1989 Μαρξ και Φρόϊντ

Του Αλέξανδρου Ασωνίτη, συγγραφέα,
      Πριν εικοσιέξι χρόνια τέτοιες μέρες έπεφτε το τείχος του Βερολίνου. Παρακάμπτοντας την ένωση των δύο Γερμανιών, για πολλούς  ήταν ζήτημα χρόνου η εμφάνιση του Δ΄ Ράιχ, πράγμα που δυστυχώς συνέβη με ευθύνη Ευρώπης και ΗΠΑ, η πτώση του τείχους ήταν η ταφόπλακα για μια θεωρία που είχε συνταράξει την ανθρωπότητα επί ενάμιση αιώνα υποσχόμενη μια άλλη, καλύτερη, δικαιότερη κοινωνία και μοιράζοντας απλόχερα ελπίδες (που ως γνωστόν δεν κοστίζουν τίποτα στους γραφειοκράτες).
     Όταν όμως ο Τσε Γκεβάρα έλεγε, πρέπει να αλλάξουμε τον άνθρωπο, να φτιάξουμε τον Νέο Άνθρωπο, έθετε σε πρώτη γραμμή το κύριο ζήτημα: Αλλάζει ο άνθρωπος ή τα βασικά χαρακτηριστικά του μένουν αναλλοίωτα; Γιατί αν μένουν αναλλοίωτα, πρέπει να προσαρμόσουμε κάθε θεωρία στην πραγματικότητα των χαρακτηριστικών αυτών, όχι να πλάσουμε μια εικονική πραγματικότητα και να την προσαρμόσουμε στην θεωρία μας.
    Θα περίμενε κάποιος, λοιπόν, μετά την αποκάλυψη ότι όλα ανεξαιρέτως τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» είχαν καταλήξει σύντομα σε φριχτές δικτατορίες, σε στυγνά απολυταρχικά, ολοκληρωτικά, σκοταδιστικά συστήματα που κυβερνούσαν με βία και  τρόμο, με διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις, που είχαν αντικαταστήσει την «εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο» (λές και ήταν δυνατόν να εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο κάποιο άλλο ον, εκτός από τον άνθρωπο), με την «εκμετάλλευση του ανθρώπου από το Κόμμα». Το Κόμμα, μια από τις πιο εφιαλτικές και άρρωστες επινοήσεις  του ανθρώπου, χειρότερη κι απ’ την εκκλησία, συνισταμένη των πιο μισαλλόδοξων και αυταρχικών κοσμοθεωριών και δογμάτων, ανά τους αιώνες.
    Ένα τέτοιο Δόγμα ήταν και είναι ο Μαρξισμός. Όχι ως εξαιρετική ανάλυση της οικονομίστικης βάσης του καπιταλισμού, αλλά ως κοσμοθεωρία που χτίσθηκε πάνω ακριβώς σ’ αυτήν την ανάλυση της οικονομίστικης βάσης. Θα μπορούσαμε εύκολα να πούμε πως, από την στιγμή που έδωσε απόλυτη προτεραιότητα στην οικονομία, δεν θα εξελισσόταν σε τίποτα καλύτερο, αφού η οικονομία εξ ορισμού  αντιστρατεύεται την δημοκρατία και τον πολιτισμό (απόδειξη οι διεθνείς  και εγχώριοι οικονομολόγοι, βλ. Στουρνάρας), άρα η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη.
     Γιατί, όμως, καπιταλισμός (κατά την μαρξιστική προσέγγιση, τουλάχιστον), κυριαρχία της οικονομίας και συγκέντρωση πλούτου σε κάστες και επαγγελματικές ομάδες, που καθορίζουν την πολιτική, δεν υπήρχε  στην ελληνική αρχαιότητα; Τον γεννήτορα της κανονικής, της άμεσης δημοκρατίας, αίτημα των πιο προχωρήμενων σήμερα ομάδων, που ωστόσο δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν ότι η δημοκρατία είναι φιλοσοφικό και όχι απλώς πολιτικό σύστημα κι ότι είναι καρπός άλλης κοσμοθέασης που εξηγεί και αντιμετωπίζει αλλοιώς τον κόσμο και τον άνθρωπο.
