Φωτεινή Στεφανίδη: «Νοέμβριος 1948. Γιάννης Ρίτσος και Γιάννης Στεφανίδης μαζί στο Κοντοπούλι της Λήμνου»

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Θέλω να παρομοιάσω ένα σύννεφο
μ’ ένα ελάφι.
Δεν το μπορώ.
Με τον καιρό λιγοστεύουν τα καλά ψέματα.
Γιάννης Ρίτσος

 Έλα, κάποτε θα ζωγραφίσουμε κι εμείς. Θα φτιάξουν τα πράματα, όπως λέει κι ο γέρος σου. Αλήθεια, τι κάνει ο μπάρμπα Ευδαίμος;
 Γέρασε.

Γιάννης Στεφανίδης

 

«Ψάχνοντας τα ταχτοποιημένα συρτάρια του πατέρα, νομίζοντας ότι γνωρίζω καλά τι έχουν μέσα, ανοίγοντας τον φάκελλο με τα σχέδια της εξορίας που νόμιζα ότι γνώριζα, τρυπήθηκα. Τρυπήθηκα από μια καρφίτσα που συγκρατούσε δυο κομμάτια χαρτί. Πολύ φτηνό το χαρτί, που όμως κι αυτό ήταν δυσεύρετο το ’48 στο Κοντοπούλι γι’ αυτό και ματισμένο. Πώς θα χωρέσουν τέτοια παπούτσια, τέτοια πόδια σ’ ένα χαρτάκι τόσο δα. Πώς θ’ ακουστεί με άλλο τρόπο «εδώ ο πλούτος, εδώ η ψυχή, εδώ, επάνω στο υλικό που εξαϋλώνεται»;
Σχέδια άλλοτε ελαφριά σαν αέρας με το ελάχιστο της ύλης στο τσιγαρόχαρτο, κι άλλοτε τονισμένα με πένα από κάποιο καλάμι σε σκούρα λαδόκολλα. Νερομπογιές σε ό,τι χαρτί βρεθεί. Και όλα τους μυρίζουν βροχή κι αμύγδαλο με το τσόφλι κι αμπέλι κι ελιά. Κι αυτή η καρφίτσα να κουβαλάει επάνω της όλη την υγρασία του Κοντοπουλιού. Και να συνδέει -πόσο απαλά- τους δυο Γιάννηδες. Αλλά και βασανιστικά να τρυπάει. Εδώ ο πλούτος.

Αυτά δεν τα γνώριζα. Και δεν γνώριζα πόσες φορές συνάντησαν οι λέξεις του Ρίτσου τα σχέδια του πατέρα, ούτε και τώρα το γνωρίζω.
Ο πατέρας Γιάννης παρακάτω ζωγραφίζει τις μέρες της Λήμνου, μας λέει και δυο κουβέντες, πώς τις έζησε, πώς τις είδε. Ο ποιητής Γιάννης όμως τις γράφει, τις ΓΡΑΦΕΙ.» Με τη Φωτεινή, ανοίγουμε τον κρυφό πάτο της βαλίτσας του πατέρα της Γιάννη Στεφανίδη και καρφιτσώνουμε ζωγραφιές με ποιήματα.

ritsos_stefanidis_01

Πώς θα τα δούμε;
Ξεκινάμε με μια αναφορά του πατέρα για το ταξίδι προς τη Λήμνο, και βήμα βήμα, διαβάζοντας τα ημερολόγια εξορίας του Γιάννη Ρίτσου, βρίσκουμε τα σχέδια του Γιάννη Στεφανίδη που συνομιλούν, τι συνομιλούν, ανασαίνουν πλάι πλάι.

