Ιδεατό versus «σκληρή» πραγματικότητα

Ιδεατό versus «σκληρή» πραγματικότητα

Αντώνης Δ.  Μαγγανάς, Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας

Τις τελευταίες μέρες ειπώθηκαν πολλά για τις διαφορετικές απόψεις των συναδέλφων Νίκου  Παρασκευόπουλου και Γιάννη Πανούση όσον αφορά την τύχη του πατέρα της αδικοχαμένης μικρής Άννυ. Ο πρώτος ανέφερε ότι δεν πρέπει να ενθαρρύνουμε τις εκδικητικές και τιμωρητικές τάσεις ενώ ο δεύτερος στηριζόμενος  στους «άγραφους» νόμους μεταξύ κρατουμένων στις φυλακές  τόνισε ότι η «μοίρα αυτού του ανθρώπου είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. ‘Η θα «αυτοκτονήσει» ή θα τον σκοτώσουν οι άλλοι κρατούμενοι».

Κατά την  άποψή μου και οι δυο θέσεις είναι ορθές. Η ελληνική κοινωνία είναι, για διάφορους λόγους (έντονος φόβος του εγκλήματος, αλλαγή των κοινωνικών δεδομένων με τη μαζική είσοδο παράνομων μεταναστών, οικονομική κρίση κλπ) έντονα τιμωρητική  απέναντι στο  έγκλημα και τον εγκληματία, πράγμα που εξηγεί τις βαριές ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια. Είναι ορθό, επομένως αυτό που λέει ο Νίκος ότι δεν πρέπει  να ενθαρρύνουμε τις τάσεις εκδίκησης. Όμως αυτό αποτελεί το «ιδεατό» για τα ελληνικά (και όχι  μόνο) δεδομένα.

Από την άλλη ο Γιάννης αναφέρεται στους άγραφους νόμους των φυλακών. (Ας μην ξεχνάμε ότι στην περίπτωση της πρόσφατης «σφαγής» των δυο αλλοδαπών στις Φυλακές Κορυδαλλού είναι ο νόμος της φυλακής που επιβλήθηκε και όχι οι μηχανισμοί της Δικαιοσύνης). Είναι ερευνητικά δεδομένο αλλά και εμπειρικά τεκμηριωμένο από συνεντεύξεις με διάφορους κρατούμενους ότι  θεωρούν ως «αγκάθι» αυτούς που σκότωσαν ή κακοποίησαν παιδιά. Είναι απαράδεκτο, προσβλητικό και αδύνατο για καταδικασμένους  για κλοπές, ληστείες, διαρρήξεις, μη πληρωμή προστίμου ή εγγύησης, να «συνυπάρξουν» με κάποιον που έχει σκοτώσει ένα μικρο παιδί. Αυτή είναι η «σκληρή» και ωμή πραγματικότητα.

Όταν συζήτησα το συγκεκριμένο θέμα με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές μου αν και παραδέχθηκαν ότι έτσι είναι στην πράξη θεώρησαν ότι ο «κατηγορηματικός» τρόπος που εκφράστηκε ο Γιάννης προδιαγράφει ως σχεδόν βέβαιη αυτή την πραγματικότητα σαν να την «αποδέχεται». Μου θύμισε μια παρόμοια περίπτωση όπου σε μια άλλη τραγική είδηση ότι ο πατέρας είχε κακοποιήσει σεξουαλικά για πολλά χρόνια την ανήλικη κόρη του είχα γράψει το σχόλιο ότι η μοίρα και του δράστη και του θύματος είναι «σχεδόν» προκαθορισμένη  και ότι το θύμα ή θα καταλήξει στην  πορνεία, ή στα ναρκωτικά, ή θα παρουσιάσει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, ή μια αντικοινωνική συμπεριφορά και είχα δεχθεί σφοδρότατη κριτική από  έναν πολύ αξιόλογο σχολιαστή ότι είναι απαράδεκτο να προδιαγράφω έτσι το μέλλον ενός τέτοιου κοριτσιού σαν να το αποδέχομαι.

Του απάντησα ότι αυτή είναι η σκληρή πραγματικότητα δεδομένου μάλιστα ότι στην Ελλάδα  δεν υφίστανται οι κοινωνικές δομές που θα βοηθήσουν ένα τέτοιο  παιδί να ορθοποδήσει. Η εγκληματικότητα και οι εγκληματολογικές επιστήμες είναι «κολλημένες» σε μια «ρεαλιστικά» ωμή πραγματικότητα και για μένα προσωπικά κάθε προσπάθεια εξωραϊσμού και ωραιοποίησης της κατάστασης πρέπει να αποφεύγεται εφόσον δεν παρουσιάζει το πρόβλημα στην πραγματική του διάσταση.

Από την άλλη πλευρά ο Νίκος αναφέρεται  σε μια κατάστασή που οι περισσότεροι εγκληματολόγοι επιθυμούμε κι ελπίζουμε ότι κάποια μέρα θα πραγματοποιηθεί. Να αμβλυνθούν αφού δεν γίνεται να εξαφανιστούν οι έντονα τιμωρητικές και εκδικητικές τάσεις όλων μας απέναντι στο έγκλημα και τον εγκληματία.

Ασφαλώς και ευτυχώς παρά τις τάσεις αυτές η Πολιτεία εξακολουθεί να ψηφίζει  εναλλακτικά στον εγκλεισμό μέτρα  που λειτουργούν άψογα σε όλες τις «πολιτισμένες» χώρες. Κοινωνική εργασία, ηλεκτρονική επιτήρηση, διαμεσολάβηση μεταξύ δράστη και θύματος, αποκατάσταση.

Η Ελλάδα μάλιστα έχει το προνόμιο της αγροτικής φυλακής στη θέση του εγκλεισμού, ενός θεσμού που λειτουργεί άψογα εδώ και σχεδόν 100 χρόνια με ιδιαίτερα θετικά αποτελέσματα ως  προς την πολύ ανθρωπινότερη διαβίωση των κρατουμένων και την κοινωνική τους επανένταξη. Δυστυχώς αυτός ο θεσμός είναι πολύ λίγο γνωστός στο κοινό με αποτέλεσμα οι αγροτικές φυλακές να υπολειτουργούν,  να φθίνουν και ενίοτε να κινδυνεύει η ομαλή συνέχιση της λειτουργίας τους.

Είναι γεγονός ότι η κοινή γνώμη είναι επιφυλακτική (αν όχι φανερά αντίθετη) προς τα εναλλακτικά αυτά μέτρα που έχουν έντονο ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Ακόμη και σε προηγμένες χώρες όπως ο Καναδάς αρκετοί πολίτες δεν δέχονται εύκολα ο εγκληματίας υπό επιτήρηση (ηλεκτρονικό βραχιολάκι) να περνά τα Σαββατοκύριακα σπίτι του με τους φίλους, την τηλεόραση και το ίντερνετ. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να αρχίσει να μεταστρέφεται η κοινή γνώμη από την άκρατη τιμωρητικότητα.

Όπως πάντα είναι πρωτίστως θέμα παιδείας και πολιτισμού αλλά και σωστής ενημέρωσης του κοινού, πολύ δύσκολης να γίνει με τον έντονο ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στα πολλά Μέσα Ενημέρωσης που στηρίζουν, συχνά, την επιβίωσή τους στον εντυπωσιασμό.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here