Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Όπως είπαμε σε προηγούμενο άρθρο μας (Press Publica. 25 Φεβρουαρίου 2018), ο Ανιόλο ντι Τούρα (Agnolo di Tura), επέζησε από τον Μαύρο Θάνατο που χτύπησε αλύπητα την άτυχη πόλη της Σιένας και ακολούθως ξαναπαντρεύτηκε. Ας τον παρακολουθήσουμε καλύτερα όπως  περιγράφει ο ίδιος τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής του. Ένα χρονικό των αναπάντεχων και εν πολλοίς ανεξήγητων γεγονότων το οποίο βασιζόταν αποκλειστικά στην παρατήρηση και την άμεση προσφυγή του στα δημόσια αρχεία. Η προσωπική του επαφή με την πανούκλα κάνει το κείμενό του συνταρακτικό για τον αναγνώστη και ιδιαίτερα ενδιαφέρον από κάθε πλευρά:

Πίτερ Μπρίγκελ ο πρεσβύτερος (1525 – 1569), Ο θρίαμβος του θανάτου (περ. 1562).

 

‘Οι θάνατοι άρχισαν στη Σιένα τον Μάιο (1348). Ήταν ένα  σκληρό και φρικτό πράγμα και δεν ξέρω από πού ν’ αρχίσω να λέω γι’ αυτή τη σκληρότητα και την ανηλεή πορεία. Ήταν φανερό σε όλους ότι εάν παρατηρούσες  τον πόνο θα τρελαινόσουνα.  Και είναι αδύνατο για την ανθρώπινη γλώσσα να διηγηθεί το φοβερό αυτό θέμα. Πράγματι, αυτός που δεν είχε δει τέτοια χάλια μπορεί να ονομάζεται ευλογημένος. Και τα θύματα έχασαν τη ζωή τους σχεδόν αμέσως. Πρήζονταν κάτω από τις μασχάλες τους και τους βουβώνες και έπεφταν  νεκροί ενώ μιλούσαν. Ο πατέρας εγκατέλειπε το παιδί, η γυναίκα το σύζυγο, ο ένας αδελφός τον άλλον, γιατί  αυτή η ασθένεια  φαινόταν να μεταδίδεται μέσω της αναπνοής και της όρασης.

Και έτσι πέθαιναν.  Και κανένας δεν μπορούσε να βρει κάποιον  για να θάψει τους νεκρούς, είτε με  χρήματα ή λόγω φιλίας. Τα μέλη κάθε νοικοκυριού άφηναν τους νεκρούς τους σε ένα χαντάκι όπως μπορούσαν καλύτερα χωρίς παπά και χωρίς θεία λειτουργία. Και χωρίς να χτυπήσουν οι καμπάνες του θανάτου. Και σε πολλά μέρη της Σιένας σκάφτηκαν μεγάλοι λάκκοι όπου στοιβάζονταν πλήθος  νεκρών. Και πέθαιναν εκατοντάδες ημέρα και νύχτα, και τους πετούσαν όλους σε αυτές τις τάφρους που καλύπτονταν με χώμα. Και όσο γέμιζαν, έσκαβαν  καινούργιες.

