Πειραιάς: Απο την Ιστορία του χθες στην ανάπτυξη του αύριο

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΩΜΕΡΙΤΗ

“Μέγα το της θαλάσσης κράτος”

Περικλής

Το λιμάνι του Πειραιά υπήρξε ιστορικά το πρώτο μεγάλο οργανωμένο και οχυρωμένο λιμάνι των χρόνων της αρχαιότητας στη Μεσόγειο. Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του έπαιξε η απόφαση του ηγέτη της Αθήνας Θεμιστοκλή για τη στροφή της πόλης προς τη θάλασσα το 493 π.Χ., με τη δημιουργία έργων οχύρωσης του λιμανιού αλλά και της ισχυρού πολεμικού στόλου πλοίων.

Απόφαση που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόκρουση της εισβολής των Περσών στην Ελλάδα, αφού το 480 π.Χ., ακριβώς έξω από την είσοδο του λιμανιού του Πειραιά, στα στενά της Σαλαμίνας, διεξήχθη η σημαντικότερη ναυμαχία του αρχαίου κόσμου, κατά την οποία ο στόλος των Ελλήνων νίκησε τον στόλο των Περσών, αναγκάζοντας τον ηγέτη τους Ξέρξη να εγκαταλείψει την προσπάθεια επέκτασης της Περσικής Αυτοκρατορίας προς την Ελλάδα και την Ευρώπη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Πειραιάς το 2021 θα γιορτάσει τα 2.500 χρόνια από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, η οποία συνέβη στο θαλάσσιο χώρο του, και την εγκαθίδρυση, αμέσως μετά, από τον Περικλή του Πολιτεύματος της Δημοκρατίας.

Δυο είναι για τον Πειραιά οι περίοδοι ανάπτυξης κατά τα αρχαία χρόνια. Και οι δυο είναι άρρηκτα δεμένες με την Αθήνα και με τη ναυτιλία.

Η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από τη μεγαλοφυή σκέψη του Θεμιστοκλή να μεταφέρει το επίνειο της Αθήνας από το Φάληρο στον Πειραιά και με ειδικό ναυτικό νόμο να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάδειξη της μεγάλης ναυτικής δύναμης της Αθήνας.

Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από τις αποφάσεις του Περικλή, στο πλαίσιο της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, να ανοικοδομήσει με σχέδια του μεγάλου πολεοδόμου της αρχαιότητας Ιππόδαμου την πόλη του Πειραιά και να τη μετατρέψει σε σπουδαίο λιμάνι διεθνών εμπορικών συναλλαγών (461-431 π.Χ.).

Δυο είναι επίσης οι σημαντικές περίοδοι της ανάπτυξης του σύγχρονου Πειραιά, αφού μετά τους Μακεδόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τους Ρωμαίους κατεστράφη και περιέπεσε σε αφάνεια για πολλούς αιώνες.

Η πρώτη περίοδος αφορά αμέσως μετά την Ανεξαρτησία της Ελλάδας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1821, όταν ως πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ορίζεται η Αθήνα. Τότε δημιουργείται ο Δήμος του Πειραιά και συναποφασίζεται ότι επίνειο της πόλης των Αθηνών θα είναι ο Πειραιάς και όχι το Φάληρο, όπως ήθελαν κάποιοι Αθηναίοι.

Η δεύτερη περίοδος αφορά τις αποφάσεις του μεγάλου αναμορφωτή της σύγχρονης Ελλάδας, του Ελευθέριου Βενιζέλου, να δημιουργήσει αρχικά το 1911 και μετέπειτα το 1930 έναν μεγάλο λιμενικό οργανισμό για την κατασκευή υποδομών και τη λειτουργία ενός μεγάλου σύγχρονου εμπορικού λιμανιού.

