Το ναζιστικό έγκλημα κατά των αναπήρων. Τι εμπνέει και καθοδηγεί τους εγκληματίες της Χρυσής Αυγής

 

 

 Του ΑΝΤΩΝΗ ΣΚΟΡΔΙΛΗ

Εκτός από την θεωρία υπάρχει και πράξη. Οι ασκήσεις ναζιστικής βίας από πλευράς των ναζιστών εγκληματιών της Χρυσής Αυγής τα τελευταία χρόνια, κατά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, στο ελάχιστο δεν εξαίρεσαν τον κοινωνικό χώρο της αναπηρίας. Ευχής έργον, μια αληθώς χειραφετημένη ομάδα πραγματικά γενναίων ανθρώπων – ο λόγος για την Κίνηση Χειραφέτησης ατόμων με αναπηρία – συγκέντρωσε και δημοσιοποίησε ένα μικρό ενδεικτικό μέρος τους σπάζοντας τα τείχη του φόβου και της σιωπής. Η αναμενόμενη κατάθεση αυτού του δείγματος στην υπό εξέλιξη δίκη των ναζιστών εγκληματιών θα φωτίσει το αληθινό εύρος του εγκληματικού υπόβαθρου της “συμμορίας” που έχουν εδώ και κάμποσα χρόνια συστήσει.

nazi ευγονικη

Η πηγή έμπνευσης των ασκήσεων ναζιστικής βίας ενάντια στον κοινωνικό χώρο της αναπηρίας δεν εντοπίζεται μόνο στη ναζιστική θεωρία καθαυτή αλλά – κατά μείζονα λόγο – στην καθολική εφαρμογή της στην πράξη. Αυτό που πράγματι (δεν μπορεί παρά να) εμπνέει τους νυν ναζιστές εγκληματίες – κοινή λογική – είναι το ναζιστικό Ολοκαύτωμα των ανθρώπων με αναπηρία στα χρόνια της ναζιστικής κυριαρχίας. Απαραίτητο, λοιπόν, να είναι σε γνώση των δημοκρατικών ανθρώπων η ιστορία του. Τι ήταν το ναζιστικό Ολοκαύτωμα, πως εξελίχτηκε, τι σήμαινε.

Τα βασικά δεδομένα που περιγράφουν την “τύχη που έζησαν” ο άνθρωποι με αναπηρία στη ναζιστική περίοδο, έχουν επιγραμματικά ως εξής: 

Περίπου 275.000 άνθρωποι με αναπηρία θανατώθηκαν με βασανιστικούς τρόπους, στο όνομα της κυρίαρχης άποψης που “ήθελε” την αναπηρία να συνεπάγεται υπέρμετρο κόστος κοινωνικών παροχών σε σύγκριση με τα όσα ο ανάπηρος θα μπορούσε να προσφέρει στην οικονομία. Την ίδια περίοδο το ναζιστικό καθεστώς, παρασημοφορούσε σε κάθε ευκαιρία μεμονωμένες περιπτώσεις αναπήρων πολέμου, προβάλλοντας μέσω αυτών την ζωτική για την ύπαρξη των ναζί παραδειγματική άποψη ότι “η δύναμη της θέλησης θριαμβεύει έναντι όλων των δυσκολιών”. Στους προνομιούχους προσφερόταν πάντοτε η δυνατότητα προστατευμένης εργασίας.

 

Το πλέον χαρακτηριστικό τεκμήριο της προπαγάνδας που μήνυε/καθόριζε το μέλλον των πολλών ανθρώπων με αναπηρία ήταν η υπέρ-προβεβλημένη ταινία της εποχής “Κατηγορώ” η οποία αφηγείτο την ιστορία ενός γιατρού που δολοφόνησε την ανάπηρη σύζυγό του. Με την ταινία εισήχθη επίσημα στη δημόσια συζήτηση το επιχείρημα του “θανάτου από οίκτο”. Είχε επί μακρόν προηγηθεί (σε αφίσες, διαφημίσεις) η διαπόμπευση των αναπήρων, κατά κανόνα ως προτύπων ανικανότητας αλλά ενίοτε και ως τεράτων, σε αντιδιαστολή με τους … εκπροσώπους – μοντέλα της Άριας φυλής. Αναφερόμαστε στην περίοδο των πρώτων χρόνων ανάληψης της εξουσίας από τους ναζί (1933).

