Νίκος Α. Καραγεώργος: Ο Οδυσσέας Λουντάντες εξευμενίζει τις αγωνίες μου

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΓΙΩΡΓΟ ΚΙΟΥΣΗ

Δύο χρόνια μετά τo πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Κάτω από τη φωτιά η μουσική, ο συγγραφέας Νίκος Α. Καραγεώργος επανέρχεται με τη νουβέλα Η φαιδρή κηδεία του Οδυσσέα Λουντάντε, που επίσης κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.  Με τρόπο ιδιαιτέρως πρωτότυπο και λεπτό, ο συγγραφέας περνάει από το σοβαρό στο ιλαρό, παρεμβάλλοντας ανάμεσα στη τραγικότητα των στιγμών μιας κηδείας, τραγελαφικά δρώμενα αλλά και αναζητήσεις σχετικά με την οριστικότητα του θανάτου, την αοριστία του χρόνου, τον πόθο της αθανασίας και την πολλαπλή ερμηνεία μιας ελάχιστα χειροπιαστής πραγματικότητας.

Με μια πολύ προσεγμένη ιστορία που εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια μιας μέρας και μέσα, τόσο από τον κεντρικό ήρωα, τον ίδιο τον Οδυσσέα Λουντάντε, αλλά και από μια σειρά προσεγμένων ως προς τη δομή τους πρωταγωνιστών, ξεδιπλώνονται σκέψεις και νέες αφορμές για διάλογο καταδεικνύοντας την ομορφιά αλλά και την προσωρινότητα της ζωής, συνδέοντας την με το θάνατο ως φυσική συνέχεια, καθώς και προβληματισμοί σχετικά με την πνευματική διασύνδεση με τα πρόσωπα που χάνονται. Το πραγματικά, τα φανταστικά, και τα σουρεαλιστικά στοιχεία διεκδικούν ισόποσο χρόνο.

– «Μπορείς να παρουσιάζεσαι όποτε θέλεις, Οδυσσέα μου. Να ζεσταίνεις το χειμώνα τα κοκαλάκια σου δίπλα στο τζάκι μου, να μου κάνεις παρέα στην κουζίνα καθώς θα μαγειρεύω ή στη βεράντα όταν θα διαβάζω διηγήματα του Ροίδη, του Μοπασάν και του Κλάιστ». Δίνοντας στον Λουντάντε αυτή τη σπάνια ευκαιρία, μοιάζει σαν να υπογραμμίζεις ότι οι αληθινές ανθρώπινες σχέσεις έχουν μια ιδιότυπη συνέχεια, ακόμη και όταν μεσολαβεί ένας θάνατος. Ταυτόχρονα προστατεύεις τον ήρωά σου ώστε να μη χαθεί σε σκοτεινά ταξίδια, να μη χαθεί διαπαντός.

-Καταρχάς, δεν ξέρω αν ο Οδυσσέας Λουντάντες είναι ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας. Πρόθεσή μου ήταν γύρω από τον αφηγητή, τον κύριο Νίκο, τον στενό φίλο του Οδυσσέα, να περιστραφεί ένας κόσμος ετερόκλητος. Ο πρόωρος θάνατός του Οδυσσέα ήταν περισσότερο το έναυσμα για να χτίσω άλλους περιφερειακούς χαρακτήρες. Στην πορεία, όμως, και όσο ανέτρεχα σε αυτόν, τον ανακάλυπτα διαρκώς, έμπαινα στον πειρασμό να τον συνθέσω, να τον θέσω στο προσκήνιο, να τον αναπαραστήσω ως πιο ζωντανό από τους ζωντανούς. Ο θάνατος είναι ένα από τα δύο αμετάκλητα γεγονότα της ζωής μας. Το άλλο είναι η γέννησή μας. Και στα δύο δεν μπορούμε να επενεργήσουμε, είτε γιατί δεν έχουμε καν συνείδηση της ύπαρξής μας, στη δεύτερη περίπτωση, είτε γιατί δεν έχουμε συλλάβει σοβαρά τη θνησιμότητα της φύσης μας, στην πρώτη. Όλες οι αποφάσεις μας, όλες μας οι επιλογές επηρεάζουν και καθορίζουν τη ζωή μας αρκετά χρόνια μετά τη γέννησή μας και λίγες στιγμές πριν από τον θάνατό μας. Σε αυτό το μεσοδιάστημα αναπτύσσονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Φιλικές, ερωτικές, αδερφικές, σχέσεις γονιού και παιδιού, και είναι αυτές οι σχέσεις που, εκτός από τη μοναχική σχέση με τον εαυτό μας, αφήνουν τελικά ένα ισχνό αποτύπωμα στο πέρασμα των χρόνων, ακόμη και όταν δεν υπάρχουμε πια. Άρα ναι, υπάρχει μια συνέχεια. Δεν ξέρω αν είναι ιδιότυπη αλλά υπάρχει. Η συνέχεια αυτή είναι η ανάκληση όσων έχουν εγγραφεί στη μνήμη, τόσο στη συναισθηματική όσο και στην αυστηρά καταγραφική. Σκοπός μου δεν ήταν να προστατεύσω τον Οδυσσέα Λουντάντε από την οριστική αφάνεια και λησμοσύνη. Σκοπός μου ήταν να αναθέσω στους υπόλοιπους χαρακτήρες να το κάνουν.

