Tου ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

Περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 κάποια καθοδηγητικά κεφάλια στην τότε ΚΝΕ κατέβασαν τη γραμμή: Υπάρχουν δύο πολιτισμοί σε μια χώρα, του κεφαλαίου και του προλεταριάτου. Βασισμένα (τα κεφάλια αυτά) σε μια κακομεταφρασμένη συλλογή από αποσπάσματα του Λένιν για τον «πολιτισμό», συνήγαγαν το συμπέρασμα περί δύο πολιτισμών. Ο Λένιν βέβαια μιλούσε για κουλτούρες, αλλά δεν βαριέσαι. Συμπέραναν ότι, αφού έχουμε δύο πολιτισμούς, πρέπει να έχουμε και δύο κατηγορίες καλλιτεχνών, π.χ. τους συμμάχους του προλεταριάτου και τους συνοδοιπόρους του κεφαλαίου.

Καταλαβαίνει κανείς την ιδεολογικά πολεμική περίοδο του 1980-83 σε τι προκρούστεια λογική μπορούσε να οδηγήσει η μανιχαϊστική απλούστευση. Από δω οι «δικοί μας» από κει οι «άλλοι». Αυτό με φόβιζε πιο πολύ, η απλοϊκή κατηγοριοποίηση των δημιουργών, πέρα από το βλακώδες της ίδιας της πενιχρής θεωρίας. Εξέφρασα τη διαφωνία μου στη συνδιάσκεψη της «σπουδάζουσας» (νομίζω στον 6ο όροφο της Τζωρτζ 10). Με επέκρινε αυστηρά και ψύχραιμα ο Σπύρος Χαλβατζής ως «επιρροή των αναθεωρητών στις γραμμές μας». Έκτοτε άρχισαν να μη με ειδοποιούν στις συνεδριάσεις της οργάνωσης. Ψυχρανθήκαμε, σιγά-σιγά ξέκοψα, αφοσιώθηκα πιο εντατικά στις σπουδές, πήγα φαντάρος, άρχισα να ψάχνω για δουλειά ώστε να χρηματοδοτώ τη ζωγραφική μου χωρίς τις αποκρουστικές δουλείες του εμπορίου. Βρισκόμουνα αρκετά συχνά με παλιούς συντρόφους, παιδικούς φίλους και διανοούμενους. Ιδίως οι καλλιτέχνες σού μετέδιδαν μέσα σε δευτερόλεπτα την ένταση και την ανασφάλειά τους. Οι παιδικοί φίλοι τη νοσταλγία. Οι παλιοί σύντροφοι μια υπόσκαφη λύπη.

Άρχισα να ξανασυνδέομαι με τα αριστερά όταν συνέβη το πείραμα του ενιαίου Συνασπισμού. Παρ’ όλα τα «Κοσκωτικά», είχα το άγχος μιας αμυντικής ενότητας, ιδίως τότε που έπεφτε η Σοβιετική Ένωση και έμειναν όλοι οι αριστεροί, όλες οι φυλές της Αριστεράς -οι πολέμιοι και οι θιασώτες- άστεγοι. Όμως πλέον υπήρχε ένα «ψήσιμο» στους ανθρώπους. Είχαμε όλοι σκληραγωγηθεί απ’ τις ιδεολογικές συγκρούσεις, τις ανακατατάξεις και οι οδύνες στις πολλές επερχόμενες διασπάσεις, ενώ ήταν ισχυρές, κρατούσαν λίγο. Ανέβαινε κι ο μικροαστικός πυρετός του εποχούμενου μικροαστισμού. Ένα αμάξι, μερικά ποτά στα μπαράκια απάλυναν τον πόνο, και του κόμματος, και του συντρόφου.

Γιατί τα θυμάμαι όλα αυτά; Σε μια εξαιρετική μελοποίηση από τον Μιχάλη Γρηγορίου, αρπάχτηκα απ’ τον στίχο του Άρη Αλεξάνδρου: «Κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται, θεέ μου! Ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός κι ας μου ζητούσε την ταυτότητά μου». Οι συντροφικές σχέσεις αποτελούν σημαντικό μέρος της ποίησης πολλών. Της σκέψης περισσότερων. Ειδικά κατά τη θρηνητική περίοδο της «ήττας», πολλοί έμειναν έρημοι, απομονώθηκαν ή αναχώρησαν. Στις φυλακές, στις εξορίες, η καχυποψία απλώνονταν, τύλιγε τους έγκλειστους. Στις διασπάσεις επίσης. Αν δεν είσαι μαζί μου, είσαι μ’ «αυτούς». Για την Αριστερά, «αυτοί», οι άλλοι, είναι ιδιαίτερα ηγεμονική έννοια. Η Αριστερά γνωρίζει και την υποψία, και την πικρή κουβέντα. Εντούτοις, σ’ όλα μου τα χρόνια κατάφερνα να βρίσκω κώδικες και ισορροπίες με τους ανθρώπους, τους συντρόφους μου ιδίως. Δεν μ’ ένοιαζε να υποχωρήσω, αρκεί ο άλλος να σταθεί, να νιώσει ασφαλής. Ακόμα και σε κανίβαλους και λυσσασμένους για άνοδο έβρισκα στοιχεία αθωότητας, σίγουρα ματαιότητας. Εκείνο που ακόμα δεν καταλαβαίνω στις λεγόμενες συντροφικές σχέσεις είναι ο άλλος να αισθάνεται τόσο ευάλωτος, καθισμένος στον εγωισμό του, ώστε κάθε κουβέντα να του είναι απειλητική. Και ο εγωπαθής, επειδή κρύβει πάντα (αυτό που νομίζει κουσούρι), θεωρεί ότι κάθε κουβέντα είναι το βίαιο τράβηγμα της κουρτίνας που (τάχα μου) τον αποκαλύπτει. Έτσι μπορεί και να προσβάλλει, και να γίνεται αγενής και επιθετικός. Φυσικά, και να χάνει τους ανθρώπους που θα μπορούσαν αν είναι επιεικείς μαζί του. Ή μη καχύποπτοι. Δύσκολο πράγμα οι συντροφικές σχέσεις…

Από Αυγή

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