holocaustamea2

Σε απόλυτη διασύνδεση με την προπαγάνδα, ξεκίνησε τότε εκτεταμένο πρόγραμμα υποχρεωτικής στείρωσης ανθρώπων με αναπηρία. Για λόγους ακρίβειας της εξιστόρησης είναι απαραίτητη η διευκρίνιση ότι προγράμματα στείρωσης είχαν προϋπάρξει της ναζιστικής περιόδου σε άλλες χώρες, η ναζιστική Γερμανία δεν ήταν η “πρώτη και μοναδική” που τα εφήρμοσε.  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας με αναπηρία Jenny Morris στο βιβλίο της “Pride Against Prejudice”, από το 1907 σε διάφορες πολιτείες των ΗΠΑ έκαναν την εμφάνισή τους νόμοι για την υποχρεωτική στείρωση των ατόμων που πιστευόταν ότι έπασχαν από κάποια γενετική πάθηση ή διαταραχή, ενώ αντίστοιχες πολιτικές  υιοθετήθηκαν την περίοδο του μεσοπολέμου από χώρες όπως η Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Εσθονία, Τσεχοσλοβακία, Γιουγκοσλαβία, Λιθουανία, Λάτβια, Ουγγαρία και Τουρκία.
Από το 1939 και μέχρι το τέλος του Β! Παγκόσμιου Πολέμου το πρόγραμμα στείρωσης στη ναζιστική Γερμανία εξελίχτηκε σε πρόγραμμα θανατώσεων.  Υπό την κωδική ονομασία “Πρόγραμμα Τ4″, οι ανάπηροι στη ναζιστική Γερμανία θανατώνονταν με μία ένεση ή δηλητηριώδη αέρια.

Δυο λόγια για το Τ4 ή αλλιώς  οδός Tiergartenstrabe αριθμός 4, (πρόκειται για την διεύθυνση  όπου έδρευε το πρόγραμμα στα αρχηγεία των Ναζί στο Βερολίνο, το κτίριο δεν υπάρχει σήμερα, καθώς καταστράφηκε στη διάρκεια των βομβαρδισμών από τις συμμαχικές δυνάμεις, στη θέση του στεγάζεται η Φιλαρμονική τού Βερολίνου): Το Πρόγραμμα Τ4 πλαισίωσε έξι καταυλισμούς θανάτου διάσπαρτους στην Γερμανία και την Αυστρία , αποκαλούμενους “Κέντρα Ευθανασίας”. Τα έξι αυτά Κέντρα έφεραν ειδικές εγκαταστάσεις παραγωγής και παροχής δηλητηριωδών αερίων εξόντωσης, όμως εξωτερικά έδιναν την εντύπωση των ιαματικών λουτρών. Η ύπαρξή τους σήμαινε “φόβο και τρόμο”. Τα δύο κυριότερα εξ’ αυτών, το Κάστρο Χαρτχάιμ (Hartheim Casttle) στην Αυστρία και το Χάνταμαρ (Hadamar) στη Γερμανία, αποτέλεσαν τα πιο ισχυρά σύμβολα της εφιαλτικής απειλής εξόντωσης. Τα άλλα τέσσερα μικρότερα – Μπέρνμπεργκ (Bernberg), Μπράντενμπεργκ (Brandenburgh), Γκραφενεκ (Grafeneck) και Σονεστάιν (Sonnestein) – δεν τα έφθασαν ποτέ σε φήμη …

holocaust amea

Για τα δύο κύρια σύμβολα του εφιάλτη, παραθέτουμε κάποια πρόσθετα στοιχεία:

