Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

«Τσαλακώθηκα!» είπε ο νεφροπαθής συγγενής και βούρκωσε ∙ πάνω στο «νεκροκρέβατο» -όπως το λέει ο ίδιος- της αιματοκάθαρσης. «Όχι δε με τσαλάκωσαν, τσαλακώθηκα».
Κάθε μέρα αιματοκάθαρση μετά την αρθροπλαστική –ένα ακόμα μαρτύριο μέσα στα τόσα- να φύγουν τα συσσωρευμένα υγρά. Τώρα στο κρεβάτι του τρισεβδομαδιαίου μαρτυρίου, που εκτράπηκε σε ημερήσιο, κυκλωμένος από σωλήνες και το αίμα του να μπαινοβγαίνει στο μηχάνημα, βουρκώνει και λέει: «δεν υπάρχει ησυχία πουθενά, δεν αντέχω τον άυπνο ύπνο στα άθλια αυτά κρεβάτια του νοσοκομείου». Τα κρεβάτια που λέγονται κλίνες -από το κλίνω, το γέρνω δηλαδή για τον ύπνο το κουρασμένο ή άρρωστο σώμα∙ από ‘κει και κλινική, η παλιά κλινική, με κείνη την πινακίδα απέξω, η νοσοκόμα που υποβάλλει με τον δείχτη κατακόρυφα στο στόμα την αναγκαία για τους αρρώστους σιγή…σςςς! Η σιγή που έχουμε όλοι στερηθεί και στερήσει σε τούτο τον άγριο κόσμο, στον άγριο, τον ανησύχαστο, τον οργισμένο τόπο∙ την Ελλάδα μας.

«Τσαλακώθηκα τελείως» λέει ξανά, άηχα τούτη τη φορά συσπώντας τα πρησμένα χείλια ενώ ο Ασκληπιάδης ανιψιός τού σφίγγει απαλά τον ώμο –σε νιώθω, είμαι δω, ας μη μπορώ ν’αλλάξω τίποτα από τούτα όλα τα φριχτά, μα είμαι δω- και κρύβει τη σύσπαση της συγκίνησης κοιτάζοντας πέρα, τους άλλους δεμένους στα κρεβάτια μιας κάθαρσης που αντί να καθαίρει, αποστραγγίζει από ό,τι υγρό και εγκλωβίζει, όπως οι σιδερένιες μπάλες της ειρκτής∙ ο γιατρός που πάσχει από νευρωσικούς πονοκεφάλους και αναζητά τη σιγή ως μοναδική ενσάρκωση της ευτυχίας, θυμάται τώρα το τσαλάκωμα της δευτερόλεπτης γαλήνης των δικών του αρρώστων, των άλλων «καταραμένων», τις νύχτες στα πολύκλινα της παλιάς πτέρυγας∙ πότε το καρότσι της νοσηλείας με τα χαλασμένα ροδάκια, πότε το φως που ανάβει μεσάνυχτα για μια ένεση, πότε γιατί ο γιατρός θέλει να εξετάσει τον άρρωστο. «Είναι», καταλήγει, «που αυτοί που μένουν μέσα τις νύχτες μέσα στα νοσοκομεία, εφημερεύοντες, διανυκτερεύοντες, γιατροί ή νοσηλευτές, είναι ακριβώς οι νέοι, οι κατά τεκμήριο χρονικό ανέπαφοι του πόνου και της αρρώστιας, μακριά ακόμα από τα γερατειά».
Συχνά οι γιατροί περιφέρουν τσαλακωμένες ψυχές στον ανύποπτο κόσμο∙ έχοντας τσαλακώσει πριν, κάποτε ηθελημένα, συνήθως αθέλητα άλλες ψυχές. Είναι η ανημπόρια ν’ αλλάξουμε τη ζωή, να εκτρέψουμε σε λίμνη ποτιστική το ποτάμι που μας παίρνει, είναι η αδυναμία που μας ρίχνει στην οργή και τα βίαια φερσίματα∙ είναι η λύσσα της αδιάκοπης πτώσης μας στο βάραθρο του χρόνου και της ανελέητης ζωής που μας τσαλακώνει.

Έτσι λοιπόν: και τσαλακώνουμε και τσαλακωνόμαστε, είναι θέμα χρονικής διαδοχής· και η διάκριση ενεργητικής και μέσης φωνής καταργείται. Η απίστευτης έντασης –όταν το θέλει- μέση φωνή της γλώσσας μας∙ κυματίζει και τρέμει σα φύλλο στο απαλό αεράκι που άλλους ανακουφίζει –στην κάψα του καλοκαιριού της νιότης- και άλλους παγώνει –στην παγωνιά των γερατειών και της αρρώστιας.

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