Αύγουστος 1948. Είμαι όρθιος, εγώ και καμιά τριανταριά άτομα, στην καρότσα ενός φορτηγού. Απ’ την Ασφάλεια μας φορτώσανε, και πού μας πάνε ακριβώς δεν ξέρουμε. Το σίγουρο είναι η εξορία, το πώς και πότε, θα δείξει. Κρατιέμαι απ’ το παραπέτο που ‘χει μια ξύλινη προέκταση καγκελωτή ως απάνω. Δίπλα μου στηρίζεται ένας άντρας που η εμφάνισή του είναι σε κραυγαλέα αντίθεση με τη δική μου και των υπόλοιπων. Τον λοξοκοιτάζω διακριτικά, τον παρατηρώ. Κοστούμι ταξιδιωτικό πιε-ντε-πουλ σε μοβ απόχρωση, λευκό πουκάμισο, γραβάτα. Φρεσκοξυρισμένος, καλοχτενισμένος, με την κολόνια του, παρακαλώ. Όλοι καταλήξαμε στην Ασφάλεια από διάφορα κρατητήρια και βρεθήκαμε εδώ βρόμικοι, αξύριστοι, κακομοιριασμένοι. Τώρα πώς τα κατάφερε αυτός να ‘ναι φιγουρίνι, δεν μπορούσα να φανταστώ. Όταν γνωριστήκαμε, κατάλαβα: είχε ακμαίο το ηθικό.
(…)
Το ‘νιωσε πως τον περιεργάζομαι, και μου σκάει ένα χαμόγελο:
–  Συγγνώμη, τι δουλειά κάνετε; με ρωτά.
–  Είμαι ζωγράφος.
–  Δηλαδή;
–  Να, τελείωσα τη Σχολή Καλών Τεχνών κι ως τώρα δούλευα σκιτσογράφος στην εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα».
–  Χαίρομαι που συναντώ έναν καλλιτέχνη.
–  Εσείς; ρωτώ με τη σειρά μου.
–  Είμαι ο Γιάννης Ρίτσος.
–  Α!
–  Είμαι ο ποιητής!
–  Τι να πω… σας ξέρω… σας έχω ακουστά, και χαίρομαι, χαίρομαι πολύ…

 Γιάννης Στεφανίδης, «Σκόρπιες σελίδες – Με τον Γιάννη Ρίτσο στην εξορία»

 

ritsos_stefanidis_02

29 Οκτωβρίου
Ανάμεσα στ’ αγκάθια και στα πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνή γαϊδουροκεφαλή –
ίσως και να ‘ναι το κεφάλι του καλοκαιριού
έτσι αφημένο στις βρεγμένες πέτρες
και γύρω του κάτι μικρά γαλάζια λουλούδια
που δεν ξέρουμε τ᾿ όνομά τους.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

ritsos_stefanidis_03
3 Νοεμβρίου
Ξέχασα να κοιτάξω τα σύννεφα. Ναι, οι μυγδαλιές
πήρανε χρώμα καστανό-βιολετί – θα ‘ναι που χινοπώριασε
κι οι μύγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στο χαρτί που γράφω.
Και τι που πήραν χρώμα καστανό-βιολετί; Τα μερμήγκια
έχουν το χωματένιο σπίτι τους – είναι ζέστη κει μέσα.
Εγώ δε χωράω στη φωνή μου. Τα πόδια μου
μένουν απ᾿ όξω. Κρυώνω. Και με βλέπουν.
Θα πρέπει να ‘φταιξα πολύ.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»
ritsos_stefanidis_04
Εδώ;
Αφήνουμε προς στιγμή τα Ημερολόγια εξορίας και πιάνουμε αυτό το δελτάριο προς την Καίτη Δρόσου στο οποίο αναφέρεται το περιοδικό Nouvelles Littéraires. Έτσι εξηγείται πώς έφτανε στα χέρια τους. (Η γαζία, εξαδέλφη της μυρωδάτης ακακίας, την αντικαθιστά στη φωτογραφία λόγω Νοέμβρη):

Πόσο σε πεθύμησα. Καλοκαιριάζει. Τι κάνει η Αθήνα μας. Εδώ πρασίνισε η ερημιά. Μοσκοβολάει ο αγέρας ακακίες. Ετούτα τα ξερόδεντρα που όλο το χειμώνα στέκουν σαν καψαλιασμένα σκιάχτρα άρχισαν τέτοιες κάτασπρες πομπές –ακακίες, ακακίες δίπλα στα σταχτιά σπιτάκια, στις μάντρες, στα σοκάκια –παντού μοσκοβολιά– έχω κ’ ένα μπουκέτο στο ποτήρι του νερού, εδώ δίπλα στο σανιδένιο τραπεζάκι μου – και τι πουλιά! Θε μου καρδερίνες, κορυδαλλοί και κουρούνες και γεράκια και σπουργίτια και γλάροι, έρχονται κάθε τόσο και γλάροι κ’ η καρδιά μου κ’ η ποίηση κ’ η θύμησή σας και τα φιλιά που σου στέλνω πρωί και βράδυ.
Μήπως θάταν δυνατόν να μου στέλνατε κάθε φορά τα «Lettres Françaises» και «Nouvelles littéraires» που έρχονται στον Κάουφμαν;