      Το 1989, λοιπόν, οι απανταχού μαρξιστές ήρθαν αντιμέτωποι με ένα σκληρό, σαν τα ατσάλινα μπράτσα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ερώτημα-δίλημμα: Τι κάνουμε τώρα; Θα παραδεχθούμε ότι όσα πιστεύαμε ήταν λάθος, ότι χτίσαμε την ζωή μας σε ένα δόγμα/κόμμα που μας εξαπάτησε, θα ζητήσουμε συγγνώμη απ’ όσους παρασύραμε με τον  αγνό και άδολο ενθουσιασμό μας, την ακέραιη πίστη μας, την λαχτάρα μας για έναν δικαιότερο κόσμο; Θα ομολόγησουμε το λάθος μας, στον εαυτό μας πρώτα απ’  όλα; Γι’αυτην την εσωτερική διεργασία μιλάω, όχι για καμμιά δήλωση.
     Χρειαζόταν λίγη γενναιότητα, λίγος αυτοσαρκασμός, λιγώτερος εγωϊσμός και ναρκισσισμός και περισσότερη ευρυχωρία νου και ψυχής, για να απαγγείλει κάποιος τους γνωστούς στίχους του Σεφέρη: «…με τι καρδιά και τι πνοή, τι φόβο και τι πάθος πήραμε την ζωή μας. λάθος, κι αλλάξαμε ζωή…». Χρειαζόταν λίγη συναίσθηση ότι η ζωή απαρτίζεται από σωστά και λάθη, κι ότι ο άνθρωπος  κολυμπάει ανάμεσα στα λάθη, γιατί απλώς  δεν μπορεί να είναι αλάνθαστος. Αλλά η πίστη στο Δόγμα και στο Κόμμα, η υπηρεσία στο νεοπαπικό «αλάνθαστο», έστω και για λίγο, είχε στομώσει όλες τις διόδους, είχε πνίξει όλα τα εγκεφαλικά κύτταρα που αντικρύζουν τον ορίζοντα μεταφέροντας την γεύση του παιχνιδιού στην καρδιά μας. Η Ηρακλείτεια γνώση ότι: «παις ο αιών παίζων πεσσεύων, παιδός η βασιλίη» είχε χαθεί, πριν καν έρθει στην επιφάνεια. Αυτή ήταν η Παυλώφεια διαπαιδαγώγησή τους. «Εμείς δεν κάνουμε ποτέ λάθος, το ιστορικό προτσές θα μας δικαιώσει. Το αύριο είναι δικό μας.» Οι λέξεις είναι υποχείριά τους. Κι όσο πιο βαρύγδουπες, τόσο πιο πολύ.
    Το μέτρο του συντεθλιμμένου από το κόμμα-δόγμα καλοπροαίρετου ανθρώπου  δίνει η ανατριχιαστική δήλωση Πλουμπίδη: «Αν το κόμμα πει ότι είμαι χαφιές, να το πιστέψετε. Αν πει πως δεν είμαι χαφιές, πάλι να το πιστέψετε». Ούτε ένα ρομπότ δεν θα το ξεστόμιζε.
    Ποιος, λοιπόν, είχε την γενναιότητα να πει ότι είχε κάνει λάθος, αλλά δεν ευθυνόταν αυτός; Γιατί γεγονός είναι ότι οι υποστηρικτές του Δόγματος και του Κόμματος έχουν την μικρότερη ευθύνη: αυτοί, κι ο αναντίρρητος ηρωϊσμός τους, είναι τα πρώτα θύματά τους,  οι πολιτικοί πρόσφυγές μας στα σοσιαλιστικά καθεστώτα το ξέρουν καλύτερα απ’  όλους, άσχετα αν το ομολογούν ή όχι.
    Στην Ελλάδα, το 1989, ωστόσο, η κατάσταση ήταν ονειρώδης παρά την πτώση του τείχους. Αυτοκριτική, γιατί; Όλα μια χαρά πήγαιναν, ο ενιαίος συνασπισμός ήταν  κυβέρνηση με την μητσοτακική δεξιά, οι διαφορές Κκε και Κκε/εσ. είχαν  γεφυρωθεί.
    Όταν λίγο αργότερα τα «αδέλφια» ξαναχώρισαν, έπρεπε να ψελλίσουν κάτι για την σοσιαλιστική κόλαση  των γκουλάγκ και της Σοβιετικής  Μακρονήσου. Αλλά πρώτα είχαν δώσει μαθήματα υψηλής στρατηγικής και διορατικότητας: ο κόσμος είχε έρθει ανάποδα, κι εκείνα, κι εμείς, εκτός ιστορίας πάντα, ασχολιόμασταν με τον (ελεύθερο από χρόνια πλέον) Κοσκωτά και τους  σωματαφύλακές του (κάποιοι απεδείχθησαν και έμποροι ναρκωτικών).
