Παναγιώτα Βάσση: Ο πολιτικός άνθρωπος στο έργο του Κ. Παπαιωάννου

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

«Ο άνθρωπος εντός της πολιτικής κοινωνίας διαδραματίζει ενεργό ρόλο, ισορροπώντας και εναρμονίζοντας την ατομικότητά του και την προσωπική του ελευθερία με τη συλλογική ζωή και τη συλλογική ευημερία. Ο Παπαϊωάννου φαίνεται να αναζητά με το έργο του τη γεφύρωση της νεωτερικής διαμάχης μεταξύ των δύο αντίπαλων ηθικών και οντολογικών μεγεθών, μεταξύ δηλαδή του ατόμου και του συνόλου: μακριά από τις αυταρχικές και τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες, τις μαξιμαλιστικές ουτοπίες που συρρίκνωσαν όχι μόνο την ιδιότητα του πολιτικού αλλά την ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου κι εξίσου μακριά από τις υπερκαταναλωτικές σειρήνες της μαζικής παθητικότητας στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες, ο Παπαϊωάννου αναζητά εκ νέου τον αρχαίο ελληνικό Λόγο, ασκώντας κριτική στον εργαλειακό ορθολογισμό». Απόσπασμα από το βιβλίο «O “πολιτικός” άνθρωπος στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου»  της φιλολόγου  Παναγιώτας Βάσση, Εναλλακτικές Εκδόσεις.

-Ο στοχαστής Κώστας Παπαϊωάννου (Βόλος 1925-Παρίσι 1981) με τον οποίο ασχολείστε στη μελέτη σας υπήρξε συνεπιβάτης του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Κώστα Αξελού στο πλοίο «Ματαρόα» που μετέφερε πλειάδα νεαρών Ελλήνων στη Γαλλία το 1945. Τι συνδέει τις τρεις αυτές προσωπικότητες;

Καστοριάδης, Αξελός, Παπαϊωάννου αποτελούν την περίφημη πια τριάδα των φιλοσόφων που μαζί με άλλους υποτρόφους –χάρη στην υποτροφία που τους εξασφάλισε το Γαλλικό Ινστιτούτο μετά από τις επίπονες προσπάθειες της «ψυχής» του Ινστιτούτου στην Αθήνα, του Οκτάβ Μερλιέ – διέφυγαν το 1945 στη Γαλλία με το-θρυλικό, πλέον- πλοίο «Ματαρόα».

Όμως, οι τρεις τους δεν υπήρξαν απλώς συνεπιβάτες στο δύσκολο ταξίδι προς την ελευθερία ή συγκάτοικοι στη Fondation Hellenique, κατά το πρώτο διάστημα της παραμονής τους στη Γαλλία. Τους συνδέουν πολύ περισσότερα πράγματα: καταρχάς, ο Παπαϊωάννου και ο Αξελός υπήρξαν συμμαθητές και φίλοι από τα χρόνια της φοίτησής τους στη Βαρβάκειο Σχολή. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην Ελλάδα και οι τρεις εντρύφησαν στα αρχαία κείμενα, κυρίως στον Πλάτωνα αλλά και τη γερμανική φιλοσοφία, χάρη στους δασκάλους τους του Αρχείου (Κ. Τσάτσος, Ι. Θεοδωρακόπουλος, Π. Κανελλόπουλος), της τριμηνιαίας επιθεώρησης που λειτούργησε από το 1929 ως το 1940.

Έπειτα και οι τρεις εντάχθηκαν στην Αντίσταση στη διάρκεια της Κατοχής και τους τρεις επηρέασε το μαρξικό έργο και η σοσιαλιστική θεωρία και οι τρεις άσκησαν κριτική, ο καθένας με το δικό του τρόπο, στη μαρξιστική «ορθοδοξία». Επιπλέον, στη Γαλλία διατήρησαν ορισμένοι επαφές με κοινούς κύκλους: οι ελληνιστές, λ.χ., Βερνάν και Νακέ, υπήρξαν φίλοι και του Καστοριάδη και του Παπαϊωάννου, ενώ ο Οκτάβιο Πας- γνωστός και για το περίφημο ποίημα που αφιέρωσε στον ακριβό του φίλο, Παπαϊωάννου- έχει γράψει πως, μεταξύ άλλων, οφείλει στον Παπαϊωάννου ότι τον γνώρισε στον Καστοριάδη… Θέλω να πω πως  αφενός οι τρεις στοχαστές είχαν μια δυνατή θεωρητική προπαρασκευή πριν διαφύγουν στη Γαλλία, αφετέρου και οι τρεις ασχολήθηκαν στη Γαλλία με τα κομβικά γεγονότα και διανοητικά ζητήματα της εποχής τους- γι’ αυτό και συνιστούν τη «γενιά του Mataroa»- αλλά ταυτόχρονα υπήρξαν πολύ διαφορετικοί.