Και εγώ, ο Ανιόλο ντι Τούρα, έθαψα τα πέντε παιδιά μου με τα ίδια μου τα χέρια. Αλλά υπήρχαν και εκείνοι που κάλυπταν τα πτώματα με τόσο λίγο χώμα,  ώστε  τα σκυλιά  έσκαβαν τους λάκκους και καταβρόχθιζαν πολλά πτώματα σε  όλη την πόλη.  Δεν υπήρχε κανένας να κλάψει για αυτούς τους θανάτους, αφού όλοι περίμεναν να πεθάνουν. Και έτσι πολλοί πέθαναν πιστεύοντας ότι ερχόταν το τέλος του κόσμου.  Και δεν υπήρχε φάρμακο, ούτε  οποιοδήποτε άλλο διαθέσιμο μέσο άμυνας.  Και οι άρχοντες επέλεξαν τρεις πολίτες που έλαβαν  χίλια χρυσά φλουριά από το δήμο της Σιένας για να θάψουν  τους  φτωχούς που πέθαιναν. Και ήταν όλο τόσο φρικτό ώστε εγώ, ο συγγραφέας, δεν μπορώ να το σκέπτομαι  και έτσι δεν θα συνεχίσω. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο, και θα πάρει πολύ χρόνο ακόμη για να γράψω γι αυτά. Και όπως διαπιστώνεται  αυτή τη στιγμή πέθαναν  στη Σιένα 36.000 άτομα ηλικίας είκοσι χρονών ή λιγότερο, και ακόμα πέθαναν ηλικιωμένοι και άλλα άτομα, σε ένα σύνολο 52.000 στη Σιένα.  Και στα προάστια της Σιένας 28.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους, ώστε συγκεντρωτικά  στην πόλη και τα προάστια της Σιένας, 80.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους. Έτσι, αυτή τη στιγμή ενώ η Σιένα και τα προάστιά της είχαν περισσότερους από 30.000 άνδρες, έμειναν στη Σιένα (μόνο) λιγότεροι από 10.000 άνδρες.  Και εκείνοι που επέζησαν ήταν σαν  αλλόφρονες και σχεδόν χωρίς συναίσθημα. Και όλα τα σπίτια και τα άλλα υπάρχοντα εγκαταλείφθηκαν, και όλα τα μεταλλεία αργύρου, χρυσού και χαλκού που υπήρχαν στο έδαφος της Σιένα εγκαταλείφτηκαν όπως φαίνεται, κι έφυγαν για την ύπαιθρο… πολλοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, πολλοί τόποι και χωριά εγκαταλείφθηκαν, και κανείς δεν έμεινε εκεί. Δεν θα γράψω την σκληρότητα που υπήρχε στην ύπαιθρο, των λύκων και των άγριων θηρίων που έτρωγαν τα πτώματα που ήταν κακά θαμμένα και των άλλων ωμοτήτων που θα ήταν πολύ οδυνηρό για εκείνους που θα διαβάσουν αυτά…

Η πόλη της Σιένας φαίνεται σχεδόν ακατοίκητη  και σχεδόν κανείς δεν υπάρχει στην πόλη. Κι ύστερα, όταν ο λοιμός κόπασε, όλοι όσοι επέζησαν έριξαν τον    εαυτό τους   στις απολαύσεις: μοναχοί, ιερείς, μοναχές και κοσμικοί άνδρες και γυναίκες όλοι διασκέδαζαν τους εαυτούς τους και κανένας  δεν ανησυχούσε  για τα έξοδα και  τα τυχερά παιχνίδια. Και ο καθένας θεωρούσε τον εαυτό του πλούσιο, επειδή είχε διαφύγει το θάνατο  και κέρδισε ξανά  τον κόσμο… Αυτή τη εποχή στη Σιένα, το μεγάλο  και ευγενικό  σχέδιο επέκτασης του καθεδρικού ναού της Σιένα που είχε ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα είχε εγκαταλειφθεί… Μετά το λοιμό, οι κάτοικοι της Σιένας διόρισαν δύο δικαστές και τρεις  συμβολαιογράφους όχι από τη Σιένα, έργο των οποίων  ήταν να χειριστούν τις διαθήκες που είχαν γίνει εκείνη την εποχή. Και έτσι τις έψαξαν και τις βρήκαν… 1349. Μετά το μεγάλο λοιμό του περασμένου χρόνου, κάθε πρόσωπο ζούσε  σύμφωνα με το δικό του καπρίτσιο, και όλοι είχαν την τάση να αναζητούν την ευχαρίστηση στο φαγητό και το ποτό, το κυνήγι, το κυνήγι των πτηνών και των τυχερών παιχνιδιών. Και όλα τα χρήματα έπεσαν στα χέρια των νεόπλουτων…’!

* * * * *

Η έννοια της πόλης ήταν για τους Έλληνες, ότι ήταν το ‘res publica’ για τους Ρωμαίους, πρωταρχικά ένα είδος ασφάλειας έναντι της ματαιότητας και της παροδικότητας της ατομικής ζωής, δηλαδή του χώρου που προστατεύει απ’ όλα τα πρόσκαιρα και διατηρεί σε αποθεματικό εκείνα που είναι σχετικά διαρκή, δηλαδή είχε σκοπό να παραχωρήσει αιώνια ζωή στους θνητούς ανθρώπους, έγραψε κάποτε η Χάνα Άρεντ.