Γιάννης Ρίτσος, δελτάριο στην Καίτη Δρόσου, Κοντοπούλι Λήμνου, 15.V.1949

ritsos_stefanidis_05
Και ξανά στα Ημερολόγια:

9 Νοεμβρίου. – Βραδάκι
Χειμώνιασε άξαφνα. Μυρίζει βροχή.
Μεγάλοι νοτιάδες ξεριζώνουν τ’ αγκάθια, τα κολλούν στο συρματόπλεγμα.
Φορέσαμε τα σακάκια μας. Βάλαμε τα χέρια στις τσέπες.

Ένα σύννεφο κατέβηκε στη μέση του δρόμου
πήρε στην μπάντα τα τηλεγραφόξυλα, κάτι τους λέει.
Εμείς ξέρουμε πώς ό,τι κι αν πούνε
το ψωμί είναι πάντα ψωμί και το δίκιο δίκιο.
Κι ούτε μας μέλει καθόλου για τις κρυφές κουβέντες τους.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας Ι»

ritsos_stefanidis_06
Πάλι λόγια του πατέρα (το μαντολίνο της φωτογραφίας κατασκευάστηκε το 1960 από τον πατέρα για τον αδελφό μου όταν ήταν νήπιο. Είναι μικρογραφία του μαντολίνου της εξορίας):
–  Εμένα δεν θα με ζωγραφίσεις;
Η αλήθεια είναι ότι δείλιαζα. Ο Ρίτσος για μένα δεν ήταν θέμα σχεδίου ή αναλογιών, είχε εσωτερική ακτινοβολία, γι’ αυτό δίσταζα. Φοβόμουν μη δεν είναι αντάξιό του και του το είπα. Ωστόσο του έκανα ένα σχέδιο, από ψηλά, όπως ζωγράφιζε στην κάτω κουκέτα με τις ακουαρέλες του έχοντας δίπλα τα χαρτιά του κι ένα όργανο αυτοσχέδιο
(σημ. το μαντολίνο).
(…)
Μια μέρα, δανειστήκαμε απ’ το χωριό ένα μαντολίνο. Σ’ αυτό ο Ρίτσος έπαιζε με δεξιοτεχνία και πλούσια αρμονία -κάτι που μ’ έκανε να εκτιμήσω αυτό το όργανο- μελωδίες από κλασικά έργα που έδωσαν άλλη ατμόσφαιρα στο θάλαμο. Επειδή αυτό το μαντολίνο έπρεπε να το επιστρέψουμε, μας ήρθε η φιλόδοξη ιδέα να κατασκευάσουμε εμείς όργανα. Εγώ ανέλαβα να φτιάξω μαντολίνο κι ο Γιάννης Ευσταθίου βιολί. Με βάση τα μέτρα του μαντολίνου και χωρίς σχεδόν εργαλεία ξεκίνησα τη δουλειά που κράτησε δυο τρεις μήνες. Ο Ρίτσος στο τέλος απηύδησε: «Τι θα γίνει, Γιάννη, μ’ αυτό το μαντολίνο, θα τελειώσει καμμιά φορά;» Με τα πολλά, τέλειωσε. Το λουστράρησα, περάσαμε χορδές και το ‘δωσα στα χέρια του. Περιμέναμε όλοι γύρω γύρω, όλο αφτιά και μάτια. Όταν χτύπησε η πένα τις χορδές, ο θάλαμος γέμισε μουσική. Ήταν σωστό, ήταν και όμορφο. Αγκαλιαστήκαμε.
Έτσι κυλούσε η ζωή αν εξαιρέσουμε τις αγγαρείες, μέχρι που τα όργανα κατασχέθηκαν από τα άλλα όργανα, αυτά της χωροφυλακής. «Εδώ ήρθατε για να πονέσετε», μας είπαν. Κι έδωσαν την υπόσχεση πως θα μας τα επιστρέψουν όταν φύγουμε. Υπόσχεση κάλπικη.(…)