Πού οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, ότι το έργο του Κώστα Παπαϊωάννου είναι το λιγότερο γνωστό, τουλάχιστο στην Ελλάδα;

Νομίζω πως η παραγνώριση του έργου του Παπαϊωάννου οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους: πρώτον, αν και μικρότερος ηλικιακά από τους άλλους δύο, πέθανε πρόωρα (το 1981) σε ηλικία 56 ετών και ιδιοσυγκρασιακά ήταν περισσότερο λάτρης της προφορικότητας του λόγου, ήταν, όπως έχει ορθά ειπωθεί, «σωκρατικός στοχαστής». Δεύτερον, οι άλλοι δύο ηγούντο πολιτικών τάσεων ή περιοδικών και συνεπώς ήταν, όπως έλεγε και ο Αξελός, vinculés, διέθεταν έναν κύκλο που διατηρούσε ή ανατροφοδοτούσε και διέδιδε τη σκέψη τους (θυμίζω ότι ο Καστοριάδης ήταν ιδρυτής του Socialisme ou Barbarie  ενώ ο Αξελός υπήρξε διευθυντής σύνταξης στο Arguments). Τέλος, η κριτική του Παπαϊωάννου ήταν πολύ πιο μπροστά από ό,τι άντεχε η εποχή του, ειδικά απέναντι στο μαρξισμό: ήδη από τη δεκαετία του ’50 –πολύ νωρίτερα από τον Καστοριάδη- ασκεί διπλή κριτική, αφενός στο σοβιετικό μοντέλο ως παραμόρφωση του μαρξισμού, αφετέρου στο ίδιο το μαρξικό έργο, που για το χώρο της αριστερής διανόησης στη μετεμφυλιακή Ελλάδα ειδικά, ήταν αδιανόητο. Παρά τη φωτεινή του προσωπικότητα, λοιπόν, ειδικά στα χρόνια της νιότης του, ο Παπαϊωάννου παρέμενε ανέκτακτος και κριτικός, επομένως πλήρωσε το τίμημα μίας μοναχικής αλλά όχι μάταιης  διανοητικής πορείας.

Ο Παπαϊωάννου είχε κάποια συμμετοχή με το έργο ή με τη δράση του στον  Μάη του 1968;

Η μόνη ακτιβιστική δράση που έχω υπόψη μου για τον Παπαϊωάννου αφορά στην περίοδο της Κατοχής στην Ελλάδα, όταν εντάχθηκε στην ελληνική Αντίσταση. Το 1968 δίδασκε στο Εθνικό Ίδρυμα Επιστημονικής Έρευνας (C.N.R.S.), συναναστρεφόταν -ήδη από τα πρώτα χρόνια του στη Γαλλία- τον Raymond Aron που ανήκε στη φιλελεύθερη γαλλική διανόηση και έναν μικρό κύκλο επιστήθιων φίλων –μεταξύ των οποίων και οι Alain Besançon και Alain Pons. Ο Αρόν μάλιστα προσδιόριζε ως εξής την πολιτική στάση του φίλου του: «Από ιδιοσυγκρασία, παρέμεινε ένας άνθρωπος της αριστεράς· ναι, έλεγε αστειευόμενος, αν θέλετε, είμαι οπαδός του Αρόν, αλλά όχι δεξιός». Ενεργός συμμετοχή στα δρώμενα του Μάη δε διαπιστώνεται (σίγουρα και αυτό συνετέλεσε στην παραγνώριση του έργου του). Ωστόσο, την ίδια περίοδο, έρχεται σε επαφή με τους «καταστασιακούς» και διαλέγεται με τη θεωρία του αναρχισμού, δίχως να εγκολπωθεί την αναρχική- περιθωριακή διανόηση. Θα ήταν πιο σωστό να πούμε πως οι συγκεκριμένοι κύκλοι αναγνώρισαν ορισμένα στοιχεία κριτικής χρήσιμα στη δική τους επιχειρηματολογία και αυτό εξηγεί και το ότι, ενώ υπήρξαν επικριτικοί ή και αφοριστικοί σε πολλούς διανοητές της εποχής και της γενιάς του Παπαϊωάννου, εξαιρούσαν τον ίδιο από αυτές τις επικρίσεις. Ο Παπαϊωάννου, μέχρι το τέλος της ζωής του, διήγε βίο θεωρητικό. Με πλατωνική, εγελιανή και μαρξική «φαρέτρα» στις θεωρητικές του αποσκευές αλλά με μία εξίσου ισχυρή κριτική διάθεση απέναντι στους «δασκάλους» μπορούσε να συνομιλεί ταυτόχρονα με τον Αρόν και τους «καταστασιακούς», γιατί με τη στάση του αναζητούσε την ελευθερία του προσώπου μέσα στην πολιτεία, δίχως ιδεολογικά τοτέμ και στερεότυπα. Κι όλα αυτά σε μια εποχή κυριαρχίας του μαρξισμού σε όλες του τις μορφές, από τη μαρξιστική «ορθοδοξία» μέχρι τoυς διαφωνούντες θεωρητικούς της μαρξιστικής «ορθοδοξίας» που είχαν μετατραπεί σε «βεντέτες της διανόησης», όπως του Αλτουσέρ και των αλτουσσερικών («Althusser à rien»).

