Toυ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Βαριά η επίπτωση της ημιανοψίας στις μέρες μας. Βαριά αμβλυωπία μέχρι τύφλωσης λυσσαλέας.

Ίσως γιατί η εποχή δεν επιτρέπει επίσκεψη σε καλούς οφθαλμιάτρους ούτε καν σε καλούς οπτικούς.

Έτσι βολευόμαστε όλοι με χονδρικές μετρήσεις οπτικής οξύτητας, αντίληψης χρωμάτων, οπτικών πεδίων. Και να κακοήθεις μυωπίες και υπερμετρωπίες, να βαρείς αστιγματισμοί όλα με πλημμελή διόρθωση· να βαριά σκοτώματα κυρίως πλαγιώνοντας δεξιά ή αριστερά και σπάνια πάνω ή κάτω· να ινιακές τυφλώσεις που νομίζουν πως βλέπουν αλλά δεν.
Όλοι με γυαλιά μαύρα να κρύβουν τους θολωμένους από καταρράκτη φακούς, γυαλιά εικονικής πραγματικότητας και σπάνια γυαλιά σωστής διαθλαστικής διόρθωσης, σπάνιες διαγνώσεις εγκύρων γιατρών.

Ένα ομαδικό υστερικόμορφο παρόραμα ο κοινός βίος. Όπως πάντα, όπως παντού στη γη, θα πεις· έλα όμως που για εδώ με καίει, εδώ γύρω μου που όλοι σχεδόν είναι γνωστοί, οικείοι μέχρι πρότινος. Έστω και αλλόδοξοι έστω και στιγμές στιγμές αλλόφρονες. Εδώ γύρω που το φως ήταν πάντα δυνατό, εκτυφλωτικό σχεδόν. Μεσόγειος γαρ. Ίσως γι’ αυτό κουράστηκαν τα μάτια μας, λες; Μήπως για ανάπαυση των αμφιβληστροειδών μας επιζητούμε όλοι το ημίφως και τελικά γλιστράμε στο ολοκληρωτικό σκοτάδι του αλληλοπεριχωρούντος εμφύλιου μίσους;
Όχι δεν ξέρω, δεν αντέχω να ξέρω. Κλείνω τα έτσι κι αλλιώς εκ γενετής ασθενικά μάτια μου για να μη βλέπω. Τι κατάλαβα από τη στιγμή που είδα καθαρά μετά από εκείνη την καταραμένη κερατοσμίλευση για βαριά μυωπία εκεί στα μέσα της πέμπτης δεκαετίας. Είδα πρώτη φορά χωρίς τα απαλά περιγράμματα του μύωπα την ασχήμια όλων μας -πρώτα πρώτα στον καθρέφτη μου και ύστερα στα πρόσωπα γύρω γύρω· όπως αναδυόμενο περισκόπιο υποβρυχίου, ξαφνιασμένο από περικύκλωση εχθρικών πλοίων. Αυτά παθαίνεις όταν ξεγελιέσαι και αποφασίζεις να δεις κατάματα τη ζωή· με την ομορφιά της την απέραντη και τη σκιά της λαμπερής φτήνιας της.

Κοίτα γύρω ψύχραιμα κι εσύ, κι εσύ, κι εσύ· και θα δείτε. Είναι όμορφη η πατρίδα μας, όμορφοι οι άνθρωποί της. Μένουν όρθιοι στα δύσκολα και προχωρούν, τρεκλίζοντας έστω μα προχωρούν. Προχωρούμε. Όμως με την ορθοστασία ψηλώνουν οι ίσκιοι το πρωί και το δειλινό και μέσα στους ίσκιους των ανθρώπων φωλιάζει να μη φαίνεται η φτήνια τους.
Και δεν ξέρω, εγώ ο αμβλύωψ και «τον βίον βιοτεύσας ρεμβόμενος» αν θέλω να είμαστε ακόμα στο πρωί ή ήδη στο δειλινό αυτής της παραζαλισμένης πατρίδας. Επειδή οι κάτοικοί της κουβαλάμε φορτίο βαρύ Ιστορίας και χρόνιας ανισομετρωπίας -κόντεψα ανισορροπίας να πω.

Όχι, δεν απευθύνομαι σε γιατρούς, ας μπαίνουν όροι ιατρικοί. Λίγοι στο σινάφι εκπέμπουν και λαμβάνουν σε τέτοιες συχνότητες -και δε φταίνε αυτοί αλλά κάποιοι εμείς, ψυχές στραβοχυμένες από τη γέννα μας.

Ούτε κι εγώ πολυφταίω. Δυστυχώς περιπλανιέμαι από συνήθειο κακό στο διαδίκτυο και με τρομοκρατεί η ασχήμια των πολλών, εμού περιλαμβανομένου -«οι πλείστοι κακοί» βογγάει ο μέγας Αινικτής δυόμιση χιλιετίες πριν.

Όχι δε μιλώ για ελλείμματα όρασης· πολιτικολογώ…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here