίνει πολλά διαφορετικά περιστατικά που έχουν όμως το ίδιο μοτίβο. Η αμερικανική αστυνομία καταστέλει με υπερβάλλοντα ζήλο μέλη της ποιο καταπιεσμένης και αδικημένης κοινωνικής ομάδας των ΗΠΑ: τους Αφροαμερικάνους. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο φυλετικό, -αν και ο ρατσισμός των αστυνομικών είναι ξεκάθαρος σε πολλές περιπτώσεις- το αίτια που προκαλούν μια τέτοιου μεγέθους κοινωνική έκρηξη ξεκινάν να εκφράζονται στην επιφάνεια αλλά προέρχονται από την καρδιά του κοινωνικού ιστού: τον ταξικό διαχωρισμό.

Τα στοιχεία δείχνουν πως το πλήθος των εξεγερμένων δεν ήταν απλώς άνθρωποι με σκούρο χρώμα δέρματος, ήταν και κάτοικοι τον πιο υποβαθμισμένων περιοχών της Αμερικής, ριγμένοι στην εξαθλίωση, αναγκασμένοι να ζούνε από την πρόνοια ή το εμπόριο ναρκωτικών, έχοντας ελάχιστες εναλλακτικές για την επιβίωσή τους. Από την άλλη σε άλλες φυλές-τάξεις δινόταν η δυνατότητα να κοιτάξουν το American Dream, έστω και από μακριά, διεκδικώντας μια δυνατότητα ανέλιξης στο αμερικάνικο καπιταλιστικό σύστημα και στην ταξική πυραμίδα.

Οι μαρτυρίες που δηλώνουν πως ο κόσμος έπαιρνε τα απολύτως απαραίτητα όπως πάνες, κονσέρβες, γάλα, βούτυρο και όπλα(λογικό εφόσον η πόλη βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση), επιβεβαιώνουν τα παραπάνω. «Ντρέπομαι λίγο αλλά αν δεν πάρουμε τα τρόφιμα τώρα, τι θα ταΐσουμε τα παιδιά μας; Πότε θα μπορέσουμε να πάρουμε ξανά φαγητό;» δηλώνει μια γυναίκα από το πλήθος.

LA LOOT
Ομάδα ατόμων βγαίνει με σακούλες γεμάτες παπούτσια από το κατάστημα Payless Shoesource

 

Εξίσου σημαντικό ρόλο δεν παίζει μόνο η σύσταση των διαδηλωτών, αλλά και η σύσταση του σώματος των αστυνομικών, το οποίο απαρτίζεται από λευκούς κατά 90% ενώ τα θύματά της βίας τους είναι κυρίως μαύροι και Λατίνοι. Επίσης, το Λος Άντζελες είναι η πιο στρατιωτικοποιημένη πόλη των ΗΠΑ και η αστυνομικοί της έχουν τη φήμη για μια φασιστική συμπεριφορά εδώ και πολλά χρόνια.

Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία λοιπόν, τα γεγονότα του 1992, δεν φαίνονται και τόσο απρόσμενα, μάλλον το εντελώς αντίθετο.

Το soundtrack της εξέγερσης.

Μετά την ανακοίνωση της αθωωτικής απόφασης του δικαστηρίου το βράδυ της 29ης Απριλίου του 1992, το πλήθος άρχισε να μαζεύεται κατά χιλιάδες στις μαύρες γειτονιές του Λος Άντζελες, με τον δήμαρχο, τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου, τους θρησκευτικούς και τους μαύρους πολιτικούς ηγέτες, ακόμα και τη μητέρα του Ρόντνεϊ Κινγκ, να καλούν τον κόσμο να μείνει ψύχραιμος και να εκφράσει την οργή του μέσω του πολιτικού συστήματος. Στην αρχή τα πράγματα φαινόταν σχετικά ήρεμα και την εικόνα πλαισίωναν πάστορες που προσεύχονται και χορωδίες που τραγουδούν μαύρη μουσική.

Η κατάσταση όμως ήταν τόσο πολωμένη που δεν θα μπορούσε να έχει για μουσικό background, ένα χαρούμενο gospel μιας πολυμελούς χορωδίας. Μετά από λίγες ώρες ένα μέρος του πλήθους των συγκεντρωμένων άρχισε να εκφράζει την οργή του λεηλατώντας μαγαζιά και καταστρέφοντας αυτοκίνητα. Τότε οι ευχάριστες μελωδίες των χορωδιών σώπασαν, και στον χώρο ακουγόταν το ρυθμικό σπάσιμο βιτρίνων, το αργό καψάλισμα και οι συναγερμοί των σπασμένων καταστημάτων μαζί με το σύνθημα: «No Justice, No Peace». Εξέγερση όμως χωρίς τέχνη δεν υπάρχει και αν υπάρξει δεν κρατάει για πολύ. Στη προκειμένη περίπτωση η μουσική της ραπ έδενε τέλεια με τα συναισθήματα και τους ρυθμούς ζωής των εξεγερμένων. Από τα πολλά κλασσικά ραπ κομμάτια όμως εκείνης της εποχής ήταν ένα κομμάτι που εξέφραζε απόλυτα το οργισμένο συναίσθημα των κατοίκων των γκέτο του Λος Άντζελες, και βαρούσε στο τέρμα στα αμάξια και τα κασετόφωνα των νέων που βρισκόταν στο επεισόδια, το θρυλικό «Fuck Tha Police» των N.W.A. 

