ΕΛΣΤΑΤ: Στο 3,9% του ΑΕΠ, ή 7 δις ευρώ το πρωτογενές πλεόνασμα το 2017- Εντυπωσιακή υπεραπόδοση των μέτρων και υπέρβαση του στόχου κατά 7 φορές!

Εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με το πρωτογενές πλεόνασμα του 2016, από το οποίο προκύπτει εντυπωσιακή υπεραπόδοση των μέτρων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, ο προυπολογισμός του 2016, κατέγραψε πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 3,9% , σύμφωνα με τις πρώτες μετρήσεις της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), έναντι στόχου 0,5% γεγονός που επιβεβαιώνει με τον πιό ηχηρό τρόπο, τις αισιόδοξες εκτιμήσεις της κυβέρνησης. πρόκειται δηλαδή για υπέρβαση του στόχου κατά 7 φορές!

Συγκεκριμένα, σε πρωτογενές επίπεδο, το πλεόνασμα καθορίστηκε στα 6,937 δισ. ευρώ έναντι ελλείμματος 4,105 δισ. ευρώ (2,3% του ΑΕΠ) το 2015.

Οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης περιορίστηκαν στα 86,185 δισ. ευρώ (95,2 δισ. το 2015), ενώ τα έσοδα ενισχύθηκαν στα 87,473 δισ. ευρώ (84,8 δισ. το 2015).

Την ίδια ώρα, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε σε πλεόνασμα, ύψους 1,3 δισ. ευρώ (0,7% του ΑΕΠ), έναντι ελλείμματος 5,9% το προηγούμενο έτος.

Τέλος, το ύψος του ακαθάριστου ενοποιημένου χρέους αυξήθηκε στα 314,9 δισ. ευρώ (179% του ΑΕΠ), έναντι 177,4% το 2015.

Τα παραπάνω στοιχεία έχουν υπολογιστεί βάσει του ευρωπαϊκού προτύπου «ESA 2010», το οποίο ωστόσο, διαφέρει από τον «μνημονιακό ορισμό» του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αξιωματούχοι του υπουργείου Οικονομικών υποστηρίζουν ότι το «μνημονιακό» πλεόνασμα διαμορφώνεται αρκετά κοντά στο 3,9% του ΑΕΠ -δηλαδή τη σημερινή εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ- και συγκεκριμένα στο 3,7% του ΑΕΠ. Η συγκεκριμένη επίδοση είναι σαφώς υψηλότερη έναντι του στόχου του τρίτου προγράμματος βοήθειας (0,5%).

Μια βασική διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους υπολογισμού, συνίσταται στο ότι το «μνημονιακό» πρωτογενές πλεόνασμα δεν περιλαμβάνει την κρατική υποστήριξη για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αυτή η υποστήριξη μπορεί να έχει αρνητικό ή και θετικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση του πλεονάσματος.

Για παράδειγμα, το 2014, η επίπτωση ήταν θετική, καθώς οι αμοιβές που προέκυψαν από τις εγγυήσεις του διατραπεζικού δανεισμού και του συστήματος των ομολογιακών δανείων, καθώς και τα έσοδα από τις προνομιούχες μετοχές των τραπεζών, ήταν υψηλότερες από τις δεδουλευμένες δαπάνες. Αντίθετα, το 2013 και το 2015, η επίπτωση ήταν έντονα αρνητική λόγω της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα της ΕΛΣΤΑΤ αποτελεί την 1η εκτίμηση των δημοσιονομικών στοιχείων του 2016, καθώς η 2η εκτίμηση αναμένεται τον Οκτώβριο.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here