«Τα δικά μας παιδιά» του Ιβάνο Ντι Ματέο

 

I Nostri Ragazzi

Σκηνοθεσία: Ivano De Matteo

Ηθοποιοί: Alessandro Gassman, Giovanna Mezzogiorno, Luigi Lo Cascio

 

 

Η δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά του πολύκροτου μυθιστορήματος του Χέρμαν Κοχ με τίτλο “Το δείπνο”, υιοθετώντας αυτήν την φορά ιταλική κατευθυντήρια δύναμη αλλά και πλαίσιο, αποδεικνύεται πιο εύστοχη και λειτουργική από την προηγούμενη (την σχεδόν άγνωστη ολλανδική παράγωγη του 2013), διατηρώντας ωστόσο από την αρχή μέχρι το τέλος τον άρρυθμο βηματισμό της.

Ο σκηνοθέτης Ιβάνο Ντε Ματέο, διαχειρίζεται ένα πλούσιο και στέρεα δομημένο σεναριακό υλικό και αντιλαμβανόμενος ήδη από την εισαγωγή (η οποία παρεμπιπτόντως αποτελεί αυθεντικό κινηματογραφικό εφεύρημα) την απατηλή απλοϊκότητα των σχέσεων του ρηχού καθωσπρεπισμού, την λεπτή αλλά αιχμηρή κριτική της μοντέρνας κοινωνίας της μεγαλοαστικής τάξης, και του τεταμένου κλίματος που υποβόσκει διαρκώς στην ασυνείδητη σύγκριση των οικογενειακών δεσμών, αποπειράται να παρεκκλίνει από τον βασικό κορμό του μυθιστορήματος εισάγοντας νέα στοιχεία, τα οποία όμως απλώς καταφέρνουν να θολώσουν τα νερά, και όχι να αποκρυσταλλώσουν την αίσθηση της πεσιμιστικής ισοπέδωσης που επιδιώκει. Πέρα από αυτό, οι σκηνοθετικές “αποδράσεις” του Ιταλού δημιουργού φτάνουν σε σημείο να επηρεάζουν (κατά πάσα πιθανότητα ακούσια) την θεματική δομή του ίδιου του φιλμ, αλλάζοντας άρδην το ηθικό υπόστρωμα του νοήματος της ιστορίας.

Παρά τις φάλτσες νότες όμως, η ταινία πετυχαίνει αυτό που ίσως αποτελεί και πυρήνα του έργου του συγγραφέα: Ρίχνοντας φευγαλέες ματιές (κάτω από σχεδόν έξι διαφορετικά πρίσματα) σε έννοιες όπως η αναίτια και χωρίς όρια βία, η αποξένωση, η ελλιπής και απρόσωπη εκπαίδευση και κυρίως η διασυρμένη και ευτελισμένη υπευθυνότητα, χρησιμοποιεί ένα  καλοστημένο και καθωσπρέπει σκηνικό ως πρόσχημα για να παρασύρει το θεατή σε μια δυσάρεστη εξερεύνηση της πολύπλοκης και καθόλου τιμητικής πραγματικότητας της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας.

Μεσα από εξεζητημένους αλλά λίγο άστοχους πειραματισμούς (όμοιους με τις επιτηδευμένες γαστιρμαγικές προτάσεις του πανάκριβου εστιατορίου όπου κατά παράδοση συναντιούνται τα δυο πρωταγωνιστικά ζευγάρια) η υπόκωφα τραγική ιστορία των δυο αδερφών και των αντίστοιχων οικογενειών τους αναδύεται μέσα από καταπιεσμένες ένοχες σκέψεις, ανατροπές των εύθραυστων συναισθηματικών ισορροπιών και ματαιώσεις ιδεαλιστικών θεωριών περί ηθικής και δικαιοσύνης.