      Τα στελέχη του  Κκε δεν παραδέχθηκαν ποτέ τίποτα, επρόκειτο για μια ακόμα αστικοκαπιταλιστικοιμπεριαλιστική συνωμοσία που δεν πτοεί την παγκόσμια εργατική τάξη (που στην βιομηχανική Δύση δεν έδινε και δεν δίνει δεκάρα για τις μεγαλοστομίες τους). Τα στελέχη του Κκε/ες απ’ την άλλη, παρ’  ότι είχαν ασκήσει πολλές φορές εύστοχη κριτική στην μονολιθικότητα του επίσημου κόμματος/αντιπροσωπείας της Μόσχας, απεδείχθη ότι είχαν αναπτύξει πιο περίπλοκο ψυχισμό, οι κακές κουκουέδικες γλώσσες  έλεγαν  ότι αυτό οφειλόταν στις ρεφορμιστικούς ακροβατισμούς τους και στην συμμαχία τους με το επάρατο κεφάλαιο. Ή στις σχέσεις τους και την φημολογούμενη (;) χρηματοδότησή τους από τον σύντροφο ανανεωτή Τσαουσέσκου.
    Αυτά τα στελέχη όμως, της ανανεωτικής αριστεράς, κατάφεραν κι έδωσαν και δίνουν τον τόνο στην Ελλάδα, από το 1990 και μετά. Με μια πιρουέττα που θα ζήλευαν κι οι πρωτοχορευτές των Μπολσόι, αντιμετώπισαν την ταφόπλακα και την αποκάλυψη των γκουλάγκ με υπεροψία και χλεύη: ό,τι και να είχε αποκαλυφθεί, όσο κι αν  οποιαδήποτε άλλη θεωρία θα ‘χε εξαφανισθεί και οι οπαδοί της δεν θα είχαν μάτια ν’ αντικρύσουν τον κόσμο, αυτοί επέμεναν αλαζονικά: ο Μαρξ δεν είχε κάνει λάθος, κι αφού δεν είχε κάνει λάθος, δεν είχαν κάνει ούτε αυτοί! Αυτοί, ο εαυτός τους, το άλας της γης, το χρυσάφι του κόσμου, σωστά είχε πράξει: και είχαν δει και στηλιτεύσει  την κακή εφαρμογή, και τώρα έβλεπαν ακόμα καλύτερα:  Η πτώση του τείχους απελευθέρωνε τον «ελληνικό εθνικισμό» κι  έπρεπε να ‘ναι σε επαναστατική επιφυλακή, γιατί ό,τι βαφτίζουν «εθνικισμός» είναι εχθρός τους, ειδικά αφού τον κατασκευάζουν εκείνοι για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους. Οι δε μετανάστες από τα «σοσιαλιστικά» κράτη και τον πόλεμο του Κόλπου ανεδείκνυαν τα ρατσιστικά χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας (που μέχρι  τότε είχε γράψει δεκάδες τραγούδια για τους τσιγγάνους, πχ., κι άλλα που αναφέρουν με σεβασμό τον Αλλάχ).
    Αυτή ήταν η  μεγάλη τους, συγκλονιστική ανακάλυψη και χαρούμενοι την διάνθισαν και την ολοκλήρωσαν. Το νέο αφήγημα της ανανεωτικής αριστεράς, απάντηση στον εξευτελισμό του μαρξισμού και στην εγωμανή,  μίζερη  άρνησή τους για λίγη αυτοκριτική,  διαλαλούσε με χαρούμενους λαρυγγισμούς ότι:
       Η Ελλάδα είναι η χώρα στην οποία συμβαίνουν όλα όσα καταγγέλει ο μαρξισμός, κι έτσι πρέπει να την αντιμετωπίσουμε. Το λέμε εμείς, που είμαστε ανανεωτές, άρα είμαστε δυο φορές αλάνθαστοι. Η Ελλάδα λοιπόν: α) είχε μια φασιστική αρχαιότητα, παλιό και ομολογημένο το αθεράπευτο και ανεκρίζωτο κόμπλεξ  των μαρξιστών με την αρχαιότητα β)  η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική (ελλείψει καπιταλιστών,  καπιτάλας είναι ο ψιλικατζής της γειτονιάς),  φασιστική (κι ας έπαιρνε  η χρυσή αυγή 0.29, το ανώτατο), ρατσιστική χώρα (κι ας μην υπήρχε κανένα δείγμα) γ) είναι ιμπεριαλιστική απ’ τα γεννοφάσκια της, το 1821. Εμείς, οι ανανεωτές, θα ξαναγράψουμε την ιστορία της, εμείς ξέρουμε. Είμαστε τυχεροί που ζούμε στην χώρα απ’ την οποία άντλησε έμπνευση ο Μάρξ (που ήταν εναντίον της ελληνικής επανάστασης, εναντίον της υπάρξεως μας δηλαδή. Πώς να το εκλάβουμε,  τι σημαίνει; Λίγο αυτοσεβασμό να ‘χαμε, θα περιφρονούσαμε αιωνίως τον  πολέμιο της ελευθερίας μας).
