Αυστριακοί και Ούγγροι. Δύο αγαπημένοι άσπονδοι εχθροί

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Πανοραμική άποψη της σημερινής Βουδαπέστης.

 

Ταξιδεύοντας αμέριμνα ανάμεσα στην Αυστρία και την Ουγγαρία, ίσως να μην καταλαβαίνεις ότι κάποτε εδώ εμφιλοχωρούσε μεγάλη δόση έντασης και διχόνοιας. Οι σχέσεις των Αυστριακών και των Ούγγρων, διήλθαν από διάφορα στάδια, ειδικά στους δύο τελευταίους αιώνες. Οι αλυτρωτικές διαμαρτυρίες κάθε είδους και βαθμού, υπήρξαν συχνό φαινόμενο ανάμεσα στον ουγγρικό λαό, πολιτικούς και ποιητές. Όσο κι αν αυτή η λέξη αντικρούεται σε κάποιο βαθμό από την ποικιλία γονιδίων των σημερινών Ούγγρων, το εθνικό τους πάθος για την πολυπόθητη ελευθερία, υμνήθηκε και υπήρξε για πολλές δεκαετίες σύμβολο των εθνικών τους αγώνων. Μέχρι και το έτος το 1918, ο Οίκος των Αψβούργων διατήρησε τον θρόνο της Ουγγαρίας, έχοντας κρίσιμο ρόλο και παίζοντας διάφορα πολιτικά και στρατιωτικά παιχνίδια, ειδικά στους πολέμους της ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Kaiserthum Oesterreich, ή Αυστριακή Αυτοκρατορία, ως κρατική οντότητα των νεότερων χρόνων που σχηματίστηκε γύρω από ένα κομμάτι της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με σταθερό πυρήνα τη σημερινή Αυστρία, υπήρξε πολιτικό μόρφωμα το οποίο επισήμως διήρκεσε από το 1804 έως το 1867. Με το έτος 1867,  βεβαίως, η Ουγγαρία ενοποιήθηκε με την Αυστρία δίνοντας γένεση και διαμορφώνοντας ένα άλλο προσωπείο, την ονομαζόμενη ‘Αυστροουγγαρία’. Η Österreich-Ungarn (στα ουγγρικά Osztrák–Magyar Monarchia), γνωστή επίσης ως Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία ή Δυαδική Μοναρχία, δεν ήταν τίποτα το διαφορετικό από ένα διττό συνταγματικό μοναρχικό κράτος η έκταση του οποίου περιείχε μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης και η οποία διατηρήθηκε από το 1867 ως το 1918. Η λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση και τον κατακερματισμό των μεγάλων αυτοκρατοριών, κατόπιν διεθνών συμφωνιών, με ότι αυτό συνεπαγόταν στη συνέχεια.

