Παγκόσμια Διάσκεψη για το κλίμα στο Παρίσι-Να ελπίζουμε;

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Ξεκίνησε στις 30 Νοεμβρίου στο Παρίσι η Παγκόσμια Διάσκεψη για το κλίμα (COP21) με τη συμμετοχή 196 χωρών, εκ των οποίων 150 θα εκπροσωπηθούν από τους ηγέτες τους, εκτός από υπουργούς και τεχνοκράτες. Οι συμμετέχοντες θα πρέπει να καταλήξουν, έως τις 11 Δεκεμβρίου που λήγει η Διάσκεψη, σε μια συμφωνία η οποία κατ” αρχήν θα μειώνει και αργότερα θα εξουδετερώνει πλήρως τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, πριν να είναι πολύ αργά. Ωστόσο, παρά τα ανησυχητικά σήματα, οι δεσμεύσεις, κυρίως των βιομηχανικών χωρών, δε είναι στο ύψος των περιστάσεων.

Η Γη γνώρισε, βέβαια, κλίματα περισσότερο ζεστά ή κρύα από το σημερινό. Η στάθμη των θαλασσών βρέθηκε σε επίπεδο πιο υψηλό ή πολύ πιο χαμηλό από το σημερινό. Ωστόσο, όλα αυτά συνέβησαν πολύ πριν ο πληθυσμός του Πλανήτη να φτάσει τα 7,3 δις ανθρώπους.
Έτσι, χωρίς μια νέα αρχή για το ενεργειακό και καταναλωτικό μοντέλο της ανθρωπότητας, η εξέλιξη με βάση τα σημερινά δεδομένα προδιαγράφει μια χαοτική κατάσταση για το κλίμα και τελικά για όλα τα υπόλοιπα συστήματα που αυτό επηρεάζει, Mια αποτυχία στο Παρίσι θα είναι τραγική. Όμως και, μια συμφωνία-βιτρίνα, για επικοινωνιακούς λόγους και για να καθησυχάσει προσωρινά την κοινή γνώμη, θα απομακρύνει την προσοχή από την επείγουσα αναγκαιότητα της αμφισβήτησης του μοντέλου ανάπτυξης που βασίζεται στην ορυκτή ενέργεια, αλλά και στην κούρσα της παραγωγικότητας, καθώς και στην άνιση ανταλλαγή μεταξύ των λαών.

Υπάρχουν αμφιβολίες για την κλιματική αλλαγή;

Τον Φεβρουάριο του 1985, μετά από δύο χρόνια αποκρυπτογράφησης των πάγων της Ανταρκτικής από τις επιστημονικές αποστολές που δούλευαν εκεί, τα δείγματα που κατάφεραν να λάβουν από βάθος 3700 μέρων προσέφεραν τις αποδείξεις που αναζητούνταν: ο πλανήτης μερικές φορές ήταν πιο θερμός απ” όσο σήμερα, συχνά πιο ψυχρός, όμως αυτές οι διακυμάνσεις ακολουθούσαν απολύτως εκείνες της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα (CO2). Και, επίσης, είναι γνωστό ότι από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, στα μέσα του 19ου αι., η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σε διοξείδιο του άνθρακα δε σταμάτησε να αυξάνεται, ξεπερνώντας πλέον κάθε τιμή που έχει καταγραφεί στην ανθρώπινη ιστορία.

Τα ευρήματα αυτά, επιβεβαιωμένα από γεωτρήσεις σε υποθαλάσσια ιζήματα και τη μελέτη άλλων αερίων θερμοκηπίου όπως το μεθάνιο, οδήγησαν το 1988 τον ΟΗΕ να δημιουργήσει την Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC). Από την πρώτη έκθεσή της το 1990, έως την πέμπτη, το 2013, η ΙPCC καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η υπερθέρμανση του κλιματικού συστήματος είναι αδιαμφισβήτητη και, από τη δεκαετία του 1950, πολλές από τις παρατηρούμενες αλλαγές δεν έχουν προηγούμενο εδώ και δεκαετίες, ακόμη και χιλιετίες (…). Η ατμόσφαιρα και ο ωκεανός έχουν υπερθερμανθεί, η κάλυψη από χιόνι και παγετώνες έχει ελαττωθεί, η στάθμη των θαλασσών έχει ανεβεί και οι συγκεντρώσεις των αερίων του θερμοκηπίου έχουν αυξηθεί. Η επίδραση του ανθρώπου στο κλιματικό σύστημα έχει πλέον σαφώς καταδειχθεί (…). Προκειμένου να περιοριστεί η κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να μειωθούν σημαντικά και σε μεγάλο βάθος χρόνου οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου».
Στην πιο απαισιόδοξη υπόθεση εργασίας –δηλαδή ότι δε γίνεται πραγματική προσπάθεια για μείωση- προβλέπονται έως το 2100 θερμοκρασίες αυξημένες κατά σχεδόν 4ο C. Και μόνο η αισιόδοξη υπόθεση εργασίας θα επέτρεπε τη συγκράτηση της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από τους 2ο C. Από το όριο αυτό και πέρα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα ανεξέλεγκτο ξέσπασμα, με γοργό λιώσιμο των παγετώνων της Γροιλανδίας, τροποποίηση των βαθέων ωκεάνιων ρευμάτων και τήξη των μόνιμα παγωμένων εδαφών στις αρκτικές ζώνες, οδηγώντας σε μαζική απελευθέρωση διοξειδίου του άνθρακα.