Κάστρο Χαρτχάιμ:  Σύμφωνα με το Τ4 ονοματιζόταν κέντρο ευθανασίας. Χιλιάδες άνθρωποι με αναπηρία θανατώθηκαν στο Χαρτχάιμ με ακραία βασανιστικό τρόπο, χωρίς να τρέξει σταγόνα αίματος, σιωπηλά, κρυφά. Το πρόγραμμα δολοφονικής εξόντωσης αναπήρων στο Χαρτχάιμ έμοιασε να αναχαιτίζεται το 1941, όταν  μετά από σύγκρουση με τη Γερμανική αντιπολίτευση, συμπεριλαμβανομένης της Καθολικής Εκκλησίας ο Χίτλερ διέταξε την αναστολή του. Απεδείχθη στην εξέλιξη των πραγμάτων ότι η διαταγή αναστολής δόθηκε για το θεαθήναι. Μετά από λίγων μηνών παύση, οι θανατώσεις τον επόμενο χρόνο επανάρχισαν υπό καθεστώς ακόμη μεγαλύτερης μυστικότητας και ουδέποτε έκτοτε σταμάτησαν έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Χάνταμαρ: Η … πρεμιέρα της εφιαλτικής του δράσης έγινε 13 Ιανουαρίου 1941 όταν μεταφέρθηκαν από το πλησίον Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Eichberg οι πρώτοι άνθρωποι προς εκτέλεση. Έκτοτε οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν ανελλιπώς μέχρι το πέρας του πολέμου. Το  Χάνταμαρ διέθετε περίπου 100 άτομα προσωπικό (κυρίως γιατρούς και νοσοκόμους), ήταν δηλαδή ένα υπερπλήρες κέντρο “επιστημονικής” εξόντωσης. Ουδέποτε έγινε αντιληπτό τα χρόνια που λειτουργούσε ως κέντρο επιστημονικής εξόντωσης αναπήρων, θεωρείτο τα χρόνια εκείνα ένα ακόμα (αποκλειστικά και μόνο) κρεματόριο τύπου Άουσβιτς, μιας και λειτουργούσε παράλληλα και ως τέτοιο. Η λειτουργία του σταμάτησε το 1945 αμέσως μετά την εισβολή των συμμαχικών δυνάμεων .

Μια ακόμη κρίσιμη λεπτομέρεια που αναδεικνύει την σύμφυτη με τα προγράμματα εξόντωσης αναπήρων μυστικότητα των ναζιστικών καιρών: Η ένεση και τα δηλητηριώδη αέρια ως μέθοδοι θανάτωσης των ανθρώπων με αναπηρία διήρκησαν κατά την πρώτη φάση εφαρμογής του Τ4 μεταξύ 1939-1941. Απ’ το 1941 και μετά που το Τ4 πέρασε στην επόμενη φάση ωρίμανσης, ένεση και αέρια έδωσαν την θέση τους σε ακόμα πιο «αόρατες» μεθόδους. Δηλαδή, στην εξόντωση διά της υπερβολικής δοσολογίας φαρμάκων ή διά της ασιτίας.

Αν διατρέξουμε όλα τα παραπάνω μέσα από το συνοπτικό “επίσημο ιστορικό” τους, κομίζουμε και κάποιες επιπρόσθετες λεπτομέρειες ουσίας: Επισήμως, η συστηματική εξόντωση ανθρώπων με αναπηρία ή αλλιώς της “ζωής που δεν αξίζει να ζει” ξεκίνησε στη Ναζιστική Γερμανία με το κρυφό διάταγμα του Χίτλερ για την ευθανασία που υπεγράφη τον Οκτώβρη του 1939. Σχεδόν ένα χρόνο αργότερα (Αύγουστο 1940) ο υπουργός δικαιοσύνης παρέλαβε από τον διευθύνοντα το T4 Philipp Bouhler αντίγραφο του διατάγματος, και το όλο θέμα απέκτησε υπόσταση στην επίσημη δημόσια ατζέντα συζήτησης. Υπό την συγκεκριμένη (επίσημη) έννοια, η θανάτωση των αναπήρων συνάντησε την αντίσταση της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία αξιολογείται από τους σοβαρούς αναλυτές των καιρών (Richard Grunberger, βιβλίο “Η κοινωνική ιστορία του Γ! Ράϊχ) ως “μη σθεναρή”. Ως μόνη εξαίρεση του κανόνα της σιωπηλής αποδοχής καταγράφεται ο καρδινάλιος Clemens Von Galen, ο μοναδικός ιερωμένος που αφόρισε το Πρόγραμμα T4 σε δημόσιο λόγο του. Εκτιμάται ότι ο αφορισμός του καρδινάλιου υποχρέωσε τον Χίτλερ, να παραστήσει έστω ότι αναστέλλει το πρόγραμμα.