Το κομμάτι που βρισκόταν στο άλμπουμ των N.W.A: «Straight Outta Compton» που κυκλοφόρησε του 1988, ήταν το τέλειο πρελούδιο για την κοινωνική αναταραχή που θα ερχόταν τέσσερα χρόνια μετά. . Το κομμάτι μιλάει για ανοιχτή σύγκρουση με την αστυνομία, λόγω της καταπίεσης που δεχόταν οι μειονότητες μέσα στα γκέτο. Μιλάει για μια ωμή πραγματικότητα που την δεκαετία του 80 ήταν άγνωστη στον μέσο Αμερικάνο, αλλά για τους κατοίκους των γκέτο ήταν απλά η πραγματικότητα. Η σύνδεση αυτών που εξέφραζαν οι ράππερς της εποχής στα κομμάτια τους, των δύσκολων συνθηκών που ζούσαν όπως και το ότι περίμεναν αυτό το ξέσπασμα, αποτυπώνεται στο άρθρο των New York Times που δημοσιεύτηκε στις 26 Μαΐου του 1992, με τίτλο: «Rappers Say the Riots Were No Surprise To Their Listeners».

Μετά τη λήξη των επεισοδίων και το αντίκτυπό τους στην αμερικανική κοινωνία, πολλά μέλη του Hip Hop κινήματος ήταν αισιόδοξα ότι τα πράγματα θα άλλαζαν προς το καλύτερο για αυτούς και τις κοινότητες τους καθώς είδαν μια νέα δυνατότητα κοινωνικής απεύθυνσης, μέσω της μουσικής και της αυτοοργάνωσης. Χαρακτηριστική ήταν η προσπάθεια του KRS-ONE, διάσημου ράππερ και ακτιβιστή, να δημιουργήσει «ένα πρόγραμμα με 10 σημεία, που θα χρησιμοποιούνταν για να βοηθήσει την Αφρικανική νεολαία, στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, στο να παλεύει για Αφροκεντρική εκπαίδευση και στο πώς να κατανοήσει πώς να μην υποστηρίζει τον ρατσισμό.»

Τότε για πολλούς τα πράγματα μπορεί να φαινόταν πιο αισιόδοξα, κρίνοντας εκ των υστέρων όμως, μπορούμε να πούμε ότι από το 1992 ή από το 1965 δεν έχουν αλλάξει και πολλά, στην αντιμετώπιση της αστυνομίας προς τους αφροαμερικάνους. Τα περιστατικά χρήσης υπερβολικής αστυνομικής βίας, όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί αλλά έχουν αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια. 

Μια εκεχειρία εν μέσω πολέμου

Παρόλο που το ’92 η κατάσταση στους δρόμους μύριζε μπαρούτι, το μπαρούτι αυτό δεν προερχόταν από τα πυρά των αντίπαλων συμμοριών που γέμιζαν τον δρόμο με αίμα και σφαίρες συνήθως. Τότε ο εχθρός ήταν κοινός και οι δύο μεγαλύτερες συμμορίες του Λος Άντζελες, οι Bloods και οι Crips άφησαν την έχθρα χρόνων στην άκρη κάνοντας εκεχειρία και μαζί με άλλες συμμορίες λατινοαμερικάνων, εξομοιώθηκαν με το εξεγερμένο πλήθος. Το σύνθημα στους τοίχους τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας έγραφε: ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΜΕΞΙΚΑΝΟΙ, CRIPS & BLOODS, ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΖΙ, 30/4/92.

"Crips, Bloods, Mexicans Together"
Σύνθημα γραμμένο με σπρέι σε τοίχο του Λος Άντζελες

 

Η ιστορία όμως επαναλαμβάνεται και η παρουσία από μέλη των Bloods, των Crips, της Black Guerilla Family, ακόμα και του θρησκευτικού κινήματος Nation of Islam (μέλος του οποίου ήταν και ο Malcolm X), δίπλα στους διαδηλωτές της Βαλτιμόρης το 2015, μας θυμίζουν ότι οι λόγοι που ξεκίνησαν την εξέγερση του ’92 είναι ακόμα επίκαιροι. Πάντως, σύμφωνα με δηλώσεις των μελών των συμμοριών στην Daily Mail, στόχος τους είναι να επικρατήσει η ειρήνη και να προστατέψουν τους διαδηλωτές και όχι η δολοφονία αστυνομικών όπως είχε ακουστεί αρχικά.

Το γεγονός ότι υπάρχουν διαρκώς αφορμές για να επαναληφθούν τα γεγονότα του 1992 στο Λος Άντζελες, δείχνει πως κάποιοι βρίσκονται ακόμα στον ασφυκτικό κλοιό που γεννήθηκαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους, στερούμενοι τη δυνατότητα για ένα καλύτερο αύριο. Δείχνει ότι, ανεξάρτητα με το πόσο προηγμένη είναι μια κοινωνία, πίσω από την παραδεισένια βιτρίνα πάντα θα κρύβει τους κολασμένους της, στους εφιάλτες των οποίων χτίζονται τα όνειρα κάποιον άλλων. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, συνήθως αντιδρούν με τους πιο ακραίους τρόπους, αυτόν της βίας και αυτόν της τέχνης, έχοντας πολλές φορές πολύ λεπτά όρια ανάμεσα στα δύο…

Πηγές: New York Times, Daily Mail

Βιβλιογραφία: «Can’t Stop, Won’t Stop: A History of the Hip Hop Generation» του Jeff Chang

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here