Όμως, η αισιόδοξη υπόθεση εργασίας προϋποθέτει ότι οι εκπομπές μειώνονται χωρίς καμία αργοπορία και εκμηδενίζονται μέσα σε δύο ή τρεις γενεές. Επισήμως, μετά τη Σύνοδο Κορυφής του Ρίο για τη Γη, το 1992, και την υιοθέτηση της σύμβασης-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, όλα τα κράτη συμμερίζονται αυτή τη θέση. Ωστόσο, μετά από εκείνες τις εξαγγελίες για τη σωτηρία του πλανήτη, η κατάσταση δεν έπαψε να επιδεινώνεται. Π.χ. το 2013, το σύνολο του CO2 που απελευθερώθηκε στην ατμόσφαιρα ξεπέρασε τα 35,3 δισεκατομμύρια τόνους, έναντι 23 δισεκατομμυρίων τόνων το 1990. Μεταξύ 1980 και 2011, το κομμάτι της υπερθέρμανσης που συνδέεται με τις ανθρώπινες δραστηριότητες διπλασιάστηκε εξαιτίας της ανάδυσης νέων βιομηχανικών χωρών και της αύξησης του πληθυσμού.
Και φυσικά, βασική πηγή της κλιματικής απορρύθμισης αποτελεί η χρήση του άνθρακα, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Παρ” όλα αυτά, το 2013, οι δημόσιες επιδοτήσεις που κατευθύνθηκαν σε ορυκτά καύσιμα έφτασαν στο ποσό των 480 δισ. ευρώ, δηλαδή ήταν περισσότερο από τέσσερεις φορές μεγαλύτερες των ποσών που δόθηκαν για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

Σύμφωνα με μελέτη του University College του Λονδίνου, για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση του πλανήτη θα έπρεπε να μείνουν ανεκμετάλλευτα το 1/3 των αποθεμάτων πετρελαίου, το 1/2 των αποθεμάτων φυσικού αερίου και το 80% των αποθεμάτων άνθρακα. Να σημειωθεί δε ότι τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων, που μπορούμε να εξορύξουμε με βάση τις σημερινές τεχνικές και οικονομικές συνθήκες, αντιστοιχούν σε μια ποσότητα περίπου 2.900 γιγατόνων CO2, δηλαδή σε τριπλάσια ποσότητα από τις εκπομπές που προβλέπονται από την καθιέρωση ενός ανώτατου ορίου εκπομπών CO2 για να περιοριστεί η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 2°C.

Oι δεσμεύσεις της διεθνούς κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ενωσης

Απέναντι σε μια τέτοια πρόκληση, η λογική του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κρατών απλώς δε μπορεί να λειτουργήσει, Ωστόσο, και η οδός της συνεργασίας παραμένει δύσβατη. Μετά την άρνηση της αμερικανικής Γερουσίας να επικυρώσει το πρωτόκολλο του Κιότο το 1997 και την αποτυχία της Κοπεγχάγης το 2009, για την παρούσα διάσκεψη του Παρισιού έγιναν προσεκτικές προετοιμασίες, με τους οργανωτές να ποντάρουν στις λεγόμενες εθελοντικές διακηρύξεις, οι οποίες είναι «καθορισμένες σε εθνικό επίπεδο προβλεπόμενες συνεισφορές».