Γιάννης Στεφανίδης, «Σκόρπιες σελίδες – Με τον Γιάννη Ρίτσο στην εξορία»

ritsos_stefanidis_07
3 Νοεμβρίου
Ο Πανούσης φοράει μία μακριά χλαίνη.
Του τη χάρισε κάποιος φαντάρος.
Τη βάψαν μαύρη στο καζάνι του χωριού του.
Τώρα είναι πράσινη – μήτε και πράσινη.
Μέσα στις τσέπες του έχει
πέντε κουκκιά καλαμπόκι και δυο φύλλα καπνό
μαζί και το βλέμμα της αγελάδας του. Ο Πανούσης
τυλίγεται σε μία χοντρή βελέντζα. Η βελέντζα
είναι κόκκινη κι άσπρη. Κι ο ύπνος του Πανούση
έχει το χρώμα της βελέντζας. Πάντα του κοιμάται
με την τραγιάσκα, τα παπούτσια και το παντελόνι.
Αν είχε βγάλει τ᾿ άρβυλά του, σίγουρα κει μέσα
ένα πουλί θα γεννούσε τ᾿ αυγά του
κι ύστερα ο Πανούσης δε θα ‘χε πού να χώσει τα πόδια του.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

 

ritsos_stefanidis_08

4 Νοεμβρίου
Πολλά πράματα μας δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει να πλύνουμε τα πιάτα μας, τα ρούχα μας
να κουβαλήσουμε νερό απ᾿ τη βρύση με τις μεγάλες στάμνες
να σκουπίσουμε το θάλαμο δυο και τρεις φορές τη μέρα
να μπαλώσουμε καμμιά κάλτσα και τα λόγια μας.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»


ritsos_stefanidis_09
23 Νοεμβρίου
Κουβέρτες απλωμένες στο συρματόπλεγμα
άλλες πάνω στα δέντρα και στα τρία σακατεμένα κανόνια.
Οι κουβέρτες έχουν τη δικιά τους λαλιά
μιλάνε πιο σωστά απ’ τους ανθρώπους
δεν κρύβουν μήτε το χωρισμό μήτε τις διαφορές τους. Μήτε την ερημιά τους μήτε τη ζέστα τους.
Ωστόσο κάθουνται και κουβεντιάζουν στο ίδιο συρματόπλεγμα
κι αυτό ’ναι που τους δίνει μια όμοια στάση
όπως η στάση των ματιών απάνου απ’ το νερό και το ψωμί.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

ritsos_stefanidis_10
Ο σκύλος του αγροφύλακα μας έχει μάθει
κόβει με τα δόντια του το σκοινί του κι έρχεται κοντά μας.
Κι όταν τον ταΐζουμε τον Ντικ
κι όταν κουβεντιάζουμε στον Ντικ
κι όταν ο μπάρμπα-Ανέστης βγάζει τα τσιμπούρια του Ντικ στη λιακάδα
τότες οι κουβέντες γίνουνται όμοιες
τόσο που πια δεν ξέρεις ποια ’ναι του αλλουνού και ποια η δική σου.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας Ι» |

(…)
Να μη ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ
Ναι Ναι του σκύλου μας του Ντικ
Της ομάδας του Μούδρου
Που τον σκοτώσανε οι Χωροφυλάκοι
γιατί αγάπαγε πολύ τους εξόριστους
Να μη ξεχάσουμε σύντροφοι τον Ντικ
το φίλο μας τον Ντικ που γάβγιζε τις νύχτες
στην αυλόπορτα, αντίκρυ στη θάλασσα
κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς
με τη χρυσόμυγα του Αυγερινού
πα στο στυλωμένο αυτί του
τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι.

Γιάννης Ρίτσος, «Πέτρινος χρόνος»


ritsos_stefanidis_11
Σχέδιο για βιολί και παρτιτούρα για μαντολίνο από τον πατέρα.