Η επιστροφή στην πολύπειρη ιστορία μας παρέχει πάντοτε ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία, τα οποία όμως χρήζουν κάποιας επεξεργασίας σε συνδυασμό με την εποχή που αναφερόμαστε και τις περιρρέουσες φυσικά καταστάσεις και συνθήκες.  Στα μέσα του 14ου αιώνα, η Ιταλία δεν ήταν η χώρα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Η ιταλική χερσόνησος ήταν χωρισμένη σε πόλεις-κράτη, όπου ανεξάρτητες ολιγαρχίες πλουσίων ήλεγχαν την όλη κατάσταση και δημιουργούσαν τους δικούς τους  νόμους για κάθε τομέα στον οποίο βεβαίως ήταν υπεύθυνοι. Η Τοσκάνη στη βόρεια Ιταλία, ήταν η οικονομική πρωτεύουσα του κόσμου. Η Φλωρεντία, η Σιένα, το Μιλάνο, άκμασαν τόσο πολύ μέσω του ελέγχου του εμπορίου με τους βόρειους γείτονές τους και της άγριας φορολόγησης των πολιτών τους. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι κατά πάσα πιθανότητα εδώ εντοπίζεται η γενέτειρα και η απαρχή της οικονομίας της σημερινής ελεύθερης αγοράς. Οι άνθρωποι μπορούσαν να αγοράσουν, να πουλήσουν και να εμπορευτούν, ότι αγαθό επιθυμούσαν και με τον τρόπο που εκείνοι προτιμούσαν. Η κυβέρνηση φυσικά προέβαινε αργότερα στη δέουσα περικοπή των κερδών τους. Η έντονη αστικοποίηση της εποχής, έδωσε και το έναυσμα για τη γρήγορη μετάδοση της πανούκλας. Η Τοσκάνη και ειδικότερα η Φλωρεντία, εξελίχθηκε σ’ ένα δυναμικό πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε σοβαρούς και στιβαρούς καλλιτέχνες και φιλοσόφους. Ο Δάντης, ο Πετράρχης και ο Βοκάκιος, όλοι κατάγονταν από την Τοσκάνη, κι όλοι άφησαν το προσωπικό τους κυρίαρχο και έντονο στίγμα πάνω στην ανθρωπιστική παράδοση, η οποία φρόντισε να  φυτέψει  στη συνέχεια, κάπου πενήντα χρόνια αργότερα, τους σπόρους οι οποίοι δρομολόγησαν και έδωσαν γένεση στην κεφαλαιώδους σημασίας για την ανθρωπότητα ιταλική Αναγέννηση. Όπως είναι ευνόητο σε τέτοιες και παρεμφερείς περιπτώσεις, αναπτύσσεται ισχυρή αντιπαλότητα μεταξύ των γειτονικών πόλεων, η οποία φυσικά από μιας πλευράς είναι επιθυμητή αφού ωθεί την κάθε μια απ’ αυτές να  προχωρήσει και να  αναπτύξει τις δικές της ικανότητες και παραδόσεις και ταυτόχρονα βεβαίως από την άλλη μεριά  να ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε κάθε σφαίρα των καθημερινών δραστηριοτήτων.

Ως μέρος της πολιτιστικής αντιπαλότητας, λοιπόν, η πόλη της Σιένα, σχεδίαζε να επεκτείνει το Duomo ώστε να γίνει ένας εξαιρετικά μεγάλος και επιβλητικός καθεδρικός ναός. Το 1348, όμως, για κακή της τύχη, ο λοιμός έπληξε αυτές τις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές χωρίς έλεος και η Σιένα έχασε τον μισό σχεδόν  πληθυσμό της. Ενώ η  Φλωρεντία και το Μιλάνο θα ανέκαμπταν της θεομηνίας, η Σιένα, μια ακμάζουσα μητρόπολη το 1340, έχασε οριστικά τη ζωή της και δεν επανήλθε ποτέ πια στην πρότερη κατάσταση. Μετά την επιδημία έκανε κάποια μικρά βήματα επούλωσης των πληγών της, αλλά απελπιστικά αργά, ο καθεδρικός ναός της δεν τελείωσε ποτέ, η οικονομία της ποτέ δεν θα φτάσει στη δόξα του παρελθόντος, κι η πόλη  ποτέ δεν μπόρεσε να πλησιάσει σε οποιοδήποτε μέγεθος και τομέα, πολιτιστικά όσο και οικονομικά,  τις άλλες γειτονικές πόλεις της ευρύτερης Τοσκάνης. Η Μαύρη Πανώλης, άφησε φαίνεται το στίγμα της ανεξίτηλο πάνω της για πολλούς αιώνες!