Εως τα μέσα του περασμένου Οκτωβρίου, 148 χώρες, που αντιστοιχούν στο 87% των παγκόσμιων εκπομπών, είχαν παρουσιάσει τους οδικούς χάρτες τους. Από τους μεγάλους ρυπαντές απουσίαζαν μόνο το Ιράν και η Σαουδική Αραβία. Και βάση των προηγουμένων όλες οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις παρουσιάζονται φιλόδοξες: η Κίνα θεωρεί ότι θα φτάσει στο μέγιστο των εκπομπών της το 2030, οι ΗΠΑ εξαγγέλλουν ένα -26% το 2025 σε σχέση με το 2005, και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που θεωρεί τον εαυτό της πρωτοπόρο στη αντιμετώπιση του προβλήματος, υπόσχεται μείωση των αερίων θερμοκηπίου κατά 40% το 2030 σε σχέση με το 1990,

Για την ΕΕ, η νέα συμφωνία πρέπει να στείλει ένα σαφές μήνυμα αποφασιστικότητας των κυβερνήσεων να μειώσουν τις εκπομπές τους σε βαθμό που να διατηρήσει την αύξηση της θερμοκρασίας κάτω του ορίου που έχει συμφωνηθεί έως το τέλος του αιώνα.

Η στρατηγική της ΕΕ, τουλάχιστον στη θεωρία, για μια αξιόπιστη συμφωνία περιλαμβάνει: -τη θέσπιση ενός μακροπρόθεσμου στόχου, ως ορόσημου για τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, των επενδυτών και του κοινού, με τη δέσμευση για μετάβαση προς οικονομίες με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα -την καθιέρωση μηχανισμού για την τακτική επανεξέταση και την ενίσχυση του συλλογικού επιπέδου φιλοδοξίας -τη δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος διαφάνειας και λογοδοσίας, ώστε τα συμβαλλόμενα μέρη και οι ενδιαφερόμενοι να είναι βέβαιοι για την τήρηση των υποσχέσεων.

Η ΕΕ δεσμεύεται, επίσης, να συμβάλει στην επίτευξη του κοινού στόχου των ανεπτυγμένων χωρών για την κινητοποίηση 100 δις $ ετησίως μέχρι το 2020 για τη δράση για το κλίμα στις αναπτυσσόμενες χώρες. Πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ και της Πρωτοβουλίας για την Κλιματική Πολιτική έδειξε ότι το 2014 κινητοποιήθηκαν 62 δις $, βάζοντας τις ανεπτυγμένες χώρες σε σχετικά καλό δρόμο όσον αφορά τον στόχο των 100 δις $, η δε ΕΕ είχε τη μεγαλύτερη συμβολή στη χρηματοδότηση αυτή.

Επίσης, στις 10/11/15 οι υπουργοί οικονομικών της ΕΕ επιβεβαίωσαν ότι το 2014 η ΕΕ και τα κράτη μέλη της προσέφεραν 14,5 δις € στη δημόσια χρηματοδότηση για το κλίμα (επιχορηγήσεις και δάνεια). Το μέγεθος αυτό συνιστά αύξηση σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Τέλος, 14 δις €, κατά μέσο όρο 2 δις € ετησίως, από δημόσιες επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, έχουν εξαγγελθεί να διατεθούν για τη στήριξη δραστηριοτήτων σε αναπτυσσόμενες χώρες μεταξύ του 2014 και του 2020. Ωστόσο, οι μεγάλες διεθνείς περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως η Greenpeace, η WWF κλπ. ασκούν έντονη κριτική στην ΕΕ, κρίνοντας ότι κάνει λιγότερα από όσα μπορεί.

Τι πιστεύουν, τι ζητούν και τι κάνουν οι πολίτες στην Ελλάδα και την ΕΕ

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι τι λένε οι πολίτες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη για όλα αυτά. Την απάντηση δίνει ένα τελευταίο ευρωβαρόμετρο, σύμφωνα με το οποίο σχεδόν 9 στους 10 ερωτώμενους στην Ελλάδα πιστεύουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι ένα «πολύ σοβαρό» πρόβλημα (87%, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο στην ΕΕ, που είναι 69%). Περίπου 6 στους 10 λένε ότι υπεύθυνες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στην ΕΕ είναι οι εθνικές κυβερνήσεις, αλλά μόνο 4 στους 10 λένε ότι έχουν προβεί προσωπικά σε κάποια ενέργεια για την καταπολέμηση τη κλιματικής αλλαγής τους τελευταίους 6 μήνες. Ωστόσο, όταν τους παρουσιάζεται ένας κατάλογος με πρακτικά μέτρα, ο αριθμός αυτός αυξάνεται στο 89%, γεγονός που υποδεικνύει ότι πολλοί ερωτώμενοι δε συσχετίζουν ορισμένες ενέργειες με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Π.χ., σχεδόν οι μισοί έχουν αγοράσει τοπικά προϊόντα και εποχιακά είδη διατροφής, όποτε τους δόθηκε η δυνατότητα, το 69% κάνει προσπάθεια μείωσης των σκουπιδιών και τακτικού διαχωρισμού τους για ανακύκλωση, το 40% προσπαθεί, επίσης, να ελαττώσει την κατανάλωση αντικειμένων μίας χρήσης, όποτε είναι δυνατό. Ακόμη, περισσότεροι από τα δύο τρίτα των ερωτώμενων στην Ελλάδα πιστεύουν ότι είναι «πολύ σημαντικό» η κυβέρνησή τους να θέσει στόχους για να αυξήσει την ποσότητα της ανανεώσιμης ενέργειας που χρησιμοποιείται έως το 2030.