      Η πραγματικότητα της εποχής τούς έδινε, δήθεν, άλλοθι: Το Μακεδονικό, παλιός στόχος της σοβιετικής σοσιαλιμπεριαλιστικής πολιτικής, αποδείκνυε τον «ελληνικό εθνικισμό» κι ας είναι μια από τις πιο κραυγαλέες και αισχρές απάτες της παγκόσμιας πολιτικής: όλοι ξέρουν, διεθνώς, ότι οι βούλγαρικής/σλάβικης καταγωγής κάτοικοι της Φύρομ έχουν τόση σχέση με την Μακεδονία, όσο τα γκουλάγκ με την δημοκρατία.
    Και τα προσφυγικά κύματα, που ξεχύθηκαν απ’ τις σοσιαλιστικές χώρες στερημένα και λαίμαργα για τα πιο απλά αγαθά, απεδείκνυαν τον «ελληνικό ρατσισμό». Δεν έχει σημασία που η χώρα ήταν ανέτοιμη, δεν ζητούσε εργατικά χέρια, δεν είχε υποδομές, αλλά γινόταν ξαφνικά χώρα μεταναστευτικού προορισμού με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
    Οι νεωτεριστές/ψευτοδιεθνιστές προσπαθώντας να αποδείξουν πόσο δίκιο έχει ο εαυτός τους, μόνον αυτός, πόσο δίκιο έχει ο μαρξισμός, μόνον αυτός, τσαλαβούτησαν σ’ όλη την ελληνική ιστορία κατασκευάζοντας «στοιχεία» για να τα αντιπαραβάλλουν σε ό,τι δραστηριότητες των μεταναστών προκαλούσαν αντίδραση. Σημειωτέον, η πλειοψηφία των ανανεωτών, αν και πούροι επαναστάτες, δούλευαν και δουλεύουν σε εφημερίδες ιδιοκτησίας του πιο παρεμβατικού κεφαλαίου (ή του εναλλακτιοκού: εκεί αμοίβονταν υπερπλουσιοπάροχα). Πώς  τα καταφέρνουν, οι επαναστάτες; Αλλά, βέβαια, αυτοί είναι άμωμοι, αψεγάδιαστοι, αυτοί στηλιτεύουν τον ελληνικό φασισμό, ιμπεριαλισμό, την «σφαγή» στην Τριπολιτσά, την «σφαγή» των Τούρκων το 1921, την «σφαγή» των τουρκοκυπρίων το 1964, κλπ, κλπ. Οι τρίτοι, ειδικά οι Τούρκοι, δεν έκαναν ποτέ τίποτα, μόνο η Ελλάδα έκανε.
       ΄Ετσι εξηγείται πως κανείς απ’ αυτούς δεν πρόβαλλε το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, ήταν «εθνικισμός» κι αυτό. Όλη η ελληνική ιστορία (μέχρι κι η εθνική αντίσταση κι ο Βελουχιώτης), η χάλκευσή της, η μεροληπτική ανάγνωσή της, η διαστρέβλωσή της έγινε  το προνομιακό πεδίο των νεωτεριστών τιμητών που, κάποιοι εξ αυτών, βγάζουν και βιβλία με λεφτά γερμανικών «προοδευτικών» ιδρυμάτων. Θα αθωώσουν και τους ναζί προκειμένου να πετύχουν τον πρώτιστο στόχο τους: το να  είσαι έλληνας, να  ισοδυναμεί με κατηγορία αλλά και ενοχή. Ίδιοι και χειρότεροι με τους  Θεοδόσιους, Ιουστινιανούς και Κωνσταντίνους. Και με τον Ζαχαριάδη,  που χαρακτήριζε περιφρονητικά «Ελασίτες», όποιους διαφωνούσαν μαζί του.
     Και μεταξύ άλλων φαντασιώνονται έναν ακμάζοντα αντισημιτισμό στην Ελλάδα ή παραλογίζονται ότι χρησιμοποιούμε τον όρο «γενοκτονία» για να μην το χρησιμοποιούν μόνο οι Εβραίοι (!!!). Θα ήταν γραφικοί,  συναγωνιζόμενοι τους τύπους της επιθεώρησης, αν δεν είχαν  φροντίσει να αποκτήσουν εξουσία.