* * * * *

 

Πριν από την επιδημία, η πόλη εξαρτιόταν τα μέγιστα από τη σημαντική γεωργική ευημερία των γύρω πεδινών εκτάσεων. Όπως πολλές άλλες πόλεις-κράτη, έτσι κι η Σιένα ενίσχυσε οικονομικά τον παπισμό, κερδίζοντας από τους υψηλούς τόκους των δανείων που χορηγούσε.  Η τοπική πλούσια κυβέρνηση, ήταν απίστευτα ισχυρή και ξεπερνούσε την εκκλησιαστική αρχή. Η εκκλησία είχε, επίσης, εμπλακεί σε κάποιο βαθμό, αλλά η κοσμική κυβέρνηση ήταν αυτή που κατείχε την εξουσία και τα περισσότερα χρήματα. Το αστικοποιημένο κέντρο, η ίδια η Σιένα,  οικονομικά βασιζόταν  στην ανταλλαγή των αγαθών. Έξω από την πόλη γίνονταν καλλιέργειες αγροτικών προϊόντων, υπήρχε εμπόριο μαλλιού καθώς και παρασκευή πάσης φύσεως αρτοσκευασμάτων. Αν και οι αριθμοί ποικίλλουν, ο πληθυσμός της πόλης έχει υπολογιστεί ότι κυμαινόταν  από 25.000 έως 47.500. Ο ίδιος περίπου πληθυσμός ζούσε έξω από την πόλη, σε άλλες μικρότερες πόλεις που κυβερνιόντουσαν  στην πραγματικότητα από την Σιένα, και οι οποίες έπρεπε να πληρώνουν φόρους ανάλογα με το μέγεθος της πόλης και τον αριθμό βεβαίως των κατοίκων τους. Οι μελετητές οι οποίοι έχουν αναλύσει τα αρχεία της πόλης πριν από το 1348, δείχνουν  ότι η Σιένα βίωνε ακμάζουσα οικονομική ανάπτυξη εκείνη την περίοδο. Πολλοί νέοι πολίτες της υποσχέθηκαν  να χτίσουν νέα σπίτια μέσα στα τείχη της πόλης, και τα τείχη έπρεπε αναγκαστικά να επεκταθούν σε όλες τις τέσσερις συνοικίες της πόλης για την ικανοποιητική προστασία των νέων κατοίκων. Οι πόλεμοι που έγιναν με τους μικρούς ανεξάρτητους γείτονες ήταν γόνιμοι και οι στρατοί της Σιένα κατέκτησαν τις παραμεθόριες περιοχές για να προσθέσουν τοιουτοτρόπως καινούργια εδάφη στο κράτος της Σιένα. Ωστόσο, η Σιένα δεν μπόρεσε να ανακάμψει μετά την επιδημία η οποία σκότωσε ένα μεγάλο μέρος του αστικού πληθυσμού της. Γεωγραφικά βρίσκεται στο βάθος της ενδοχώρας, χωρίς λιμάνι, κι ούτε υπήρξε ποτέ κόμβος κάποιας  σημαντικής οδού μεταφοράς από βορρά προς νότο. Είχε εκείνη την εποχή μικρή επιφάνεια νερού να εκμεταλλευτεί και φυσικά δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει μεγάλο μέρος πληθυσμού. Οι πόλεμοι με τους γείτονες, κυρίως την Φλωρεντία, στέρησαν την κυβέρνηση από τη συσσώρευση περίσσειας  πλούτου που θα διέθεταν για μεγάλα έργα υποδομής, τόσο απαραίτητα στους πολίτες της. Παράλληλα υπήρχαν περιοχές που θα μπορούσαν δυνητικά να δημιουργήσουν αποτελεσματικότερη υποδομή για επιβίωση και οι οποίες προσέλκυσαν αρκετούς ανθρώπους από τη Σιένα. Οι προσπάθειες των κυβερνώντων  να ανασυστήσουν την πόλη μετά την πανούκλα απέτυχαν, παρά τις φιλελεύθερες νομοθεσίες που αγκάλιαζαν πολλές κατηγορίες κατοίκων. Έτσι η πόλη δεν επέστρεψε ποτέ στην προ της επιδημίας κατάσταση από πλευράς αριθμών, μέχρι και σήμερα, σε αντίθεση, με άλλες ανεπτυγμένες πόλεις που αντιμετώπισαν  ταχεία ανάπτυξη, μετά την πανούκλα. Καθώς η Ευρώπη με την πάροδο του χρόνου άρχισε να ανακάμπτει, η Φλωρεντία και στο Μιλάνο επέκτειναν το εμπόριό τους, και κατέκτησαν γειτονικά κράτη, όπως τη  Σιένα, για να αυξήσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, καθώς και την φορολογική τους βάση.