Στο έργο σας καταλαμβάνει μεγάλο μέρος η ανάλυση του Παπαϊωάννου για την αρχαία Ελλάδα. Υπό ποια έννοια ενδιαφέρει τον στοχαστή; Παρατηρείτε κάποια αναλογία με το ενδιαφέρον του Καστοριάδη για την αθηναϊκή δημοκρατία;

Η δημοκρατία και ο αρχαίος ελληνικός ανθρωπισμός συνιστούν ιστορικά ένα unicum. Μακράν οιουδήποτε κλασικισμού ή προγονολατρίας, ο Παπαϊωάννου εντρυφεί στο παρελθόν για να ανανοηματοδοτήσει το παρόν. Στη μελέτη αναδεικνύονται, μεταξύ άλλων, οι όροι συγκρότησης της πολιτικής ιδιότητας, ως προϊόν αγώνα και στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ανανέωσης ή αμφισβήτησης της παράδοσης και ο ρόλος της Θεατροκρατίας, πλατωνικό δάνειο που στον Παπαϊωάννου παρουσιάζεται ως ερμηνευτικό κλειδί της συναρμογής ατομικού-συλλογικού που πραγματοποιήθηκε στην κλασική Αθήνα. Ο στοχαστής εστιάζει στους όρους «πάθος- μάθος» της τραγωδίας στους οποίους αποδίδει παιδαγωγικό περιεχόμενο: το πάθος-ελευθερία, συνοδεύεται από το μάθος-δικαιοσύνη σε ένα πλαίσιο συλλογικής διαπαιδαγώγησης που, μέσα από την αναπαράσταση και τη βίωση της ύβρεως, κατέληγε στην ασφαλή βεβαιότητα της αποκατάστασης της ισορροπίας, σε κατάφαση με τον κόσμο.

Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης ήταν αναπόφευκτες οι συγκρίσεις με το αντίστοιχο ενδιαφέρον του Καστοριάδη. Τα κείμενα του Παπαϊωάννου είναι παλαιότερα του Καστοριάδη και ορισμένα πολύ πρώιμα (όταν ήταν μόλις 17 ετών!). Τα κείμενα του Καστοριάδη είναι μεταγενέστερα, όψιμα θα έλεγα, αλλά πιο συστηματικά. Παρατηρούνται πολλές ομοιότητες και συνάφειες αλλά και αρκετές αποκλίσεις. Για να μείνουμε στα κοινά στοιχεία, το βασικότερο είναι ότι η στροφή και των δύο στοχαστών στην αρχαία Ελλάδα συνιστά επαναδιαπραγμάτευση του πολιτικού στη δική τους εποχή κι όχι μιμητικό πρότυπο. Η δημοκρατική κατάκτηση του 5ου αιώνα παρουσιάζεται και στους δύο ως διαρκώς ανανεούμενη κατάκτηση. Ο άνθρωπος είναι στη θεώρηση και των δύο δεινός, εξίσου ικανός για τα μεγαλειώδη και τα πιο τρομακτικά, την επιστροφή στο χάος. Η θεώρηση και των δύο σε αυτό το σημείο απομακρύνεται από τη στατική θεώρηση του κλασικού και την εξιδανίκευσή του στα ευρωπαϊκά κλασικιστικά κινήματα. Ομοίως, Παπαϊωάννου και Καστοριάδης εντοπίζουν τα συμπτώματα της παρακμής του κλασικού στην κοινή εξαφάνιση τραγωδίας και δημοκρατίας αλλά και στα στοιχεία της ύβρεως (υπερβολής και εκφυλισμού) του κλασικού πολιτισμού. Έτσι, αυτή η παρακμή στον Καστοριάδη παρουσιάζεται πρωτίστως ως έλλειψη αυτοπεριορισμού αλλά και αδυναμία οικουμενικοποίησης, ενώ στον Παπαϊωάννου –με εγελιανούς όρους- ως απώλεια της Ενότητας.