       Ό,τι παράλογη, ανυπόστατη κατηγορία σκεφτούν, την εκτοξεύουν ως γεγονός στην κοινωνία και την αποπροσανατολίζουν, την αδρανοποιούν, παραβλέποντας εσκεμμένα ότι η ιστορική διαδρομή των λαών είναι το μόνο ασφαλές κριτήριο για συμπεράσματα, κάνοντας τον σκοταδισμό και την μισαλλοδοξία τους παντιέρα αριστεροφροσύνης. Κυριαρχούν στα ΜΜΕ από δεκαετιών και δικάζουν, καταδικάζουν, εξοντώνουν όποιον θέσει η τρομερή σταλινική ιδεοληψία τους στο στόχαστρο.
   Κι όλα αυτά, επειδή αρνούνται να δούνε την πραγματικότητα, επειδή αρνούνται να δεχθούν ότι υποστηρίζουν μια λάθος θεώρηση. Ο Μαρξισμός  βιομηχανικές, κοινοβουλευτικές χώρες ανέταμε -και γεωργικές, μη κουνοβουλευτικές τον υιοθέτησαν! Τέτοια επιτυχία! Ποια άλλη θεωρία το κατάφερε αυτό; (Αλλά μην ξεχνάμε πως  βελτίωσε σημαντικά την θέση των εργατών στις βιομηχανικές χώρες.) Γι’ αυτό κι οι νεωτεριστές, μαζί με τους χρυσαυγίτες-ναζιστές, τροφοδοτούν και  διαιωνίζουν τον εμφύλιο: Ο εμφύλιος είναι το άλλοθι, το αποκούμπι τους, και  σκοπός τους η απρόσκοπτη άσκηση έμμεσης εξουσίας, όχι η πολιτιστική, κοινωνική, οικονομική εξέλιξη του λαού και της χώρας. Εϊναι το τελευταίο που τους ενδιαφέρει.
      Ο,τιδήποτε ελληνικό τροφοδοτεί το ανεξάντλητο μίσος τους για την Ελλάδα και την διαχρονική παρουσία της. Αλλά η Ελλάδα ήταν άξονας του έργου και της σκέψης για όλους τους δημιουργούς, απ’ τον Αξελό και τον Καστοριάδη, μέχρι τον Ελύτη και τον Καφάβη, τον Σκαλκώτα και τον Ξενάκη. Αλλά οι νεωτεριστές δεν έχουν ούτε το θάρρος ούτε την ικανότητα να βελτιώσουν λίγο τουλάχιστον τον εαυτό τους, ώστε να αποδειχθούν στοιχειωδώς αντάξιοι του ελληνικού ήθους και πολιτισμού, παλιού και σύγχρονου, λόγιου και λαϊκού (τον  λαϊκό τον τον μισούν σαν την αρχαιότητα). Επί πλέον,  δεν έχουν απολύτως κανένα πρωτογενές, δημιουργικό ταλέντο, και πώς να το αντέξουν αυτό, οι αριστείς των συμπλεγμάτων; Η ύβρις τους έχει τιμωρηθεί πρωθύστερα. Ατάλαντοι, ανίκανοι. Άξιοι κάθε οίκτου.
    Αν όσα έγραψα είναι εύστοχα, εξηγούν το ψυχικό και νοητικό υπόβαθρο όσων «πολιτικών», «ιστορικών», «συγγραφέων»  κ.λπ μας βομβαρδίζουν συνεχώς με «δηλώσεις» και «απόψεις». Ενεός αναλογίζεται κάποιος τι θα έσουρναν και πώς θα βυσσοδομούσαν, αν η Ελλάδα είχε πολεμήσει με τους ναζί! Ή αν είχε κάνει γενοκτονίες ή είχε αποικίες!
      Εύχομαι κάποτε να χαρούν λίγο την πραγματικότητα και να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους.
  ΥΓ: «…Μουσαφιραίοι είμαστε, στο χώμα που πατάμε, απ’ το μηδέν προήρθαμε, και στο μηδέν θα πάμε… Του Χάρου το γραμμάτιο όλοι θα το  ξοφλήσουμε, τι σήμερα, τι αύριο, απ’ την ζωή θα σβήσουμε.» Το πιο γνωστό  (Γ. Βασιλόπουλος- Β. Ατραΐδης) και σημαντικό τραγούδι της Φωτεινής Μαυράκη που πέθανε την προηγούμενη βδομάδα. Καλό της ταξίδι.
Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here