Φωτεινή Στεφανίδη: Ιούλης στο ντρίλινο σεντόνι

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

«Γυμνός, Ιούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ’ ένα στενό κρεβάτι ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου, που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Κοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά η κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Χάμου, στ’ άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο. Γεννήθηκα για να ‘χω τόσα»
Οδυσσέας Ελύτης, «Ο μικρός ναυτίλος».

«Αντί για βιβλίο, πολλές φορές ένα σημειωματάριο, ένα ημερολόγιο στην τσάντα. Όσο πιο ανάλαφρες οι στιγμές του τότε, τόσο οι πίσω σελίδες δαγκώνουν το τώρα. Όχι πόνος, να, πώς το λέει και το τραγούδι “ταξιδάκι αναψυχής μ’ ένα κρυμμένο τραύμα”». Ο Ιούλης στις ημερολογιακές σημειώσεις της Φωτεινής Στεφανίδη.

Πώς ξεκινάμε;

Ξεκινάμε με τρεις μπουρνέλες από την αυλή, καμπανούλες από τη ρίζα της που όλο τυλίγονται η μια στην άλλη, και τ’ άλλα τα ροζ λουλουδάκια, θαρρώ τα λένε «ομορφούλες»· δυο βότσαλα από πέρσι, ένα κοχύλι, ένα κεραμίδι που το στρογγύλεψε το κύμα, ένα ψάρι από πηλό – δώρο καρδιάς. Βρήκαμε και ντρίλινο σεντόνι. Εκεί ν’ ανοίξουν οι μνήμες, οι σελίδες, ν’ ανταμώσουν με το φετινό καλοκαίρι.
Κι ανοίγοντας;
Ο ύπνος του μεσημεριού και στη γωνιά η στάμνα, το αντίο που δεν του φαινόταν αλλά ήταν για πάντα, η καρέκλα στην άκρη του μώλου, που όλο την έσπρωχνε το μελτέμι και την έσπρωχνε, και ναι, έπεσε με το φεγγάρι να την κοιτάζει. Το γαλάζιο κορίτσι «ένα άσπρο μεσημέρι ένα ωραίο καλοκαίρι». Οι τέσσερις ζέρμπερες (ποιος; γιατί;) κι απέναντι το μαρμάρινο τραπέζι του παλιού μουσείου των Θηβών. Κι ένα κόκκινο κορίτσι, με συκιά κοντά.

IOYLHS_01

IOYLHS_02 (1)

IOYLHS_03

IOYLHS_04

IOYLHS_05

IOYLHS_06

Αυτά τα μάτια;
Ψάρια, καθώς λένε. Και μαχαίρια. Και η κατσίκα εκεί· και το φεγγάρι. Σκέτος Ιούλης.

IOYLHS_07
Χρώματα;

Μπλε λουλακί, και ώχρα. Μια γυροβολιά χοντροκόκκινο. Χαμηλά το ψάρι, μάλλον λυθρίνι. Στέψη οι πευκοβελόνες. Τα σύμβολα του Ιούλη, ασυναίσθητα. Και ξανά λίγο παρακάτω με πεύκο της Αττικής, σαν μια τοιχογραφία που δεν υλοποιήθηκε. Αλλά και η λιτή τετραχρωμία της ώχρας, του χοντροκόκκινου του μαύρου και του λευκού· σχέδια για δάπεδα, ταβάνια, πιάτα και υφάσματα που δεν φτιάχτηκαν ποτέ· ή μάλλον φτιάχτηκαν, κάπως αλλιώς.

IOYLHS_08

IOYLHS_09

IOYLHS_10

IOYLHS_11
Γεύσεις;

Πικρός ο φόβος του φιδιού, αλμυρό το λουλακί κολιέ, γλυκές οι βανίλιες.

IOYLHS_12

IOYLHS_13

IOYLHS_14
Κι απ’ όλα αυτά, τι συνεχίζεται σήμερα;

Το παραμύθι, τ’ όνειρο, που όταν το ζεις ή έστω το ζωγραφίζεις είναι χειροπιαστό.

IOYLHS_15

 

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Εκείνα τα μάτια. Μαχαιρώνουν. Και οι βανίλιες σου και οι ομορφούλες, για πόσα δεν μιλούν, Φωτεινή μου! Γλυκό, παιδικό και αγνό κατακαλόκαιρο. Παίρνω τον λόγο μου πίσω. Εικονοστάσι. Και του χρόνου! Και χρόνους πολλούς να γράφεις για καλοκαίρια και χειμώνες, για θάλασσες γαλανομάτες και για σύννεφα μολυβένια, βαριά. Ομορφαίνει έτσι ο βίος μας ο, ώρες-ώρες, βαρύς και ασήκωτος.
    Ευχαριστώ, καλή, αγαπημένη μου φίλη

    • Όμορφα λόγια, από καρδιά που ξέρει να μιλάει. Ας γυρίζει ο νους στο γλυκό, αγνό, παιδικό κατακαλόκαιρο. Μοσχοβολούν τα δειλινά απόψε. Με την ευωδιά αυτή σ’ ευχαριστώ και σε καληνυχτίζω, καλή μου Ελένη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here