* * * * *

Οι οικονομικές αλλαγές που σχετίζονταν με τη φορολογία και την εργασία έγιναν  σημαντική ανησυχία και κύριο πρόβλημα στους κυβερνώντες την πόλη της Σιένας, καθώς ο Μαύρος Θάνατος άρχισε να λυμαίνεται με το δικό του αποτελεσματικό τρόπο την πόλη. Παρά το γεγονός, όμως, ότι η Σιένα ήταν ακμάζουσα πόλη, τα έτη 1346 και 1347 ήταν φτωχά από γεωργικής άποψης, και έθεσαν τις βάσεις για την επερχόμενη μεγάλης έκτασης καταστροφή. Το καλοκαίρι του 1348, το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό ήταν απελπιστικά ολιγάριθμο,  καθώς πολλοί φτωχοί εργαζόμενοι αγρότες πέθαναν μέσα στις βρώμικες γειτονιές τους, όταν μολύνθηκαν από τους αρουραίους και τους ψύλλους. Άλλοι έφυγαν μακρυά από την πόλη, νομίζοντας ότι θα μπορούσαν να ξεφύγουν από την σταθερά επικίνδυνη  πρόοδο και εξάπλωση  της νόσου. Η βιομηχανία και το εμπόριο είχαν σταματήσει, γιατί ακόμη και εκείνοι οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης έφυγαν για να γλυτώσουν από τα χειρότερα. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, από τα τέλη Μαΐου δηλαδή μέχρι τα τέλη Αυγούστου, κυβέρνηση, εργατικό δυναμικό και η έστω στοιχειώδης συλλογή των τόσο απαραίτητων φόρων, σταμάτησαν να υφίστανται. Αυτό οδήγησε σε πλήρη κατάρρευση των πάντων και στην απουσία ευημερίας για την πόλη, χωρίς να διαφαίνεται στον ορίζοντα ίχνος μικρής έστω ανάκαμψης. Τελικά, η πόλη θα έπεφτε κάτω από την ηγεμονία των Μεδίκων της Φλωρεντίας, και από εκείνη τη στιγμή μέχρι την ιταλική ενοποίηση, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την προσκόλλησή της στη Φλωρεντία.

