Του Γ. Βοσκόπουλου,

Αναπληρωτή Καθηγητή Ευρωπαϊκών Σπουδών, Τμήμα ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

Αν ήθελε κάποιος να περιγράψει τις συνθήκες επικράτησης του Ν. Τραμπ στη μητρική του γλώσσα θα έλεγε “a victory against all odds and beyond expectations”. Η νίκη του στις αμερικανικές εκλογές αποτελεί μία τομή για τις ίδιες τις ΗΠΑ σε μία εκλογική αναμέτρηση που είχε χαρακτήρα αυστηρά αμερικανοκεντρικό. Ωστόσο η έκβαση της δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ αλλά και ένα διεθνή περίγυρο που πλέον δεν ξέρει τι να προσδοκά από έναν ηγέτη περιορισμένων προσδοκιών που ελάχιστα γνωρίζει από διεθνή πολιτική.

Εν πρώτης είναι η πρώτη φορά που η δυσφορία του αμερικανικού εκλογικού σώματος εκφράστηκε με αυτή την ακραία μορφή στηρίζοντας έναν υποψήφιο που δεν προσπάθησε να προσεγγίσει δύο μεγάλα και σημαντικά για την έκβαση του αποτελέσματος τμήματα των Αμερικανών, τους Αφρο-αμερικανούς και τους Ισπανόφωνους. Η επικοινωνιακή πολιτική του κ. Τραμπ ήταν διχαστική, ενίοτε ρατσιστική έναντι του μη λευκού αμερικανού πολίτη και ξενοφοβική έναντι του μη Αμερικανού. Στον αντίποδα το Δημοκρατικό Κόμμα έχασε την επαφή του με σημαντικό κομμάτι του αμερικανικού λαού.

Οι πρώτες αναλύσεις κατέδειξαν ότι οι υποστηρικτές του Ντ. Τραμπ ήταν λευκοί κατά κύριο Αμερικανοί. Ωστόσο αυτό δεν μπορεί να αποτυπώσει επαρκώς την εκλογική βάση που τον στήριξε. Λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής μεσαίας τάξης αποδομήθηκε είναι σαφές ότι αυτό επέλεξε την ψήφο ανατροπής, διαμαρτυρίας, την «επανάσταση» (rebellion). Το εκλογικό αποτέλεσμα προέκυψε από μια οβιδιακή υπέρβαση με όρους απόρριψης ενός συστήματος το οποίο δεν τους προσέφερε τις οργανωτικές προϋποθέσεις εκπροσώπησης και ανέλιξης σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, πολλοί ψήφισαν επιλέγοντας το κακό που δεν γνώριζαν έναντι αυτού που θεωρούσαν υπεύθυνο για την φτωχοποίηση του.

Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν η εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών που στήριξαν τον Τραμπ παραπέμπει σε μία ιδεολογική στροφή. Η απάντηση είναι όχι. Η επιλογή έγινε με όρους επιβίωσης σε ένα οικονομικό περιβάλλον που υποβάθμισε δραματικά την ποιότητα ζωής τους, τους στέρησε ευκαιρίες και τους έφερε αντιμέτωπους με ένα σύστημα που επέβαλλε την πλέον σκληρή μορφή νέο-φιλελευθερισμού. Εδώ οδηγούμαστε σε ένα οξύμωρο με όρους εκλογικής συμπεριφοράς και επιλογών. Η καταψήφιση της Χ. Κλίντον ως μίας συστημικής υποψηφίου τους οδήγησε στο να επιλέξουν έναν μεγιστάνα ο οποίος εκ των πραγμάτων είναι μέρος του συστήματος. Το εντυπωσιακό είναι πως τόσοι πολλοί Αμερικανοί επέλεξαν έναν υποψήφιο που εξέφρασε ένα τόσο διχαστικό λόγο.

«Η οργή των λαών» ήταν ο τίτλος της Figaro στις 9/11 και αναφερόταν στην οργή των λαών της Δύσης απέναντι σε ένα σύστημα που αποδομεί το κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον. Αυτό που έχει οικοδομηθεί με άξονες τα ΜΜΕ, τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ, τον διαχειριστικό εκφυλισμό ενός οικονομικού μοντέλου, μίας κοσμοθεωρίας που ήθελε τις ΗΠΑ να αποτελούν πρότυπο οργάνωσης και παροχής ευκαιριών. Εκ του εκλογικού αποτελέσματος φαίνεται ότι πολλοί στις ΗΠΑ εξέλαβαν την επιλογή Τραμπ ως μία ψήφο απόρριψης και όχι ως μία ψήφο συνειδητής επιλογής. Η σιωπηρή ψήφος αυτών που δεν εξωτερίκευσαν ποτέ τις προτιμήσεις τους έπαιξε σημαντικό ρόλο σε μία χώρα με 45 εκ. ανθρώπους να ζουν στα όρια της φτώχειας (περίπου το 15%). Ορθά επισημαίνεται ότι οι Αμερικανοί «έχασαν την αίσθηση ασφάλειας, status, ακόμα και την ταυτότητα τους. Αυτό οδήγησε στην κραυγή (αίτημα) για ριζικές αλλαγές».  [2]

Υπό αυτό το πρίσμα, η επιλογή των Αμερικανών πολιτών θα πρέπει να αναλυθεί μέσα από μία λογική αιτιότητας, αφού οι όποιες ερμηνείες με όρους συλλογικής παράνοιας δεν μπορούν να τεκμηριωθούν. Μια τέτοια ισοπεδωτική ερμηνεία θα στερούσε το σημαίνων της εκλογικής νίκης Τραμπ από σημαντικά σημαινόμενα ιδιαίτερης σημειολογικής σημασίας. Το πολιτικό αποτέλεσμα θα πρέπει να αναλυθεί μεταξύ άλλων με όρους οικονομικούς, κοινωνικούς, κοινωνιολογικούς χωρίς αφορισμούς αλλά ψυχραιμία.

