Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Μια ακόμα επέτειος τελειώνει.
Διαβάζω με μανία (παθητική αλγολαγνεία το λέει η ψυχιατρική) το πλήθος των αναρτήσεων από τους παντοτινούς κρυμμένους στο μαντρί της σιγουριάς -«ανθρώπους χωρίς λεβεντιά» τους ονομάζει ο Μανόλης στο ΥΓ. Οι ρεβανσιστές της υποταγής. Τα παπαγαλάκια της ακινησίας στο τέλμα της όποιας δουλείας -με τις αφεντιές τους στο ρόλο του επιστάτη με το μαστίγιο. Στο τέλος τέλος δίκιο έχουν κι αυτοί -«δεν έφταιγεν εκείνος, τόσος ήτανε» επιμένει ο Μανόλης.

Πνιγμένος από εσωτερικά δάκρυα -και όμως κυρία μου οι άντρες κλαίνε- επαναφέρω ένα κείμενο, γραμμένο το 2012. Θυμάστε την Πλατεία με τους Αγανακτισμένους; Ναι, είναι αλήθεια: «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή»…

Σάββατο βράδυ στην Πλατεία

Σάββατο βράδυ, στην Πλατεία που άνθισε ξαφνικά για να ζήσει ένα μήνα μόνο, βραχύβια όπως τα λουλούδια όλα, και μοιάζει να ψυχορραγεί. Στη ζήση αυτή που τη μισούμε/Στη γης αυτή που μας μισεί /Κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε /Πόνε πικρέ και πόνε αψύ/¨Ηρθες εσύ μιαν άγιαν ώρα /Όραμα θείο και ξαφνικό/ Και γέμισεν ανθόν οπώρα /Κελαηδισμόν παθητικό /Όλ’ η καρδιά μας όλ’ η χώρα /Γιατί έτσι λίγο να βαστάξει /Τούτ’ η γιορτή κι η Πασχαλιά /Έφυγες κι έχουμε ρημάξει / Ξανά και πάλι η Πασχαλιά /Γιατί έτσι λίγο να βαστάξει τραγουδάει λυπημένος ο Βάρναλης και νιώθω σα να το ‘γραψε απόψε και να το απαγγέλλει με τη πεισματικά νεανική φωνή τού ροκά υπερήλικα.
Στην πάνω Πλατεία ο δρόμος έχει κλείσει με ανθρώπινη αλυσίδα, όχι από την Αστυνομία που αφήνει, επίτηδες μάλλον, τους οδηγούς να φτάσουν εκεί για να ταλαιπωρηθούν και να μουρμουρίζουν βρισιές για τους τελευταίους που επιμένουν… Μπάτσοι Γουρούνια Δολοφόνοι, η ιαχή ακούγεται τώρα από τριάντα σαράντα άτομα που κοιτάζουν με μίσος τα παλικαράκια με τις πυρίμαχες στολές, τις ασπίδες και τα κράνη∙ τους μπάτσους με τη σιγουριά των οχτακοσίων στο πορτοφόλι. Ακούγεται σαν εξασθενημένη ηχώ όχι ήχος παρών. Στην κάτω Πλατεία περισσεύουν πια οι μαύροι μικροπωλητές, ξαπλωμένοι νωχελικά πίσω από την πραμάτεια τους, τσάντες, τσαντάκια, μπρελόκ και ό,τι άλλο περιττό επινοεί ο άνθρωπος πωλητής. Ο αέρας, ακόμα φορτωμένος χημικά, αρωματισμένος από εφήβους που ερωτοτροπούν στρίβοντας τσιγάρο καθισμένοι σταυροπόδι πάνω σε όσους μαρμάρινους πάγκους δεν ξηλώθηκαν από τους «οργισμένους κουκουλοφόρους». Και μόνο ένα περίπτερο έμεινε καμμένο κουφάρι, τα υπόλοιπα ξεκίνησαν ξανά με το παρδαλό εμπόρευμα ξεδιπλωμένο –πώς αναγεννάται έτσι γρήγορα το ποικιλώνυμο εμπόριο ακόμα και από τις πιο μαύρες στάχτες; Μένουν αραιά και που οι περίεργοι, κάποιοι περαστικοί, όπως και η αφεντιά μου που ήδη νιώθει τις πρώτες σπρωξιές από τον ίλιγγο που με βασανίζει πάνω από δύο μήνες. Ίλιγγος και αγοραφοβική ώση ευτυχώς περιορισμένη απόψε, ο κόσμος είναι αραιός. Αλλά και οι πόνοι από τους κάλους στα πέλματα ανεπηρέαστοι από την πυκνότητα του πλήθους, όπως και οι κλήσεις των απεγνωσμένων μου στο κινητό.
Τι να πρωτοδείς και να καταγράψεις με υπολειπόμενα αισθητήρια και μια έρπουσα μελαγχολία; Πρόσεξε λοιπόν τι κράτησα απ’ όσα μου επέτρεψαν τα ελαττωματικά μάτια μου να δω: τον Έρωτα που βλασταίνει ορμητικά μέσα στον ξεσηκωμό, μέσα στη φοβερή ερημία αλλά και τη βακχεία του πλήθους∙ εκεί που γνώρισε κι αγαπήθηκαν, είπε, τον άντρα της μια Ιφιγένεια με τον τσαγκάρη πατέρα εκτελεσμένο από τους Γερμανούς –ο τσαγκάρης κατηγορήθηκε πως έφτιαχνε κι έστελνε άρβυλα στους αντάρτες, στον γιό του δηλαδή που ήταν ανάμεσά τους -το τελευταίο του χειρόγραφο σημείωμα, μια υποθήκη στα παιδιά του, φυλαγμένο σε κάποιο μουσείο Εθνικής Αντίστασης, ανάμεσα σε πλήθος άλλα τεκμήρια συντριβής ελπίδων.