Όταν η πανούκλα υποχώρησε, μετά από τρεις μήνες ανεξέλεγκτης μόλυνσης για τους κατοίκους της πόλης, η κοινωνική δομή της άλλαξε σημαντικά. Πολλοί κάτοικοι βρέθηκαν χωρίς οικογένεια, άλλοι χωρίς ίχνος περιουσιακών στοιχείων. Μέσα από τα ερείπια της ανθρωπιστικής καταστροφής, εκείνοι που έκλεψαν, ή εκείνοι που αποκόμισαν περιουσιακά και υλικά στοιχεία με οποιοδήποτε τρόπο,  έγιναν από μια έννοια πλούσιοι στην καινούργια κοινωνία που ανέτειλε και απέκτησαν στη συνέχεια δημόσια αξιώματα. Οι τεχνίτες και οι λόγιοι που επέζησαν αγνόησαν τις  εντολές των αρχών για περιορισμούς των μισθών και  απαιτούσαν  τεράστια ποσά για το ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και για τις εργασίες των συμβολαιογράφων. Στα πρώτα χρόνια μετά την επιδημία της  πανούκλας, η Σιένα βίωσε περιορισμένη οικονομική ανάπτυξη. Τα θεμέλια αυτής της ανάπτυξης ήταν επισφαλή, και μια δεκαετία αργότερα, η κυβέρνηση δεν είχε αρκετά χρήματα στο ταμείο της για να διατηρήσει τη  δημόσια στήριξη και τη λειτουργία των μηχανισμών της. Η κυβέρνηση  ανετράπη το 1355, και όλες οι αλλαγές στην κοινωνική δομή, ως αποτέλεσμα του λοιμού ήταν απλώς πάρα πολύ δύσκολο να διαχειριστούν. Ήταν η εποχή που οι πόλεις-κράτη της Τοσκάνης ήταν πολύ ανταγωνιστικές σχετικά με το ρόλο των πολιτιστικών επιτευγμάτων στην τέχνη και την αρχιτεκτονική. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού, στη Σιένα άρχισαν την κατασκευή του  Duomo  το 1249, που ποτέ δεν τέλειωσε. Ένα έργο μεγάλης πνοής για επέκταση που  ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1300, ως απάντηση σε αυτόν τον ανταγωνισμό, σταμάτησε όταν η πανούκλα χτύπησε την πόλη. Η έλλειψη κεφαλαίων, εργατικού δυναμικού και τεχνητών, κατέστησε αδύνατο να συνεχιστεί το έργο αμέσως μετά την πανούκλα, όπως προείπαμε, και η πόλη δεν μπόρεσε  ποτέ να δώσει συνέχεια στο αρχικό σχέδιο. Το Duomo, όπως είναι σήμερα, έχει ένθετα μαύρα και άσπρα μάρμαρα, μέσα και έξω, και χτίστηκε στο ιταλικό γοτθικό στυλ. Οι προτομές των Παπών κοσμούν τους τοίχους. Ο άμβωνας, το βαπτιστήριο και η πηγή θεωρούνται αριστουργήματα. Πολλοί και σημαντικοί καλλιτέχνες ανέλαβαν να σκαλίσουν και να διακοσμήσουν τους εσωτερικούς χώρους. Το Duomo θα μπορούσε να εκληφθεί ως επιτομή της τέχνης στην πόλη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, και περιλαμβάνει έργα του Michelangelo, Donatello και Pisano. Μετά το Μαύρο Θάνατο, η τέχνη στη Σιένα όπως και σε όλο τον κόσμο, άλλωστε, επηρεάστηκε δεόντως από την κατάσταση του λαού, αλλά και των καλλιτεχνών. Υπήρχε στους ανθρώπους ένα γενικότερο αίσθημα εγκατάλειψης από τον Θεό, αμφιβολία για έναν πολυεύσπλαχνο Θεό, κι η τέχνη άρχισε να περιέχει εικόνες ενός θυμωμένου, ή τουλάχιστον αδιάφορου Θεού, μιας θεότητας που τιμώρησε τους ανθρώπους για τις πολυποίκιλες αμαρτίες της ανθρωπότητας. Επόμενο μετά από όλα αυτά ήταν η καλλιτεχνική εφευρετικότητα να είναι καχεκτική και το γεγονός ότι πολλοί καλλιτέχνες και τεχνίτες δεν κατάφεραν να επιβιώσουν προάγοντας περαιτέρω την τέχνη τους. Ο αποδεκατισμός του πληθυσμού, η κατασπατάληση σοβαρών ποσών σε διασκεδάσεις, η κατάθλιψη που προκλήθηκε από την πανούκλα και όσα προαναφέρθηκαν, άφησαν τους πλούσιους με λιγότερα χρήματα να  διαθέτουν και να χρησιμοποιηθούν για έργα τέχνης μετά την θανατηφόρα επιδημία. Η ψυχαγωγία και η έκφραση ελαχιστοποιήθηκαν από την ανάγκη για  επιβίωση, κι η τέχνη στη Σιένα  έχασε τη σημασία και το κύρος της, σε αντίθεση με την καταξιωμένη ανάπτυξή της στη γείτονα Φλωρεντία. Οι υποδομές της Σιένας, πάντως, κρατήθηκαν  σταθερές τα τελευταία εξακόσια  χρόνια. Τον επόμενο αιώνα, κατακτήθηκε από τη Φλωρεντία   και ήταν υπό την   κυριαρχία της μέχρι την ιταλική ενοποίηση. Μόλις έγινε αυτό, η κυβέρνηση και η επιρροή της Σιένας ήταν οριστικά άνευ αντικειμένου.

Ο άμβωνας και το ψηφιδωτό δάπεδο του καθεδρικού ναού της Σιένας.

Βιβλιογραφία για περαιτέρω μελέτη

  1. Adams, J.: Economic Change in Italy in the Fourteenth Century: The Case of Siena. Journal of Economic Issues. 1992; 26:125-134.
  2. Bowsky W. M.: The Impact of the Black Death upon Sienese Government and Society.  1964; 39:1-34.
  3. Caferro W.: City and Countryside in Siena in the Second Half of the Fourteenth Century. The Journal of Economic History. 1994; 54:85-103.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here