Στα χρόνια αυτά το λιμάνι του Πειραιά, με την ανάπτυξη γύρω από αυτό της κύριας βιομηχανικής περιοχής της χώρας, απορροφά τη δυναμικότητα των πολλών παλαιών λιμανιών της Ελλάδας (Σύρος, Ύδρα, Πάτρα). Μετατρέπεται έτσι σταδιακά σε ναυτιλιακό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο όλης της χώρας. Με την ανάπτυξη του λιμανιού της, αναπτύσσεται και η πόλη του Πειραιά, η οποία από 300 κατοίκους το 1835, ανέρχεται στους 11.000 το 1870, σε 70.000 το 1900, σε 200.000 το 1940 και σε 500.000 κατοίκους σήμερα στο ευρύτερο πολεοδομικό σύμπλεγμα του Πειραιά. Μια πόλη που αποτελεί σήμερα το κέντρο της πρώτης ναυτιλίας του κόσμου, των ελληνικών συμφερόντων της εμπορικής ναυτιλίας, με ένα διεθνές λιμάνι πολλαπλών δραστηριοτήτων, το οποίο από τους αρχικούς λίγους κρηπιδότοιχους της νησιωτικής ακτοπλοΐας κατέχει πλέον μια συνολική έκταση κρηπιδοτοίχων 38 χλμ., στα οποία εξυπηρετούνται η ακτοπλοΐα, η κρουαζιέρα, τα πλοία μεταφοράς αυτοκινήτων, τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και η ναυπηγοεπισκευή. Ένα σύγχρονο λιμάνι μεγάλων δυνατοτήτων, το οποίο χάρις στη γεωγραφική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νότια Ευρώπη και παρά τις καταστροφές που υπέστη από τη μανία των Ναζί, κατά την περίοδο 1941-1945, κατάφερε να αναπτύξει τις δυνατότητές του και να μετασχηματίσει το χαρακτήρα των λιμενικών του υπηρεσιών σε υπερσύγχρονες λειτουργίες διακίνησης φορτίων και ανθρώπων.

Σήμερα το λιμάνι, το οποίο περιγράφουν οι περιηγητές σε διαφορετικές περιόδους χαρακτηρίζοντάς το ως έναν έρημο τόπο, είναι ένα λιμάνι σύγχρονων υπηρεσιών, ένα κέντρο εμπορικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, ένα λιμάνι τουρισμού και πολιτισμού, στου οποίου τις ακτές μπορεί κανείς να δει και να θαυμάσει τα αποτυπώματα ενός αρχαίου πολιτισμού, παράλληλα με τη ζωντανή πόλη της επιχειρηματικότητας και της καθημερινής πολύβουης δραστηριότητας των κατοίκων της.

Σ’ αυτή την πόλη καθοριστικό ρόλο έπαιξε και παίζει ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς, ο οποίος ως Αρχή Λιμένος και ως επιχείρηση λιμενικών υπηρεσιών έχει καταστήσει το λιμάνι του Πειραιά κέντρο σημαντικών υπεραξιών και ανάπτυξης. Στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών για τη λιμενική αγορά, έχει καταστεί πόλος έλξης διεθνών μεταφορικών εταιριών και εμπορίου.

Ένα λιμάνι το οποίο παρά την οικονομική του μεγέθυνση δεν ξεχνά την ιστορία του, την ιστορία του Ελληνισμού, την ιστορία της ανάπτυξης και στήριξης της νησιωτικής Ελλάδας, την ιστορία των ναυτικών και του εργαζόμενου λαού, των μεταναστών που έφυγαν στην ξενιτειά απ’ αυτό, του πολυπολιτισμού, χάρη στον οποίο αναπτύχθηκε και διαμόρφωσε την Ελλάδα της ανάπτυξης και της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Ένα λιμάνι-κέντρο ενδιαφέροντος για πολλούς, το οποίο στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών για ανταγωνιστικότητα, διαφάνεια και προστασία του περιβάλλοντος συνεχίζει το δημιουργικό του ρόλο έξω από τις μονοπωλιακές λογικές του κρατισμού και του επεκτατικού ιδιωτικού κεφαλαίου.

