Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Μια στιγμή, να σας ανοίξω! Ο θυρωρός πατάει ένα κουμπί και ένας ηλεκτρονικός ήχος αναγγέλλει την επικείμενη απομάκρυνση των δύο φύλλων της Πύλης εισόδου-εξόδου. Στην Ψυχιατρική κλινική Χ.  Είχα μπει συνοδευόμενος από τον θεράποντα γιατρό της και έβγαινα παραπαίοντας, ασυνόδευτος. Προφανώς δεν κρίθηκα εγκλειστέος -προς το παρόν… Πόσο εύκολο να βρεθείς πίσω από μια βαριά πόρτα· δυο τρεις γνωματεύσεις ψυχιάτρων, άντε και μια εισαγγελική παραγγελία και τέλος. Πάντως για την ώρα δε με πήραν χαμπάρι. Σήμερα συνειδητοποίησα πως σε κάποιες περιπτώσεις, αντίθετα με το συνήθως συμβαίνον στις ιδιοκτησίες των ανθρώπων, η είσοδος είναι πιο εύκολη από την έξοδο.

Μια γυναίκα με βαριά κατάθλιψη σε ψυχιατρική κλινική. Έπρεπε να πάω να τη δω. Το ανέβαλλα υποσυνείδητα μέρες πολλές -βρίσκεις πάντα μονοπάτια να παρακάμψεις την αναμέτρηση με όσα κατά βάθος φοβάσαι. Όμως η ψυχασθενής με τον προχωρημένο καρκίνο, που νοσηλεύω από κάποιες μέρες, πάτησε το κουμπί. Σε συνεχή διέγερση που οδήγησε στην «ήπια φυλάκιση» με «περιορισμούς» όπως ονομάζουμε τα χαμηλά κάγκελα στα νοσοκομειακά κρεβάτια· ύστερα  πιάστηκε δυο φορές να καπνίζει μέσα στον θάλαμο… Την πήρα με το καλό στην αρχή. Τη δεύτερη φορά, με αυστηρότητα δεσμοφύλακα σε φυλακή βαρυποινιτών, προέβην σε κατάσχεση του πακέτου των τσιγάρων μαζί με τον αναπτήρα· το κάπνισμα στο νοσοκομείο είναι αυτόφωρο, είπα με  άγριο ύφος -έτσι μου φάνηκα. Ποιος; Εγώ, ο λάτρης της ανυποταξίας. Που δε μπόρεσα ως έφεδρος ανθυπίατρος -τρομάρα μου- να δώσω «σύμφωνα με τα καθήκοντά» μου ούτε μισή διαταγή, που δεν κατάφερα εκφωνήσω ούτε μια  «ημερήσια διαταγή» όπως απαίτησε ο διοικητής για να να σπάσει πλάκα με την ατσαλοσύνη μου.
Εγώ λοιπόν μπόρεσα να κάνω κατάσχεση «προϊόντος ανακούφισης» από άνθρωπο λαβωμένο! «Μη δώσεις σε παιδί μαχαίρι και σε ενήλικο εξουσία»…
Πάντως η ψυχασθενής ασθενής του ογκολογικού νοσοκομείου οδήγησε σήμερα την αφεντιά μου ενώπιον του άλλου καθήκοντος. Βρήκα τη γυναίκα στο κρεββάτι της ψυχιατρικής κλινικης με το βλέμμα στο κενό. Με γνώρισε αμέσως και με υποδέχτηκε με εκείνο το ανισόπεδο χαμόγελο που έχουν αυτοί που δεν είναι πια εδώ αλλά κάπου αλλού. Μιλούσε ψιθυριστά με ειρμό για το παρελθόν, κάποιες κοινές μας αναμνήσεις.  Με μεγάλα κενά …τι λέγαμε; …βλέπω πολλούς εφιάλτες. Όπως άνθρωπος που γυρίζει από τόπο καταστροφής·  ένα ναυάγιο ή πυρηνικό βομβαρδισμό… Όχι δεν είχε χαθεί τελείως.
-Έπαιρνε πολλά αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά χωρίς επίβλεψη, μουρμούρισε ο γιατρός. Υπάρχει βαριά άνοια, ίσως βαρύ οργανικό ψυχοσύνδρομο. Πάντως πιστεύω πως είναι αναστρέψιμο.
-Και χωρίς φάρμακα γιατρέ; Ρώτησα ρητορικά και ο γιατρός σηκώνοντας αμήχανα τους ώμους κοίταξε προς το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε σε εσωτερική αυλή.
«Πλέκει σχολαστικά μόνος το σκοινί της απόδρασης. Το παράθυρο θα βγάζει στο προαύλιο. Και το ξέρει. Φύλακες γρηγορείτε.» …»μιλώ για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των των μελλοθανάτων»…

Περπατώντας ύστερα στον διάδρομο για να επιστρέψω στη ζωή εκεί έξω, σκεφτόμουν πόσοι θάνατοι υπάρχουν πολύ και για πολύ πριν την οριστική παύση της αναπνοής και της κυκλοφορίας. Πόσες ταφές πριν το χώμα ή την αποτέφρωση. Άνθρωποι εγκλεισμένοι σε κιγκλιδώματα πολύμορφα και πολυώνυμα. «Είμαι ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν» μουγκρίζει ο ψυχασθενής ήρωας του Ψυλλάκη, τρόφιμος του Ψυχιατρείου Χανίων, καθώς γονατίζει και σκύβει το κεφάλι μέχρι το χώμα. Άνθρωποι που ίσως έχουν προσεγγίσει την αποκρυπτογράφηση του «Τι». Προχωρώντας προς «τον τόπο που τον κατοικούν οι αντιλέξεις / τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφούν το νόημά τους» όπως ισχυρίστηκε ο αγαπημένος μου ποιητής που τέλειωσε τις μέρες του πιο δύσκολα από πολλούς ματαιωμένους της ζωής.

Νόμιζα μέχρι πριν λίγο πως είχαμε εμείς -ξέρεις ποιοι- το θλιβερό προνόμιο να γιατροπορεύουμε απεγνωσμένους.  Ψυχιατρική: το ανώτατο στάδιο της Ιατρικής Βίας.
Και βρες μου εσύ την εναλλακτική…

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here