8 Δεκεμβρίου
Ένα μαντολίνο ένας άγγελος θυμωμένος
ένα ποτήρι νερό το τσιγάρο
ο ήχος που μας δένει μια στιγμή έξω απ’ τη μοναξιά
για να χωρίσουμε πάλι δίχως να πούμε καληνύχτα.
Ύστερα τα μάτια που ανοίγουν δυο τρύπες στον τοίχο.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, ΙΙ»


ritsos_stefanidis_12
8 Νοεμβρίου
Κοντεύουμε να συνηθίσουμε το συρματόπλεγμα τα πρόσωπα τ’ αγκάθια.
Δε χρειάζεται να ξυριζόμαστε τόσο συχνά.
Αργούν οι μέρες και τα χέρια. Συνηθίσαμε.
Τα φύλλα του αμπελιού λίγο-λίγο κιτρίνισαν.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

ritsos_stefanidis_13
8 Νοεμβρίου (συνέχεια)
Μεγάλες λιακάδες απλωμένες στις γυμνές μυγδαλιές.
Αραιά σύννεφα στο φωτεινό ουρανό σα μεγάλα δελτάρια λογοκριμένα
ΓΡΑΦΕΤΕ ΜΟΝΟ ΔΕΚΑ ΑΡΑΔΕΣ – τ’ άλλα
θα πρέπει να τα βάλουμε στη ναφθαλίνη
θα χρειαστούν μεθαύριο θα χρειαστούν. Τώρα χρειαζόμαστε
φανέλες και μάλλινα τσουράπια μάλλινα γάντια
γιατί απ’ τον τρόπο που κάθουνται οι πέτρες το πρωί
το ‘χουμε σίγουρο πως όπου να ‘ναι χειμωνιάζει.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

ritsos_stefanidis_14
Ο πατέρας σκιτσάρει με χαμόγελο. Ο Ντικ παρών. Και ο ποιητής:

12 Νοεμβρίου
Τ’ απόγευμα κουβαλήσαμε πέτρα. Γρήγορη δουλειά
από χέρι σε χέρι. Ο χειμωνιάτικος ήλιος·
το συρματόπλεγμα· οι στάμνες· η σφυρίχτρα του χωροφύλακα.
Εδώ τελειώνει η μέρα. Το βράδυ βάζει ψύχρα.
Να κλειστούμε νωρίς. Να φάμε το ψωμί μας.
Καλή δουλειά, σύντροφοι, εύκολη δουλειά
από χέρι σε χέρι. (…)

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»


ritsos_stefanidis_15
4 Νοεμβρίου
(…)
Τρυπάνε γρήγορα κι οι χτεσινές κουβέντες
τα πρόσωπα αλλάζουν όσο τα κοιτάζεις
μπορεί ν᾿ αλλάζεις και συ – γιατί κοιτάζοντας τα χέρια σου
καταλαβαίνεις πως μάθανε πια σε τούτες τις δουλειές
σε τούτες τις μέρες, σε τούτα τα σεντόνια
γνωρίζουν το σανίδι του τραπεζιού γνωρίζουν τη λάμπα (…)

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

ritsos_stefanidis_16
5 Ιανουαρίου
Τρία φωτισμένα παράθυρα
στο κλειστό σπίτι.
Είταν δικό μας κάποτε;

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, ΙΙ»

ritsos_stefanidis_17

Ο γιατρός της εξορίας. Ήταν ένας επαρχιώτης γιατρός, συνεξόριστος κι αυτός. Άνθρωπος ιδιόρρυθμος, ευέξαπτος και φωνακλάς, αλλά πολύ καλός στη δουλειά του. Όταν ακροαζόταν τον άρρωστο, έσκυβε κι ακουμπούσε το αφτί του κατευθείαν επάνω στο γυμνό σώμα, χωρίς ακουστικά. «Γιατί», του λέμε, «δεν έχεις ακουστικά;» «Δε μου χρειάζονται», μας απαντάει, «έτσι ακούω καλύτερα. Τα ακουστικά τα μεταχειρίζονται οι γιατροί γιατί σιχαίνονται τους αρρώστους και φοβούνται τη μεταδοτικότητα.» Έπρεπε να έχει μέσα του μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους αυτός ο γκρινιάρης γιατρός.