Η Δήμητρα πάντως επιμένει στην κάτω γωνιά, με τα φοιτητάκια της βουτηγμένα στο πηχτό μελάνι να τυπώνουν σε χαρτί από περιοδικά την ακόμα αγρατζούνιστη ή πρώιμα χαρακωμένη ψυχή τους∙ τα κουρελάκια τους στεγνώνουν ανεμίζοντας στον ζεστό αέρα της πλατείας με την επίμονη αποφορά των χημικών. Με τα χαρτονένια συνθήματα μπροστά στη συνέλευση των καλλιτεχνών που παλεύουν να κρατήσουν το φυλλορρόημα των περαστικών από την Πλατεία που βούλιαζε από ποδοβολητά και τις κραυγές της Ζωής που επιμένει να ανασαίνει ενάντια στους φονιάδες της∙ του αρχέτυπου Δήμου που άντεξε μέχρι τη Μαύρη Τετάρτη και τώρα γυρίζει πίσω στην παράγκα του Εγώ να κρατήσει ό,τι απομένει, ό,τι προλαβαίνει να περιχαρακωθεί. Η Βέρα, η φλογερή ακτιβίστρια είναι λέει θυμωμένη αλλά χαμογελά δείχνοντας τη μισοάδεια Πλατεία, ίσως αμήχανα ίσως ανεπαίσθητα αποδεχόμενη…
Τέλειωσε, τέλειωσε Αλέξανδρε λέει μισοβουρκωμένη η Έφη, με τη χαρακιά της απόλυσης του περασμένου χειμώνα ακόμα να ματώνει από μέσα.
Όχι δεν τέλειωσε, δε μπορεί να τελειώσει όσο υπάρχουν τα αίτια που το προκαλούν, θα γίνουν φωτιές και θα ανάψουν στα πιο απίθανα σημεία της πόλης αύριο Κυριακή, την άλλη Κυριακή ή την παραπέρα μέρα θα ξαναπλημμυρίσουν ίσως την πλατεία, κάθε πλατεία και κάθε στενό δρομάκι, είναι η ανάγκη που οδηγεί…δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης ο πλαστουργός της νιας ζωής εγώ είμαι γέννημα ανάγκης κι ώριμο τέκνο της οργής…ακούω όπως ηχώ τον άλλον εγώ να μουρμουρίζει ανακατεύοντας ήχους, στιγμές και στίχους της νιότης του∙ ακούω τον πένητα αλκοολικό ποιητή ξεψυχώντας να ψιθυρίζει στο περιθώριο του τελευταίου σημειωματάριου …»ν’ ανεβαίνει η φωτιά ν’ ανεβαίνει εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη»∙ ακούω τον Μανόλη να κρατά ζωντανό τον Χάρη που χάθηκε στα 1944… «Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι /Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες / Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια./Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη/ Ξεχώρισες μια: Eίν’ η δική του. Aνάβει μικρές πυρκαγιές /Xιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας /Eίν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος /Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος /Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως».
Έφτασα από τους τελευταίους, ναι, μπορεί και ο τελευταίος. Κι ας λέει ο φίλος μου ο Σταύρος πως ένιωθε ότι ήμουν εκεί μαζί του όλες εκείνες τις μέρες. Άργησα. Από φόβο μην αναμειχθώ με το πλήθος ή μη μπλέξω σε επεισόδια και σπάσουν τα γυαλιά μου –αυτό με κυνηγάει από τότε που εξαρτημένος από τα γυαλιά∙ σήμερα είναι πρόσχημα. Όμως και από κεκτημένη επαγγελματική συνήθεια∙ φτάνουμε πάντα τελευταίοι εμείς -ποιοι μη ρωτήσεις αν με ξέρεις. Φτάνουμε όταν η έκβαση έχει ήδη κριθεί. Όψιμη πρόσκληση ή σκόπιμα καθυστερημένη προσέλευση δεν έχει πολλή σημασία.

Φτάνουμε κάποιοι δειλοί, διστακτικοί μπροστά στη Ζωή και τον Θάνατο. Σκύβουμε περισπούδαστοι και μελετούμε τις στάχτες∙ σημερινές και αυριανές. Προβλέπουμε την έλευση του μυθικού πτηνού. Τελευταίοι, με την πολυτέλεια της απόστασης από την πληγή και το ουρλιαχτό, αποφαινόμαστε και οιωνοσκοπούμε εκ του ασφαλούς.

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