Ποια είναι η επικαιρότητα του στοχασμού του Παπαϊωάννου (και, κατ’επέκταση, η συνεισφορά της εργασίας σας);

Ο Παπαϊωάννου έζησε σε μία ταραγμένη εποχή, είδε τον ολοκληρωτισμό στη φασιστική και ναζιστική εκδοχή του με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα αλλά και το σοβιετικό ολοκληρωτισμό, πρωτίστως στη σταλινική του εκδοχή, με τα αντίστοιχα «γκουλάγκ». Μακριά από τον «προμηθεϊσμό» των «μαξιμαλιστικών» ουτοπιών, είναι αντίθετος στη χρήση βίας αλλά και στην απονέκρωση των αμυντικών μηχανισμών του πολίτη απέναντι στις σύγχρονες μορφές εξουσίας εντός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Δημοκράτης εκ πεποιθήσεως, ο Παπαϊωάννου αναζητά την ενεργοποίηση του πολιτικού στοιχείου από τα κάτω, δηλαδή διαδικασίες συμμετοχικής δημοκρατίας εντός του συστήματος. Αυτό που εισηγείται δεν είναι μόνο θεσμικές αλλαγές, αλλά και ψυχολογικές διεργασίες, τέτοιες που μπορούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μίας άλλης θεωρίας της ζωής. Γράφει σχετικά: «Όσο περισσότερο η υπερ-παβλωφική  αυτή τεχνική της Προπαγάνδας-κοσμοθεωρίας γίνεται καθολική “γλώσσα” της κοινωνίας τόσο περισσότερο τείνει προς το μηδέν η επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο περισσότερο η γλώσσα παύει να’ ναι όργανο της “πάλης των συνειδήσεων για την αναγνώριση” και τόσο λιγότερο τα μνημεία της: η γλώσσα της Ποίησης, της Λογοτεχνίας, της Φιλοσοφίας, των ανθρώπινων επιστημών, της Πολιτείας και της Πολιτικής, μπορούν να σημαίνουν μια αυθεντική αυτοσυνείδηση της κοινωνίας».

-Η αντιπρόταση του Παπαϊωάννου που συνίσταται;

Στο φιλοσοφείν· εναποτίθεται στον άνθρωπο που επιμένει ακόμα να σκέπτεται και να αμφισβητεί. Το έχει διαπιστώσει πρώτος, το 1952, ο Κλέων Παράσχος στη σχετική βιβλιοκριτική του για το έργο του Παπαϊωάννου Ο Άνθρωπος και ο Ίσκιος του: «Ουμανιστής, που πιστεύει στην αξία και στην ανάγκη του ατόμου, εχθρός κάθε “ορθοδοξίας” που τείνει να υποδουλώσει και να εξαφανίσει το άτομο, ο Κώστας Παπαϊωάννου ζητεί, πέρα από τις απαισιόδοξες διαπιστώσεις του, ένα κομμάτι γης για να πατήσει στερεά, για ν’ απιθώσει την πίστη του στον άνθρωπο, για να κρατήσει μέσα του την ελπίδα ότι ο άνθρωπος έχει ακόμα την ικανότητα να οικοδομηθεί σε οντότητα ολοκληρωμένη και αυτόνομη. Η στερεή αυτή γης είναι η φιλοσοφία…».

Εν κατακλείδι, ο «πολιτικός άνθρωπος» του Παπαϊωάννου, αρθρώνεται αφενός ως ανανοηματοδότηση του Λόγου και της πολιτικής ιδιότητας, διαμέσου ενός συλλογικού ενοποιητικού Μύθου, ήτοι εντός της ανάπτυξης ενός νέου κοινοτικού πνεύματος μέσα στην κοινωνία, βιωματικού και εμπνευστικού, αφετέρου ως φιλοσοφικό αίτημα, δηλαδή ως πνευματική εγρήγορση και κριτική στάση, απομάκρυνση από κάθε διανοητικό εφησυχασμό. Το αίτημα αυτό είναι επίκαιρο και καταξιώνεται στην ιστορία της φιλοσοφίας ακριβώς επειδή διατηρεί τη φρεσκάδα του στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό για τον άνθρωπο και την πολιτική ζωή της μετανεωτερικής πραγματικότητας, δηλαδή ως μέριμνα και για το «πολιτικό» και για τον «άνθρωπο».

 

 

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here