Η  Ουγγαρία έχει υποστεί σημαντικές ανθρωπολογικές μεταβολές ανά τους αιώνες, όπως μαρτυρούν επισταμένες έρευνες επιστημόνων και ανθρωπολόγων. Ανάλογες ήταν και οι κατά καιρούς αντιδράσεις των πολυποίκιλων υπηκόων της. Το ‘Εμβατήριο Ράκοτσι’ (Rákóczi-induló, ή Rákóczi March) γνωστό μερικές φορές ως ‘Ουγγρικός Μάρτιος’, ήταν ο ανεπίσημος κρατικός ύμνος της Ουγγαρίας πριν ο Ferenc Kölcsey γράψει  το ‘Himnusz’ που αποτελεί σήμερα τον επίσημο εθνικό ύμνο αυτής της χώρας. Η πρώτη έκδοση αυτού του εμβατηρίου πιθανότατα δημιουργήθηκε γύρω στα 1730, από έναν ή περισσότερους ανώνυμους βασικά συνθέτες, παρ’ όλο που η παράδοση ισχυρίζεται ότι ήταν η αγαπημένη εκδοχή του Francis Rákóczi II (1676-1735). Ο τελευταίος, που σήμερα θεωρείται εθνικός ήρωας,  υπήρξε ευγενής και ηγέτης της Ουγγρικής εξέγερσης εναντίον των Αψβούργων το 1703-1711, ως πρίγκιπας που υπερασπιζόταν την απελευθέρωση του Βασιλείου της Ουγγαρίας. Αυτή η πρώιμη εκδοχή, λοιπόν, το ‘Rákóczi-nóta’ (Τραγούδι Ράκοτσι), ήταν ένας θρήνος που περιστρέφεται γύρω από την ατυχία των Μαγυάρων και την καταπίεση που ασκούσαν πάνω τους οι  Αψβούργοι. Το τραγούδι καλούσε  τον Francis Rákóczi II να σώσει τον λαό του. Αργότερα  έδωσε ιδιαίτερη έμπνευση σε πολλούς Ούγγρους ποιητές και συνθέτες, όπως για παράδειγμα  τον τσιγγάνο βιολονίστα Γιάνος Μπίχαρι, τον Έκτορα Μπερλιόζ και τον Φράνσις Λιστ.  Στις αρχές του δέκατου ένατου  αιώνα, ο Γιάνος Μπίχαρι (1764-1827) παρουσίασε μια ορχηστρική εκδοχή του τραγουδιού, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για άλλους συνθέτες, όπως ο Μπερλιόζ και ο Λιστ. Ο συνθέτης Έκτωρ Μπερλιόζ (1803-1869) ενσωμάτωσε το Εμβατήριο Ράκοτσι στο έργο του ‘Η καταδίκη του Φάουστ’ με πρώτη ανεπίσημη παρουσίαση του έργου στην Πέστη, στις 15 Φεβρουαρίου 1846, και ανάλογη επιτυχία, όπως αναφέρει ο Μπερλιόζ στα απομνημονεύματά του. Αλλά και λίγο αργότερα, στα 1853, ο σπουδαίος Ούγγρος πιανίστας και συνθέτης Φραντς Λιστ χρησιμοποίησε το ‘Εμβατήριο Ράκοτσι’ ως πηγή έμπνευσης για το έργο του Ουγγρική Ραψωδία αριθμός 15. Δεν ήταν τίποτα λιγότερο από τον απόηχο μιας ακόμη αποτυχημένης ουγγρικής εξέγερσης του 1848. Ο μεγάλος συνθέτης Φραντς Λιστ (1811-1886), ήταν ταυτόχρονα και φλογερός πατριώτης και υπέρμαχος της ανεξαρτησίας της χώρας του από την Αυστρία των Αψβούργων, αλλά ως κοσμοπολίτης, πίστευε ότι η τελευταία  έπρεπε να κερδηθεί με τις κατάλληλες συνθήκες και όχι βίαια με χρήση όπλων. Το έργο του ‘19  Ουγγρικές Ραψωδίες για πιάνο’ αποτελεί κατ’ αυτόν τον τρόπο τη δική του συνεισφορά στη γνωριμία του ευρωπαϊκού κοινού με τη λαϊκή μουσική της πατρίδας του και κατά κύριο λόγο  την τσιγγάνικη παράμετρό της. Σήμερα, το ‘Εμβατήριο Ράκοτσι’ ανακρούεται κατά κόρον κατά τη διάρκεια των επίσημων τελετών και των στρατιωτικών παρελάσεων στην Ουγγαρία και συμπεριλαμβάνεται βεβαίως στο ρεπερτόριο των γαμήλιων πανηγυριών στη χώρα των Μαγυάρων.