Επιβάλλεται να σημειωθεί, τέλος, ότι υπήρχαν και κάποιες διακριτές περιπτώσεις αναπήρων στο απυρόβλητο. Ήταν αυτές των αναπήρων εργαζομένων σε δουλειές που αντανακλούσαν την κυρίαρχη του καθεστώτος αντίληψη περί παραγωγικότητας. Το χαρακτηριστικότερο όλων σχετικό παράδειγμα είναι της επιχείρησης του Otto Weidt (στο Βερολίνο), που είχε στη δούλεψή της εκατοντάδες ανθρώπους με προβλήματα όρασης και ακοής. Οι εργαζόμενοι του Otto Weidt  δεν κινδύνευσαν ποτέ από το Πρόγραμμα T4 καθώς οι βούρτσες και σκούπες που παρασκεύαζαν μαζικά  είχαν ανακηρυχθεί σε “είδος υψίστης στρατιωτικής σημασίας”.

Πάντα η Ιστορία εγγράφει εκ των υστέρων ήρωες. Η πιο γνωστή περίπτωση “ήρωα με αναπηρία” στη ναζιστική περίοδο είναι του Claus Von Stauffenberg. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος – είχε χάσει το δεξί χέρι, τρία δάκτυλα από το αριστερό χέρι και το δεξί μάτι στον πόλεμο – πιστώνεται απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944. Το ιστορικό της απόπειρας σε πέντε φράσεις: Ο Von Stauffenberg  είχε καθημερινή πρόσβαση στο Γραφείο Πολέμου στο Βερολίνο που χρησιμοποιούσε ο Χίτλερ, διότι ως ανάπηρος πολέμου συγκαταλεγόταν στους τιμώμενους αναπήρους και θεωρείτο πρόσωπο υπεράνω κάθε υποψίας. Άφησε μία βόμβα κάτω από το τραπέζι στο δωμάτιο με τους στρατιωτικούς χάρτες στο οποίο ήταν προγραμματισμένη συνάντηση εργασίας του ναζιστή ηγέτη .  Η βόμβα εξερράγη, όμως ο Χίτλερ επέζησε με μερικές εκδορές στα χέρια και κάποια μικροπροβλήματα στα τύμπανα. Σε ότι αφορά τον Von Stauffenberg , μετά την ηρωική του απόπειρα η τύχη του ήταν προφανώς προδιαγεγραμμένη: Εκτελέστηκε.

*Το “δια ταύτα”: Τα προγράμματα εξόντωσης των ανθρώπων με αναπηρία στη ναζιστική περίοδο, προβλήθηκαν και λειτούργησαν ως ο προθάλαμος  για την εφαρμογή ακόμα μεγαλύτερων προγραμμάτων μαζικής εξόντωσης. Μέσω των προγραμμάτων εξόντωσης αναπήρων, οι ναζιστές σώρευσαν  όχι μόνο τεχνογνωσία αλλά και ανθρώπινο δυναμικό και μέσα για την εφαρμογή των λοιπών προγραμμάτων τους μαζικής εξόντωσης. Μεγάλο μέρος από το προσωπικό τού Προγράμματος Τ4 μετά το 1942 και την συνάντηση της Wansee όπου αποφασίστηκε και προγραμματίστηκε η ιδέα της ναζιστικής “τελικής λύσης”, μετατέθηκαν σε άλλα πόστα μαζικής εξόντωσης ανθρώπων.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here