Ένα λιμάνι το οποίο, στενά συνδεδεμένο με τα συμφέροντα της Πόλης του Πειραιά, θα συνεχίσει με την αίγλη της ιστορίας και του πολιτισμού του, τη στήριξή του στο κοινωνικό σύνολο, τους πολίτες του Πειραιά. Ένα λιμάνι που το 2015 θα γιορτάσει την Ευρωπαϊκή Ημέρα Θάλασσας με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ένα λιμάνι που το 2015 επίσης θα φιλοξενήσει το Συνέδριο και την Ετήσια Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Λιμένων Ευρώπης (ESPO). Ένα λιμάνι που θα ολοκληρώσει το 2018 τη μεγάλη ανάπλασή του, την Πολιτιστική Ακτή Πειραιά, προς όφελος των κατοίκων της πόλης και των επισκεπτών της.

Φυσικά το λιμάνι ως διαμετακομιστικό κέντρο δεν μπορεί παρά να έχει παράλληλη πορεία με την ανάπτυξη της ναυτιλίας. Ναυτιλία, πλοία, χωρίς την ύπαρξη λιμένων δεν μπορεί να υπάρξει. Γι’ αυτό ναυτιλία και λιμενική βιομηχανία οφείλουν να συλλειτουργούν. Δεν είναι τυχαίο ότι στα δύσκολα, σκοτεινά χρόνια της περιόδου που εξετάζει αυτό το λεύκωμα, τα λιμάνια της χώρας ανθούσαν εκεί όπου ανθούσε και η τότε ναυτιλία: στη Σύρο, την Άνδρο, την Ύδρα, την Πάτρα, το Γαλαξείδι, τη Μύκονο, τη Σαντορίνη, το Χάνδακα, τη Χίο, τις Σπέτσες, τα Ψαρά, αλλά όχι στον Πειραιά, αφού η Αθήνα τότε ήταν μια μικρή κωμόπολη και ο Πειραιάς χωρίς κατοίκους.

Είναι γνωστό, ότι μετά το 1821, και ιδιαίτερα μετά το 1836, οπότε ο Πειραιάς έγινε Δήμος και η Αθήνα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, άρχισαν να συρρέουν στον Πειραιά νησιώτες από άλλα νησιά και λιμάνια. Και είναι ιστορικά διακριβωμένο ότι ουσιαστικά τον Πειραιά τον ανάστησαν κυρίως οι Χίοι και οι Υδραίοι μαζί με άλλους νησιώτες, για να ακολουθήσουν οι Αιγινήτες, οι Κουλουριώτες, οι Κρητικοί και οι Μανιάτες.

Η μεγέθυνση του Πειραιά και η συρροή των καραβοκυραίων στο λιμάνι του φυσικό ήταν να αφανίσει σταδιακά όλα τα άλλα μέχρι τότε σημαντικά περιφερειακά λιμάνια της χώρας. Από το τέλος του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη της οργανωμένης βιομηχανικής παραγωγής ο Πειραιάς ως πόλη μετατράπηκε, παράλληλα με το μεταφορικό έργο του λιμανιού του, σε σπουδαίο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της χώρας, της Μεσογείου και αργότερα της παγκόσμιας ναυτιλιακής βιομηχανίας.

Το λεύκωμα αυτό συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο τη μακρόχρονη ιστορία του λιμανιού του Πειραιά. Για την αρχαία και σύγχρονη ιστορία του έχουν γραφτεί πολλά βιβλία˙ ελάχιστα όμως έχουν γραφτεί για την μακραίωνη πορεία του, από την περίοδο της καταστροφής του από τους Ρωμαίους μέχρι τα χρόνια της ανασυγκρότησής του, μετά την ελληνική επανάσταση του 1821. Η καταγραφή μαρτυριών και εικόνων από περιηγητές, που επισκέφθηκαν τα σκοτεινά χρόνια της οθωμανικής σκλαβιάς την Αθήνα και τον Πειραιά, δίνουν μια εικόνα του λιμένα, όταν αυτός είχε χάσει στους χάρτες ακόμα και το ιστορικό όνομά του. Γι’ αυτό και έχει μιαν ιδιαίτερη αξία.

 

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here