Στο σύνολο των ευρωπαίων πολιτών στις 28 χώρες της ΕΕ το 91% θεωρεί την κλιματική αλλαγή «σοβαρό» πρόβλημα, το 69% «πολύ σοβαρό» και το 22% «αρκετά σοβαρό», το δε 93% συμφωνεί ότι η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής θα είναι αποτελεσματική μόνο αν όλες οι χώρες του κόσμου αναλάβουν κοινή δράση. Οι Ευρωπαίοι, στη μεγάλη τους πλειονότητα, στηρίζουν την εθνική δράση για βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης (92%) και για την αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (91%) μέχρι το 2030. Επίσης, το 81% των Ευρωπαίων πολιτών αναγνωρίζει ότι ο αγώνας κατά της κλιματικής αλλαγής και η αποδοτικότερη χρήση ενέργειας μπορούν να τονώσουν την οικονομία και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας.

Πως όλοι μας επηρεάζουμε με απλές συνήθειες την κλιματική αλλαγή

Στην εποχή που βρισκόμαστε οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που κάνουμε καθημερινά και τα οποία επιβαρύνουν το περιβάλλον και επιδεινώνουν, ειδικότερα, την κλιματική αλλαγή, αν και δύσκολα το φανταζόμαστε.

Π.χ., ακόμη κι ένα απλό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) αφήνει το δικό του «αποτύπωμα» άνθρακα, αυξάνοντας τα «αέρια του θερμοκηπίου». Και τούτο διότι ένα σκέτο e-mail εκτιμάται ότι προσθέτει περίπου τέσσερα γραμμάρια ισοδύναμου CO2 στην ατμόσφαιρα. Αν μάλιστα αυτό το e-mail αποστέλλεται μαζί με ένα «βαρύ» συνημμένο αρχείο, τότε η επιβάρυνση φθάνει τα 50 γραμμάρια ισοδύναμου διοξειδίου. Ενδεικτικά, αυτό σημαίνει ότι κάποιος στέλνοντας 65 τέτοια μηνύματα επιβαρύνει το περιβάλλον όσο αν οδηγούσε ένα μεσαίου κυβισμού αυτοκίνητο σε απόσταση 1 χλμ!

Επίσης, μια απλή διαδικτυακή αναζήτηση στη Google «καίει» 0,2 γραμμάρια ισοδύναμου διοξειδίου αν αυτό γίνει από έναν σύγχρονο φορητό υπολογιστή και 4,5 γραμμάρια εφόσον συμβεί από επιτραπέζιο PC παλαιού τύπου.

Όμως, και πολλά άλλα πράγματα που χρησιμοποιούμε καθημερινά έχουν το δικό τους «περιβαλλοντικό αποτύπωμα». Π.χ. μια πλαστική σακούλα σούπερ-μάρκετ δίνει αποτύπωμα CO2 της τάξης των 10 γραμμαρίων, ενώ μια χάρτινη το τετραπλάσιο (40 γραμμάρια)! Ακόμη χειρότερα, ένα πλαστικό μπουκάλι εμφιαλωμένου νερού έχει από πίσω του σχεδόν 1.150 φορές περισσότερο άνθρακα από ό, τι ένα ποτήρι νερό της βρύσης…

Ακόμη κι ένας καφές καπουτσίνο επιβαρύνει ιδιαίτερα το περιβάλλον, με 235 γραμμάρια ισοδύναμου διοξειδίου, κυρίως λόγω των εκπομπών αερίων από την αγελάδα που παρήγαγε το γάλα του καφέ. Αντιθέτως, ένα φλιτζάνι τσάι ή καφέ χωρίς γάλα έχει «αποτύπωμα» 21 γραμμαρίων….

