Κατερίνα Παπαντωνίου: «Ήθελα να ανασυστήσω την πατρίδα μου»

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Κάποιες φορές, καθώς σκύβει να βγάλει τα παπούτσια, νιώθει πως το κεφάλι της φουσκώνει και γεμίζει όλο το δωμάτιο. Τότε βλέπει το πανικόβλητο φάσμα του εαυτού της να βγαίνει στην πόλη. Ψάχνει πυορροούσες φουσκάλες στις άκρες των δρόμων, σε στοές. Ψηλαφεί διαβρωτικά έλκη στις εσοχές κτιρίων, χαμηλά στην Ερμού. Αποφεύγει, όμως, να διασχίζει πλατείες με εκτεταμένο έρπητα…  «Σκοτεινό ασανσέρ», της Κατερίνας Παπαντωνίου, εκδόσεις Τόπος.

-Το Σκοτεινό Ασανσέρ, μια ανθρωπογεωγραφία της πόλης;

Το χαμένο, υποβαθμισμένο κέντρο της πόλης συγκροτεί την ανθρωπογεωγραφία της πόλης, την αφηγηματική σκηνή του μυθιστορήματος. Tρεις γυναίκες από τη δεκαετία του εξήντα μέχρι σήμερα, κινούνται από το Μεταξουργείο μέχρι του Γκύζη, από την Πλάκα μέχρι τη Νεάπολη και την Κυψέλη. Ακολουθώντας τις διαδρομές τους στην κλειστοφοβική πόλη, ο πολεοδομικός χώρος,  βαθμιαία, γίνεται χώρος κοινωνικής φθοράς, ερωτικού άγχους, ενδοσκοπικού τρόμου. Η Άννα, συνταξιούχος θυρωρός και ένοικος επαγγελματικής πολυκατοικίας στην Ομόνοια, «ανακρίνεται» από την αστυνομία σχετικά με τον Αστρίτ που θεωρείται εξαφανισμένος, εκείνη όμως προτιμά να μιλά για παλιούς επαγγελματίες της αγοράς και μαραμένες γλάστρες. Η μεσήλικη Φανή, κόρη παλιών βιοτεχνών στην πολυκατοικία όπου κατοικεί η θυρωρός, φιλοξενεί τον Αστρίτ  και κατακρεουργεί την παιδική της ηλικίας. Η Ελένη, ανιψιά της Άννας, έχει μόλις αποφυλακιστεί και ψηλαφεί όσα έχει ξεχάσει αλλά έχουν καταχωρηθεί στο «μαύρο κουτί» του παρελθόντος. Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, τη λαϊκή και μικροαστική τάξη, τη ραχοκοκαλιά της Αθήνας, η πόλη σαρκώνεται και πρωταγωνιστεί.

-Η δική σας ματιά για τους ανέστιους και απάτριδες;

Πώς να αντικρίσεις τους εξαναγκασμένους πλάνητες, τους οικείους χωρίς έρμα που σέρνουν τα πόδια πάνω στο τσιμέντο και ψάχνουν για παρέα στα παγκάκια ή την τηλεόραση; Πώς να αντικρίσεις τους ξένους χωρίς εστία και διαβατήριο που κουβαλούν τον θάνατο κατάσαρκα; Αποφεύγω να τους κοιτώ στα μάτια, ντρέπομαι.

Οι ματαιωμένοι άνθρωποι χρησιμοποιούν το σκοτεινό ασανσέρ της μνήμης, της μοναξιάς, της βίας, της ωμής πραγματικότητας;

Οι ηλεκτροκίνητοι ανελκυστήρες των πολυώροφων κτιρίων κινούνται κάθετα και μεταφέρουν ανθρώπους και φορτία. Οι εμποδισμένοι, ματαιωμένοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη σκοτεινιά του ασανσέρ για να κινηθούν προς κάθε κατεύθυνση, μήπως και μπει κι άλλος επιβάτης κι ανταλλάξουν χνώτα και μνήμες μήπως και ξεφορτωθούν τη μοναξιά τους και την πραγματικότητα. Στη σκοτεινιά του ασανσέρ προσπαθούν, μάταια, να αποφύγουν ή να καταφύγουν στον πόνο και την τιμωρία.

Ξορκίζει η συγγραφή τη θλίψη της εποχής;

Η θλίψη δεν έχει εποχή και η γραφή εκκινείται μόνο από τα αποθέματα θλίψης. Έγραψα το Σκοτεινό Ασανσέρ  για να ανασυστήσω την πατρίδα μου, το κέντρο της Αθήνας. Το χωριό μου έχει αλλάξει από τότε που μάτωνα τα γόνατα παίζοντας είτε στο Πεδίον του Άρεως είτε στα Παναθήναια, από τότε που ξέφευγα από τη γιαγιά μου για να σκαρφαλώσω στο βουνό μου, τον λόφο του Στρέφη, από τότε που ανέμελη περίμενα τους γονείς μου να επιστρέψουν από το μεροκάματο ή τις διαδηλώσεις.

-Μαγική η λειτουργία του κειμένου και της ανάγνωσης;

 Ναι, η απολαυστικότερη ψευδαίσθηση. Ποτέ δεν βγαίνεις χαμένος.

-Δικηγόρος και συγγραφέας, συγκοινωνούντα δοχεία;

Ως δικηγόρος πρέπει να είσαι ψυχρός και ψύχραιμος για να υπερασπιστείς με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη. Ως συγγραφέας, αν είσαι ψυχρός και ψύχραιμος, δεν μπορείς να υπερασπιστείς τίποτα. Δικόγραφα και αφηγήσεις συναντιούνται, βέβαια, στο πληκτρολόγιο· κάποιες φορές, η ιστορία ενός πελάτη ή ακόμα κι ένας κανόνας δικαίου μεταπηδούν μασκαρεμένοι στο ιδιωτικό μου αρχείο.

-Όταν γράφετε τι νέο επιθυμείτε να φέρετε;

Όταν γράφω το μόνο που θέλω είναι να διώξω τον πονοκέφαλο, την καθημερινότητα, τις ενοχές.

 

 

 

 

 

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