* * * * *

Το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, χαρακτηρίστηκε από την σταδιακή αποχώρηση των Οθωμανών από την περιοχή, και την αντίστοιχη  στερέωση της αυστριακής κυριαρχίας. Ο Ραϊμόντο Μοντεκούκολι (1609-1680), γεννημένος στη Μόντενα της βορειοδυτικής Ιταλίας, ξεχώρισε ως  Ιταλός στρατιωτικός διοικητής, ενώ υπηρέτησε επίσης ως στρατηγός στην Μοναρχία των Αψβούργων. Είχε δείξει τα προσόντα του ήδη από  μικρή ηλικία, όταν βρέθηκε κάτω και δίπλα στο θείο του, τον Αυστριακό  Ερνέστο Μοντεκούκολι (1582-1633), έναν διακεκριμένο Αυστριακό στρατηγό. Η πορεία του Ραϊμόντο Μοντεκούκολι ήταν εντυπωσιακή και σύντομα ανέβηκε στη στρατιωτική ιεραρχία, μετά από την πολύ ενεργό υπηρεσία του στη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και αλλαχού στη συνέχεια. Κάποια στιγμή κρατήθηκε φυλακισμένος, αλλά εκμεταλλεύτηκε δεόντως την αιχμαλωσία του για να μελετήσει στρατιωτική επιστήμη, τη γεωμετρία  του Ευκλείδη, την ιστορία του σπουδαίου Λατίνου Τάκιτου και ακόμα την αρχιτεκτονική του Βιτρουβίου, σχεδιάζοντας παράλληλα το σπουδαίο έργο του γύρω από τον πόλεμο. Το 1645-1646 υπηρέτησε στην Ουγγαρία εναντίον του πρίγκηπα Rákóczy της Τρανσυλβανίας, στο Δούναβη και στον ποταμό Νέκαρ, παραπόταμο του Ρήνου, κατά των Γάλλων, καθώς και στη Σιλεσία και τη Βοημία κατά των Σουηδών. Από το 1661 έως το 1664, με λιγότερο στρατό  υπερασπίστηκε την Αυστρία ενάντια στους Τούρκους. Φυσικά αυτή η νίκη ήταν μόνο ένα μέρος του πλούσιου βιογραφικού του, το οποίο κοσμείται από ανάλογης σημασίας πολεμικές επιτυχίες.  Αργότερα, αφιέρωσε πολύ χρόνο στην σύνταξη των διαφόρων έργων του σχετικά με τη στρατιωτική ιστορία και την επιστήμη, κυρίως στη  Βιέννη, μέχρι το θάνατό του στα 1680. Δεν υπάρχει αμφιβολία σήμερα ότι κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις των Ευρωπαίων στρατιωτικών της εποχής του. Για την επιτυχία του και μόνο να σταματήσει την τουρκική προέλαση, χαιρετίστηκε  ως σωτήρας της Ευρώπης. Γρήγορα συνειδητοποίησε και έμεινε γνωστό το απόφθεγμά του, ότι ‘για τον πόλεμο, χρειάζεσαι τρία πράγματα, χρήματα, χρήματα, χρήματα΄! Στο έργο του ‘Η Ουγγαρία το έτος 1677’ (L’Ungheria nell’anno, 1677), αναφέρεται στη φύση των Ούγγρων, περιγράφοντάς τους ως περήφανους και ανικανοποίητους.

Σοκάκι της παλιάς Βιέννης.

 

Τονίζει το γεγονός της καταγωγής τους από τους Σκύθες και τους Τατάρους, και ειδικότερα το ευμετάβλητο του χαρακτήρα τους. Ίσως αυτές οι φιλογερμανικές απόψεις του να παρεξηγήθηκαν από πολλούς στην Ουγγαρία, αλλά σίγουρα δεν ήταν αυτή η βαθύτερη πρόθεση του στρατάρχη, ο οποίος έβλεπε στην όλη ιστορία της χώρας εκείνης, ένα συνεχές χάος, αποτέλεσμα της παντελούς απουσίας νόμων οι οποίοι θα έθεταν τέρμα στην περιρρέουσα ασυδοσία. Παρατηρώντας και μελετώντας τις απόψεις του, ίσως και κάποιους αιώνες αργότερα, η διακυβέρνηση των Αψβούργων είναι πολύ πιθανόν να εμπνεύστηκε και να έλαβε σοβαρά υπόψιν της από τις σκέψεις του μεγάλου Ιταλού στρατάρχη, τουλάχιστον εκείνες που  αναφέρονταν στην συγκεκριμένη περιοχή, στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Άγαλμα του Σλοβάκου ποιητή και δραματουργού  Pavol Országh Hviezdoslav (1849-1921) στο κέντρο της πρωτεύουσας της Σλοβακίας, Μπρατισλάβα.