I_nostri_ragazzi_Still

 

Η πλοκή μετατοπίζεται σκόπιμα από το ένα ζευγάρι, τον καλοπροαίρετο, ήρεμο παιδίατρο Πάολο (Λουίτζι Λο Κάσιο) και την υπερπροστατευτική αλλά ώριμη γυναίκα του Κλάρα (Τζιοβάνα Μετζοτζόρνο) στο άλλο, δίνοντας βαρύτητα -κυρίως στην τρίτη πράξη- στην εξαιρετική ερμηνεία του Αλεσάντρο Γκάσμαν στο ρόλο του Μάσσιμο, αδελφού του Πάολο και υπερεπιτυχημένου δικηγόρου, αφήνοντας στο περιθώριο τη δεύτερη γυναίκα του Σοφία (Μπάρμπορα Μπομπούλοβα) η οποία, ως κλασική γυναίκα-τρόπαιο δεν αποκτά σχεδόν ποτέ ουσιαστική προσωπικότητα. Η αντιστροφή μέτρηση για την έκρηξη (και το αποστομωτικό φινάλε) έρχεται μέσα από ένα γεγονός που εμπλέκει και τους δυο οικογενειακούς πυρήνες, οι οποίοι φαινομενικά μοιάζουν τόσο διαφορετικοί όσο τα δύο ανόμοια διαμερίσματά τους, όμως στην ουσία μοιράζονται τους ίδιους παγωμένους τόνους, τις ίδιες κόκκινες γραμμές του κάδρου που σταδιακά φτάνουν να υπερβούν.

locandina

 

Το πρόβλημα εντούτοις, εντοπίζεται στους ασυνεχείς υπαινιγμούς που διαρκώς η ταινία μοιάζει να μην επικυρώνει ή έστω να δικαιολογεί. Παρότι ως έναν μεγάλο βαθμό, το συναίσθημα συγκρατείται απόμακρο, μη κραυγαλέο και ουσιαστικά αποδοτικό, δυστυχώς οι τηλεοπτικές επιρροές του σκηνοθέτη, τον ωθούν στο τέλος στο συμβατικό οικογενειακό μελόδραμα, γεμάτο ακατάστατες αναφορές και αδιέξοδες παράλληλες πλοκές που αποτυγχάνουν να θωρακίσουν την βασική υπόθεση.

Ο ιδιαίτερα εύστοχος τίτλος της ταινίας (“Τα δικά μας παιδιά”) αποτελεί ίσως μια από τις πιο κατάλληλες κινηματογραφικές μετατροπές σε σχέση με την σεναριακή πρώτη ύλη. Η άλλη σίγουρα βρίσκεται στην απόφαση του Ιταλού σκηνοθέτη να αλλάξει το φύλλο των δυο ανηλίκων παιδιών των οικογενειών, προκαλώντας σχεδόν την επένδυση της ιστορίας με εξαντλημένες φιλοσοφικές επεκτάσεις περί ιδιότητας και ρόλων του άνδρα και της γυναίκας.

Βραβευμένο με τον τίτλο της Καλύτερης Ευρωπαϊκής Ταινίας στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Βενετίας, αυτο το άρτια κατασκευασμένο φιλμ, μοιάζει να έχει όλα τα προαπαιτούμενα για να σε τυλίξει με το βαρύ πέπλο της θλίψης, του υπόκωφου θύμου και της νοσηρής απάθειας που υποβόσκει στη σημερινή δυτική κουλτούρα των κυρίαρχων τάσεων και της βίας. Αφήνοντας όμως πράγματα στη μέση και τοποθετώντας μια μονοσήμαντη δραματοποίηση στην πρώτη γραμμή, αποσυντονίζει και απλουστεύει την ίδια του τη θεματική προσέγγιση.

Περιμένοντας με ανυπομονησία την τρίτη (και ίσως καλύτερη) διασκευή του μπεστ σέλερ διά χειρός Κέιτ Μπλάνσετ, δεν μπορούμε πάρα να εστιάσουμε την προσοχή μας στην μια και μοναδική, απόλυτα επιτυχημένη σκηνή, αυτή της στρεβλής συνομιλίας του Μάσσιμο με την κόρη του, οπού το πρόσωπο του καταδικασμένου Γκάσμαν αφηγείται όσο πιο εύγλωττα γίνεται μια ιστορία τόσο διαφορετική από ότι τα ίδια του τα χείλη καταφέρνουν να ξεστομίσουν .

 

2.5/5 Αστέρια

 

Παναγιώτης Αχτσιόγλου

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here