Tου ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ

Ενώ κάποιοι απτόητοι
-δόλιοι, αδύναμοι ή απλώς ανόητοι
Βγάζουν σέλφις με μανία μοναξιάς
Αλαλάζουν αδιάντροπα για την επιτυχία της τάδε ή της δείνα νέας θεραπείας
…unprecedented results from…
-Είμαστε σοφότεροι μετά την επίσκεψή μας στον «Ναό»
Μιλούν στο διαδίκτυο και πολλοί τους ακούν
και κάποιοι δηλώνουν πως τους αρέσει…
Ναι, είναι και ολίγον ειλικρινείς
Πάντως την επομένη, η ζήτηση θα μπει στον πολλαπλασιαστή

Ναι, την ίδια ώρα που μια μάνα γονατίζει κρατώντας στο χέρι το υγρό από δάκρυα πρόσωπο
Μπροστά στον γιατρό που σκυφτός ανακοινώνει
Πώς να την κοιτάξει στα μάτια;
-πώς έγινε; …γιατί σ’ εμάς;…γιατί στ’ αγόρι μου γιατρέ; …»κι όλες της γης οι οχιές/ δαγκώνουν τα σπλάχνα μου»
Η μάνα κι ο γιατρός: δυο όντα τσακισμένα
Καουτσούκ ξεραμένο που γελάστηκες να κάμψεις για να παίξεις

Την ίδια ώρα που κάποιοι ανέγγιχτοι στο διαδίκτυο
Βρίζουν τον επικεφαλής των αντιπάλων ή αποθεώνουν τον ημέτερο αρχηγό
Ενώ άλλοι σέρνουν τις αλυσίδες τους που κροταλίζουν στο σκοτάδι
«ώρα καλή συνταξιδιώτες/ που φεύγετε απ’ την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε/ την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κροταλεί/ ν’ ακούσω το τραγούδι σας την ώρα που περνάτε/ ώρα σας καλή»

Αλλά όλοι αυτοί οι ανέγγιχτοι συνεχίζουν
Ανέγγιχτοι οδύνης αυτοί προελαύνουν
Μέσα στα φώτα και τους προβολείς
Στη λάμψη των φαραωνικών αιθουσών
Σε λαμπρά συνέδρια
Απτόητοι ήδη από την αρχή της κούρσας
Ενώ εμείς γεννημένοι να πτοηθούμε
Τεθωρακισμένα προελαύνουν
Ακριβώς εκεί που τώρα λυγίζω
Γλιστράω στη λάσπη
Πέφτω αλλά σηκώνομαι
Και πώς να σταματήσει πριν σωριαστεί
ένας δρομέας μεγάλων αποστάσεων
Παραπαίοντας
Προχωρώ
Προχωρούμε
Ενώ αυτοί προελαύνουν
Εμείς παραπαίουμε αλλά προχωρούμε
Γυρνάμε στα αναγνώσματα της νιότης
για ν’ αντέξουμε
Ενώπιον της Πύλης της σωτηρίας ή του μηδενός
Πτοημένοι

Όμως εμείς που σήμερα λυγίζουμε πτοημένοι προσβλέπουμε -ανόητα ίσως- στον σηκωμό
Όχι τον δικό μας -πώς να εγερθεί να σταθεί μαχητής ο λυγισμένος;
Όραμα ο σηκωμός των παιδιών μας -αν κι «από ρόδο βγαίνει αγκάθι»
Τον σηκωμό της επόμενης νιότης και την απαίτηση του Ήλιου Κτήματος Κοινού
Τα παιδιά μας -που θα βαδίσουν στα ίδια αυταπατημένα ίχνη
Καθ’ οδόν προς το Ανύπαρκτο

Κι εμένα με περισφίγγει η βροχή και η ημικρανία της υγρασίας
-ότι το βαρομετρικό χαμηλό, προφασίζομαι
Με τριγυρνούν και σήμερα οι μέσα πόνοι
-σαν έτοιμο από καιρό
Καθώς μέρα τη μέρα πιο ανυπόφορος
και σ’ όσους κάποτε με ανέχονταν

Όμως προχωρώ
Προχωρούμε πολλοί
Συντροφικά αγκαλιασμένοι
-μα πού οι σύντροφοι και πού η αγάπη;
Προχωρώ προχωρώ προχωρώ
Λέγοντάς το ξανά και ξανά
Το πιστεύω τελευταίος κι εγώ

-ενώ προσπαθούσα να δώσω σχήμα στην έννοια του αλγεβρικού αθροίσματος στον χωροχρόνο…

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here