Γιάννης Στεφανίδης, «Ζωγραφική στην εξορία»

21 Νοεμβρίου
Αρχίζω να μην καταλαβαίνω ένα σωρό πράματα.
Αυτά μ’ ενοχλούν όσο μια τρύπια κάλτσα
δείχνοντας τ’ αχαμνό κιτρινιασμένο πόδι ενός διανοούμενου. (…)

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»


ritsos_stefanidis_18

5 Δεκεμβρίου
Αξύριστο παιδί αχτένιστο άπλυτο
στο πρωινό προσκλητήριο παρέα με τα σύγνεφα
γκρενά πουλόβερ ξεκούμπωτο παντελόνι
νυστάζει ακόμη – ένα κομμάτι ύπνος λειώνει στα μαλλιά του
σερέτικο τραγουδάκι στην τσέπη του
θα σε χτενίσω, θα σε πλύνω, θα σου σφίξω τη ζώνη
θα πάρω πίσω όσα μου πήραν τα λόγια
όσα δεν ξέρει κανείς να μου δώσει
όσα δεν μπορώ να ζητήσω.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, ΙΙ»

 ritsos_stefanidis_19
–  Ένα μας λείπει, μου λέει ενώ ζωγραφίζαμε πλάι πλάι. Το γυμνό μοντέλο.
Εγώ έμεινα.
–  Μα πώς; του λέω.
Εκείνος τα είχε προβλέψει όλα. Υπήρχαν κοντά στους θαλάμους δυο μεγάλες βάσεις για κανόνια από την εποχή της γερμανικής Κατοχής. Ήταν από μπετόν, βαθουλές, προστατευμένες απ’ τον αγέρα και τα μάτια.
–  Εκεί θα πάμε, όσο για μοντέλα, θα βρούμε, είπε.
–  Θα γδύσουμε συνεξόριστους; του λέω. Και πώς θα το πάρουν οι υπόλοιποι; Εδώ υπάρχουν άνθρωποι από επαρχία, μέχρι και βουνίσιοι, ανίδεοι απ’ αυτά, θες να δημιουργηθεί θέμα;
(…)
Βρήκαμε δυο πρόθυμα παλικάρια με καλές αναλογίες και στο Κοντοπούλι λειτούργησε και εργαστήριο σπουδής γυμνού.
(…)

Γιάννης Στεφανίδης, «Σκόρπιες σελίδες – Με τον Γιάννη Ρίτσο στην εξορία»


ritsos_stefanidis_20

Ο «φίλος» είναι ο πατέρας σου;
Ναι, μια μνήμη από τα εφηβικά του χρόνια. Στη φωτογραφία, μια αυτοπροσωπογραφία του καμωμένη δέκα χρόνια μετά. Το βλέμμα δεν αλλάζει από δεκαετία σε δεκαετία και μέχρι το τέλος δεν άλλαξε. Ούτε του ποιητή άλλαξε, ούτε.

14 Νοεμβρίου
Σήμερα μου μιλούσε κάποιος φίλος. Σαν είταν -έλεγε- δεκατριώ χρονώ
πουλούσε πορτοκάλια και λεμόνια στον Περαία·
είχε κι ένα Αρμενάκι φίλο που πουλούσε κάλτσες. Τα θερινά μεσημέρια
αντάμωναν κάτω στο λιμάνι πίσω απ’ τα τσουβάλια
άφηναν χάμου τα πανέρια τους και διάβαζαν ποιήματα
ύστερα τρώγανε κάνα κουλούρι, κάνα πορτοκάλι και κοίταζαν τη θάλασσα
το πήδημα κάποιου ψαριού, τα ξένα βαπόρια.
Από σήμερα έχω κι εγώ ένα φίλο. Ο φίλος μου
μυρίζει πορτοκάλι και λιμάνι. Μέσα στις τσέπες του
έχει πολλά σφυρίγματα βραδινών πλοίων. Στα χέρια του βλέπω
την κίνηση του λεπτοδείκτη απ’ το μεγάλο ρολόι. Από σήμερα
τον αγαπάω, του ξεκουμπώνω ένα κουμπί του σακκακιού του.