* * * * *

Ο εικοστός αιώνας, στο μεγαλύτερο μέρος του, σημαδεύτηκε από όσα ενδιαφέροντα γνωρίζουμε, μεταξύ των οποίων αναμφίβολα συγκαταλέγονται οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι καθώς και η  σοβιετική επιρροή, αλλά προς το τέλος του κάποια πράγματα  παίρνουν καινούργια τροπή, ή καλύτερα εμφανίζονται απροκάλυπτα. Η πρόσφατη μεταναστευτική θύελλα του 2015-16, ανέδειξε το όξυνε το πρόβλημα της σχεδόν παντελούς έλλειψης κατανόησης και συνεννόησης μεταξύ των χωρών της πρώην ανατολικής και δυτικής Ευρώπης. Στις πρωτεύουσες της Ουγγαρίας και της Πολωνίας, και ίσως σε ένα βαθμό και στην Πράγα της Τσεχίας και την Μπρατισλάβα της Σλοβακίας, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και φυσικά των μεταναστών και προσφύγων, ελάχιστα ενδιαφέρουν τους πολιτικούς και φυσικά τους πολίτες. Η Αυστρία φαίνεται αποφασισμένη, αργά και σταδιακά, και κάνοντας χρήση της συντηρητικής και αντιμεταναστευτικής πολιτικής, να ενισχύσει την επιρροή της στην περιοχή, με την απαραίτητη και υφέρπουσα είσοδό της στις χώρες του Βίσεγκραντ. Ελπίζει ότι η καλύτερη οικονομία της, συγκριτικά με τις άλλες χώρες,  θα την βοηθήσει δεόντως προς αυτήν την κατεύθυνση, και το βασικότερο να εξελιχτεί σε ηγέτιδα δύναμη,   έχοντας όμως απέναντί της την υπομονετική Πολωνία. Τα οικονομικά νούμερα των τελευταίων ετών είναι χαρακτηριστικά αυτής της προσπάθειας. Κάποιοι διατείνονται ότι το φάντασμα της Αυστροουγγαρίας αρχίζει να παίρνει την σύγχρονη και καινούργια του μορφή. Απαιτείται χρόνος για να εξαφανιστούν οι όποιες εντάσεις μεταξύ των χωρών, και η αποκατάσταση της έννοιας της Αυστροουγγαρίας στη λαϊκή συνείδηση των πολιτών τους. Η όποια ανοχή, η υψηλή και κατά κάποιο τρόπο αδιάφορη εποπτεία, η τεκμηριωμένη τέχνη της πολιτικής των Αψβούργων η οποία καθόλου, μα καθόλου, δεν έπνιγε τις διαφορές των υπηκόων της αλλά τις κάλυπτε προσωρινά μέχρις ότου τις εκμεταλλευτεί, όταν ήθελε και όταν τη βόλευε, η ευελιξία κινήσεων και πολιτικής στην πράξη απέναντι στις συνιστώσες της, η επιτυχία της να αφήνει τους λαούς να επιβιώνουν μέσα στις αντιθέσεις και τα προβλήματά τους και η διατήρηση της απαραίτητης ισορροπίας στο εσωτερικό της, ήταν πάντα τα μεγάλα ατού της πολιτικής  τέχνης των Αψβούργων.

Από την άλλη, σήμερα οι καιροί έχουν αλλάξει, κι ο χρόνος θα δείξει τις προθέσεις του σε τούτη την περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης και  στον εικοστό πρώτο αιώνα που   διανύουμε.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here