Ανιστόρητη αντιπαλότητα

Toυ Αλέξανδρου Αρδαβάνη

ιατρού, συγγραφέα

 

Τους ακολουθούσα τρεις μέρες να διαφωνούν.

Ο νεοφιλελεύθερος και ο γιαλαντζί αριστερός· αυτός που επιτηρώ από καιρό.

Στην αποκορύφωση των διαλόγων τους, ο νεαρός πρωθυπουργός του προτεκτοράτου. Με τις προσδοκίες του μικρού ετούτου λαού στην κωλότσεπη του τζην και τις βεβαιότητες επικράτησης του Δίκαιου στον Κόσμο βαριά κλονισμένες. Έτσι τον φαντάζεται ο γιαλαντζί αριστερός, όσο κι αν αμφιβάλλει. Αμφίπλευρα συμπιεσμένο από τους οπαδούς του «laissez faire» και τους άλλους του «τι Παπάγος τι Πλαστήρας» σε όλες τις εγχώριες ή διεθνείς παραλλαγές.

Ο Μικρός· στα πέριξ του κλονιζόμενου πλανηταρχείου, εκεί που καταστρώνονται τα σχέδια Ελέγχου, χωρίς συναισθήματα-πλοηγούς αλλά με τα Συμφέροντα να υπαγορεύουν κάθε μοίρα μεταβολής της πορείας του σκάφους της ανθρωπότητας. «Δεν ξέρει καλά Αγγλικά, δεν πήγε προετοιμασμένος, θλιβερή εικόνα -γελούσαν μαζί του οι «επιχειρηματίες», πρέπει να ευχαριστήσει τις ΗΠΑ όπως ο αλήστου μνήμης λογιστής στα Ίμια… Ωκεανός αμφίπλευρης κακεντρέχειας, τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω, σκέφτεται ο γιαλαντζί αριστερός που δηλώνει Τυχαιολάτρης -η οργισμένη ή ευνοϊκή Τυχαιότητα θα ορίσει τον δρόμο μας, μουρμουρίζει συχνά.
Μείναν όμως τελικά και οι δυο νικητές.

Ο ένας στη θηριώδη σιγουριά του. «Το παν είναι η οικονομία» είπε ξανά φιλάρεσκα και συμπλήρωσε «αν δεν προσελκύσουμε επενδύσεις, είμαστε καταδικασμένοι…» Τα πάντα τα ρυθμίζει η Αγορά…» Για τον ανυπεράσπιστο -πρώην- πολίτη του προτεκτοράτου μας, του κόσμου ολόκληρου τους δούλους, τσιμουδιά. Πού ζουν, τι τρώνε, πώς κοιμούνται; Σε ποιο πεζοδρόμιο ή καλύβα θα ξημερώσει η επόμενη μέρα τους; Επειδή  οι ταπεινωμένοι, φύσει ή θέσει, γι’ αυτόν τον winner-winner απλώς δεν υπάρχουν παρά ως χώμα συμπαγές από τα ποδοπατήματα.  Έδαφος πετρωμένο, μωσαϊκό ή μάρμαρο να στρώνουν την οδό που αυτός και οι όμοιοί του βαδίζουν προς τον θρίαμβο και την αποθέωση.

Ο άλλος στη ρικνή αβεβαιότητά του. Αυτή που καταλήγουν να ρουφιώνται όσοι βλέπουν και ακούνε με τα μάτια και τα αυτιά της ψυχής, όχι τα εργαλεία της νόησης. Όσοι προχωρουν και δρουν ακουμπώντας το χέρι στο στήθος, αυτό το πανάρχαιο και πανανθρώπινο σήμα της εγγύτητας. Αυτοί που δεν αποτελειώνουν τον πεσμένο στην άμμο της Αρένας αντίπαλο μονομάχο· δεν περνούν από πάνω του για να πάρουν το εύγε και την εύνοια του Αυτοκράτορα αλλά γυρίζουν και κοιτάζουν με συμπόνια το στερημένο πλήθος στις κερκίδες.

Νικητές αμφότεροι λοιπόν. Και ο φανατικός πιστός και ο αποστερημένος την ακλόνητη πίστη.
Ο βέβαιος και ο αβέβαιος προχωρώντας δίπλα-δίπλα, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, διαπληκτιζόμενοι, προς την κοινή Έξοδο. Ο ένας από τη φαρδιά αλλά αδιάφορη για τους χρήστες της λεωφόρο της δόξας ο άλλος από το στενό παράδρομο μονοπάτι, εκεί που στις φυλλωσιές φωλιάζουν πουλιά, άνθρωποι ξεχασμένοι· με τις μιλιές τους, ότι δηλώνει ζωή και όχι παγερά αψεγάδιαστα έργα αλλοιωμένων ανθρώπινων μυαλών και χεριών.

Στην ίδια κατεύθυνση πορευόμενοι. Αλλά ο αβέβαιος θα ξεψυχίσει ακουμπισμένος στον ξύλινο στύλο του τηλέγραφου -εκεί που πρωτοέμαθε να ακούει το μανιασμένο κλικ-κλικ των πληροφοριών- ενώ ο βέβαιος θα αναγεννηθεί καθώς θα περνά από πάνω του το τραίνο με τις κόκκινες σημαίες της Επανάστασης.  Αφού η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο θα προσκρούει πάντα στα βράχια του αμετακίνητου Κόσμου· ξανά και ξανά.*

Κάποια στιγμή ο αβέβαιος ψέλλισε στον βέβαιο «είμαστε μαζί, από την ίδια μεριά, μα δεν το ξέρουμε» αλλά ο άλλος φάνηκε να μην το άκουσε. Και πώς ν’ ακούσεις θωρακισμένος στην πανοπλία του Εγώ;

Κι εγώ σκεφτόμουν εκείνο το πρεζόνι στο φανάρι να σέρνεται και να επαιτεί λίγα κέρματα. Τόσα πρεζόνια, τόσα κουρέλια. Κλεισμένα κι αυτά στη διάτρητη φυλακή τους, χωρίς Εγώ, χωρίς έχειν, χωρίς τίποτα να τα συγκρατούν σε τούτον τον ανελέητο κόσμο. Τίποτα πέρα από το να μην πονούν χωρίς τη δόση τους.

* Η τελευταία σκηνή στο «1900» του Μ. Μπερτολούτσι.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here