Και ως τελευταίο παράδειγμα να σημειωθεί όσο μεγαλύτερη είναι η τηλεόραση και όσο περισσότερη ώρα κάθεται κανείς μπροστά της, τόσο πιο πολύ επιβαρύνει την ατμόσφαιρα. Δύο ώρες παρακολούθησης σε μια τηλεόραση 24 ιντσών τύπου plasma «εκπέμπει» 440 γραμμάρια διοξειδίου, δηλαδή περίπου όσο η οδήγηση ενός μέσου αυτοκινήτου για 1,6 χιλιόμετρα. Η αντίστοιχη «εκπομπή» είναι χαμηλότερη, αλλά όχι αμελητέα, όταν χρησιμοποιείται συσκευή LCD, αφού δύο ώρες μπροστά σε μια οθόνη 32 ιντσών τέτοιου τύπου «εκπέμπουν» 176 γραμμάρια ισοδυνάμου διοξειδίου του άνθρακα.

Προς το μέλλον

Η εντατική εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα γέννησε όχι απλώς τη βιομηχανική εποχή με τα συνεπακόλουθά της, αλλά, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, σήμανε την έλευση μιας νέας γεωλογικής εποχής για τον πλανήτη.

Οι εν λόγω ειδικοί αποκαλούν τούτη την εποχή Ανθρωπόκαινο, εισάγοντας έναν όρο που περιγράφει μια νέα περίοδο στην ιστορία της Γης, με μια ανθρωπότητα που έχει μετατραπεί σε υποχθόνια δύναμη, η οποία ανατρέπει πολλές από τις ισορροπίες της φύσης.

Είναι η γέννηση του «βιομηχανικού καπιταλισμού» και λίγο αργότερα και του «βιομηχανικού σοσιαλισμού», που στηρίχθηκαν στα ορυκτά καύσιμα, οδηγώντας σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς του χώρου, σε κάτι που είναι πολύ περισσότερο από μια περιβαλλοντική κρίση. Εν τέλει πρόκειται για μια γεωλογική ανατροπή που έχει να συμβεί από εποχές πριν την εμφάνιση του ανθρώπινου είδους. Αυτό συνεπάγεται ότι, τις επόμενες δεκαετίες, η ανθρωπότητα θα πρέπει να αντεπεξέλθει σε προβλήματα ισορροπίας του συστήματος Γη με τα οποία δεν έχει έρθει ποτέ αντιμέτωπη.

Όμως, για να συσχετιστούν όλα αυτά με ένα από τα πιο συζητημένα προβλήματα των ημερών, να έχουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν ήδη πολλοί κλιματικοί και περιβαλλοντικοί πρόσφυγες, προς το παρόν κυρίως από την Αφρική και νησιωτικές περιοχές του Ειρηνικού και Ινδικού, αλλά οι οποίοι αναμένεται να αυξηθούν κατακόρυφα και να προέρχονται από πολύ περισσότερες περιοχές του πλανήτη. Έτσι, παρότι οι αιτιώδεις συνάφειες και οι υπολογισμοί είναι περίπλοκοι, είναι ήδη γνωστό ότι σε κάθε γιγατόνο διοξειδίου του άνθρακα (αντιστοιχεί σε 1 δις τόνους CO2) που υπερβαίνει το σχεδιασμό για συγκράτηση της αύξησης της μέσης θερμοκρασίας της Γης κατά +2ο C, αντιστοιχούν αρκετά επιπλέον εκατομμύρια κλιματικοί πρόσφυγες και θύματα.
Ακόμη και αυτή η συριακή κρίση θεωρείται ότι έχει μια τέτοια πτυχή, μια και πριν την έναρξη του εμφυλίου το 2011 είχαν προηγηθεί μια σειρά από έτη με ξηρασία. Το φαινόμενο αυτό έφερε στις πόλεις άνεργους αγρότες, οι οποίοι ήταν πρόσφοροι για να αποτελέσουν εύφλεκτη ύλη, στη επαφή τους με τα άλλα προβλήματα του καθεστώτος Ασαντ και τον εξτρεμιστικό ισλαμισμό.
Τέλος, να σημειωθεί ότι μετά τα εγκλήματα της δουλείας που προκάλεσε τους προηγούμενους αιώνες η αποικιοκρατία και τα εγκλήματα κατά της ελευθερίας που διέπραξαν πιο πρόσφατα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, στις μέρες μας η έννοια της απαραβίαστης αξίας της ανθρώπινης ζωής απειλείται ξανά από την περιβαλλοντική καταστροφή. Από εδώ και στο εξής, όπως επισημαίνει ο Νοτιοαφρικανός αρχιεπίσκοπος Ντέσμοντ Τούτου, άλλοτε στρατευμένος στη μάχη κατά του απαρτχάιντ, «η μείωση του οικολογικού αποτυπώματός μας δεν αποτελεί απλώς περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά το σημαντικότερο πεδίο υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εποχή μας».

Αναδημοσίευση από ert.gr

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here