Τα κοινωνικά δεδομένα στις ΗΠΑ είναι ενδεικτικά και μάλλον επαρκή για την ερμηνεία του αποτελέσματος όχι με όρους επιλογής σε επίπεδο προσώπου αλλά με όρους απόρριψης της εναλλακτικής πρότασης, αγανάκτησης, οικονομικής περιθωριοποίησης. Ο αμερικανικός καπιταλισμός εξελίχθηκε σε έναν Κρόνο που τρώει τα παιδιά του. Αποδομεί ένα σύστημα το οποίο για τους ίδιους τους Αμερικανούς αποτελούσε ένα εξιδανικευμένο οργανωτικό πρότυπο παροχής ίσων ευκαιριών. Ο αρθρογράφος της Figaro ορθά προσδιορίζει την εκλογική συμπεριφορά των Αμερικανών ως «την οργή των λευκών, τη συμμαχία της μεσαίας τάξης και των «poor white trash” που έφερε τη μεγάλη ανατροπή στο πολιτικό σκηνικό[1]. Η υιοθέτηση και αποδοχή του νέο-φιλελευθερισμού από τους Δημοκρατικούς λειτούργησε ως μία χιονοστιβάδα που παρέσυρε την ελπίδα και χρωμάτισε το μέλλον γκρι.

Ο νέος αμερικανός πρόεδρος αποτελεί μία πρόκληση για τις ίδιες τις ΗΠΑ αλλά και το διεθνές περιβάλλον. Είναι ίσως η πρώτη φορά που μια εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ αναδεικνύει έναν τόσο απρόβλεπτο ηγέτη, ένα τεράστιο ερωτηματικό για τη διεθνή ασφάλεια. Ωστόσο η άρνηση αποδοχής μίας πραγματικότητας είναι επικίνδυνη. Ο χλευασμός και η ισοπέδωση, τα προεκλογικά όπλα που χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Ντ. Τραμπ, δεν αποτελούν αξιόπιστα κριτήρια προσέγγισης ενός φαινομένου που αναλαμβάνει τα ηνία των ΗΠΑ. Εξάλλου η μονόπλευρη στάση των αμερικανικών ΜΜΕ [3], κυρίως των συστημικών (έντυπων και ηλεκτρονικών), μάλλον συσπείρωσε αυτούς που ήταν αποφασισμένοι να στηρίξουν έναν υποψήφιο που πρότασσε ως σημαία του το αίτημα για ριζικές αλλαγές. Ο Ντ. Τραμπ οικειοποιήθηκε το πάνδημο αίτημα του αμερικανικού λαού, αφού ακόμα και σημαντικό μέρος των υποστηρικτών της Χ. Κλίντον την ψήφισαν ελπίζοντας να αποτρέψουν την άνοδο του Τραμπ στην εξουσία.

Υπό αυτό το πρίσμα και οι δύο επιλογές ήταν εκτός των προσδοκιών των περισσοτέρων. Ωστόσο η πρώτη (Κλίντον) εκπροσωπούσε την αιτία της διαδικασίας κοινωνικής απορρύθμισης της αμερικανικής κοινωνίας, ενώ η δεύτερη το μέσο ανατροπής ενός συστήματος που ενταφίαζε το αμερικανικό όνειρο. Η επιλογή Τραμπ δεν έγινε με ψυχραιμία, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο σε συνθήκες κρίσης, οργής, θυμού και απογοήτευσης. Αν στη θέση του Τραμπ βρισκόταν ένας οιοσδήποτε άλλος συμβατικός νικητής, τότε οι περισσότεροι θα συμφωνούσαμε ότι θα αποτελούσε μία ορθολογική επιλογή. Μια επιλογή που απέρριπτε το παλιό και επένδυε στο νέο. Ένα νέο ωστόσο που θα διανθιζόταν από μία ορθολογική μετριοπάθεια, έναν ενωτικό λόγο, μία προσπάθεια ειρηνικής, ομαλής θεσμικά μετάβασης σε συνθήκες που θα προσέφεραν ελπίδα και ασφάλεια σε κοινωνικό επίπεδο. Ο θυμός του αμερικανικού λαού και η απογοήτευση του απεδείχθησαν ισχυρότερα αξιολογητικά όπλα από τις φασιστοειδείς ή φασίσουσες εξωτερικεύσεις του επικοινωνιακού μάρκετινγκ του Ντ. Τραμπ. Η εκλογή του θα αποτελέσει μία περιπτωσιακή ανάλυση των ειδικών εκλογικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, η συμπεριφορά των αμερικανών πολιτών μας δίνει μια εικόνα απογοήτευσης που μάλλον προδικάζει εσωτερικές αντιδράσεις που είναι δύσκολο να προβλεφθούν. Ειδικά αν οι προσδοκίες τους διαψευστούν.

[1] Éditorial: «La colère des peuples», Le Figaro, 9-11-2016

[2] Naomi Klein, “It was the rise of the Davos class that sealed America’s fate”, The Guardian, 9-11-2016

[3] «Social Media Helped Americans Elect President Trump», American Center for Democracy, 9/11/2016

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