Σκέφτουμαι τώρα να πάω να του φέρω τ’ Αρμενάκι το φίλο του,
να βγω στο δρόμο μ’ ένα πανέρι κάλτσες, να φωνάζω
«κάλτσες καλές, κάλτσες φτηνές, όμορφες κάλτσες». Δεν μπορεί
θα βρω τ’ Αρμενάκι, μεσημέρι, πίσω απ’ τα τσουβάλια,
θα το γνωρίσω και θα με γνωρίσει γιατί πάνω στα χείλια μας κι οι δυο μας
έχουμε τα ίδια χνάρια από το βλέμμα του ίδιου φίλου.
Αν μου ‘χε λείψει τούτο το πανέρι με τις κάλτσες κι αυτό με τα λεμόνια
δε θα ‘χα πού να βάλω τη μέρα μου, τα λόγια μου και τη σιωπή μου.

Μα λέω που κάθε σύντροφος θα ‘χει ένα τέτοιο πανεράκι,
μόνο που εγώ δεν ξέρω να το βρω και θυμώνω και ψάχνω.

Γιάννης Ρίτσος, «Ημερολόγιο εξορίας, Ι»

Τι θα κάνεις με όλο αυτό το υλικό;
Πρέπει να ψηφιοποιηθεί, να ταξινομηθεί και να συντηρηθεί. Η κιβωτός είναι γεμάτη ακόμη, ελάχιστα την ανοίξαμε. Αν σκεφτούμε πόσο πόνο, αγώνα και ελπίδα κρατάμε στα χέρια μας, είναι ευλογία η ενασχόληση και η φροντίδα του. Από εκεί και πέρα να υπάρξει η δυνατότητα προσέγγισης σε όλους όσους νιώθουν και το θελήσουν. Πιστεύω δεν είναι λίγοι.

ritsos_stefanidis_21

Γι’ αυτό το σημείωμα ανοίχτηκαν τα βιβλία:
Γιάννης Ρίτσος, ΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΑ, εκδ. Κέδρος
Γιάννης Ρίτσος, ΤΡΟΧΙΕΣ ΣΕ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ, εκδ. Άγρα
Γιάννης Στεφανίδης, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή
Γιάννης Στεφανίδης, ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή
Γιάννης Στεφανίδης, ΠΕΤΡΑ ΚΥΛΙΣΑΜΕΝΗ, εκδ. Σίγμα

Οι φωτογραφίες έγιναν από τα βιβλία και το αρχείο του Γιάννη Στεφανίδη

Print Friendly

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Τρία φωτισμένα παράθυρα
    στο κλειστό σπίτι.
    Είταν δικό μας κάποτε;

    Αχ, Φωτεινή μου. Η πατρίδα. Σαν «τα φωτισμένα παράθυρα στο κλειστό σπίτι». Μα είναι δικιά μας ακόμη.
    Φωτεινή μου. «Των φθαρτών δακρύων απόγονοι» (Ελύτης). Θα το ανοίξουμε ξανά το σπίτι το κλειστό. Όσο υπάρχουν μαρτυρίες σαν αυτές, φυλαχτά της ψυχής και του καημού, του σήμερα και του πάντοτε.
    «Σ’ αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει/ μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο…» (Πάμπλο Νερούδα). Πατρίδες. Κι ας σε διαβάζω θέλοντας «να παρομοιάσω ένα σύννεφο μ’ ένα ελάφι». Θα το προσπαθήσω. Νομίζω πως θα το κατορθώσω. Θα το κατορθώσουμε όλοι μας. Εύγε, ξανά, Φωτεινή μου! Τι πολύτιμες σελίδες, τι εικόνες αξετίμητες. Τον είχα γνωρίσει τον πατέρα σου. Και τον Ρίτσο. Σύννεφα χρυσαφιά στη μουντή μέρα…
    Καληνύχτα

    • …φύτεψαν την πατρίδα στο λόγο και τις εικόνες τους. Εκεί την έκρυψαν, της χάρισαν κρυφά τα χάδια τους, πότισαν τις ρίζες και τάισαν τα βλαστάρια όλο θρέψη απ’ την ψυχή τους… Κι έπειτα κράτησαν ευλαβικά στα χέρια τους τους πρώτους ισχνούς καρπούς, και τους έκαναν μελάνι και χρώμα για την τέχνη του ο καθένας… Αξεχώριστα Πατρίδα και Τέχνη! Περιμένουμε με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον τη συνέχεια, που οπωσδήποτε θα υπάρξει! Κα Σαραντίτη ευχαριστούμε και σας για το έξοχο σχόλιο!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