-Σε ενδιαφέρει οι ιστορίες σου να είναι αληθοφανείς, ή πειστικές ή τίποτα από τα δύο;

-Η μυθοπλασία ως τέχνη, ως τελειοποίηση της ικανότητας για επινόηση, είναι μια επώδυνη προσπάθεια για εξισορρόπηση ανάμεσα στα όσα έχουν συμβεί στη ζωή του συγγραφέα και στα όσα συμβαίνουν στις ζωές των υπόλοιπων ανθρώπων, εγγύτερων ή πιο απόμακρων. Φυσικά, η πειστικότητα προϋποθέτει την αληθοφάνεια, ειδικά όταν τα πρόσωπα μιλούν, όταν δηλαδή οι διάλογοι είναι αναπόσπαστο μέρος του έργου. Δεν είναι δυνατόν όλοι οι χαρακτήρες να εκφράζονται με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο ύφος, με το ίδιο λεξιλόγιο. Δεν είναι δυνατόν ο συγγραφέας να επιβάλλεται στους ήρωές του, να προβάλλεται μέσω αυτών. Νομίζω, επίσης, ότι όταν ξεκινάς να γράφεις δεν θα πρέπει να σε απασχολεί αν το αποτέλεσμα θα είναι πιο απλό ή πιο σύνθετο από την καθημερινότητα. Η καθημερινότητα μπορεί να υπερβαίνει τη μυθοπλασία όπως και η μυθοπλασία την καθημερινότητα. Το ζητούμενο είναι ο αναγνώστης να ταυτίζεται με την καθημερινότητα της μυθοπλασίας, δηλαδή να μπορεί χωρίς κόπο να παρεμβάλλει τον εαυτό του μέσα στην ιστορία, να αισθανθεί οικεία και, κυρίως, να έχει κάνει αυτή τη μετάβαση χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει.

-Το θέμα, ο μύθος, η δράση και οι χαρακτήρες είναι οι πυλώνες ενός λογοτεχνικού κειμένου. Τον Οδυσσέα Λουντάντε πώς τον εμπνεύστηκες και κυρίως τι σε έκανε να γράψεις για ένα θέμα τόσο ανεξήγητο όπως ο θάνατος αλλά και η “ζωντανή” παρουσία ακόμα κι όσων έχουν φύγει;

-Η σκέψη του θανάτου με τρομοκρατούσε όταν ήμουν παιδί. Η εικόνα ότι όλα κάποτε τελειώνουν, ότι παύεις να σκέφτεσαι, ότι ο εαυτός σου εξαϋλώνεται σαν ποτέ να είχε μην είχε υπάρξει, με είχε κρατήσει άυπνο πολλά βράδια. Αργότερα, εξοικειώθηκα με την ιδέα του θανάτου. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι ήταν απλά ένα συμβάν ανάμεσα στα άλλα, ένα απαραίτητο, όσο και οδυνηρό, κομμάτι στο ψηφιδωτό της ζωής. Είδα τον θάνατο σαν μια συνέχεια και πίστεψα ότι είναι ένα πέρασμα και όχι ένα τελεσίδικο παραπέτασμα που στέκεται απροσπέλαστο ανάμεσα στη θνητή ζωή της σάρκας και στην αθανασία της ψυχής. Ο Οδυσσέας Λουντάντες υπήρχε μέσα μου. Είχε γεννηθεί προτού πάρει τη λογοτεχνική του υπόσταση. Απλά βρήκε τη διέξοδό του μέσα από αυτή την ιστορία. Ίσως ο Οδυσσέας Λουντάντες εξευμενίζει τις παιδικές μου αγωνίες, τους άυπνους τρόμους μου. Ίσως πάλι, μέσω του Οδυσσέα Λουντάντε, επαναφέρω ανθρώπους που έχασα ή προετοιμάζομαι γι’ αυτούς που θα φύγουν.

-Σε μια κοινωνία με τόσα προβλήματα, αλλαγές, ανισότητες, εκρήξεις και φοβίες, θεωρείς ότι οι διανοούμενοι, οι συγγραφείς, οι καλλιτέχνες έχουν κάποιου τύπου ρόλο και ευθύνη;

Ο όρος διανοούμενος είναι ένας όρος που αποφεύγω. Είναι συνήθως ένας προσδιορισμός που αυτοαποδίδεται ή επιδιώκεται να αποδοθεί. Ούτε ο όρος οι «άνθρωποι του πνεύματος» με εκφράζει. Όλοι οι άνθρωποι έχουν να προσφέρουν κάτι, είτε έχουν αφοσιωθεί στην τέχνη, είτε εργάζονται στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, είτε είναι επιστήμονες ή ανειδίκευτοι εργάτες. Ένας συγγραφέας, ένας ζωγράφος, ένας συνθέτης, δεν μπορεί να διεκδικεί τίποτα παραπάνω για τον εαυτό του πέρα από την αποτίμηση του έργου του. Σαφώς, όμως, το έργο του ενδεχομένως να έχει διάδοση, να έχει περισσότερες ευκαιρίες για αναγνωρισιμότητα, βάσιμη ή όχι και, από την άποψη αυτή, αναμένουμε να διατυπώνει τις απόψεις του∙ να απηχεί το πνεύμα της εποχής του, να παίρνει θέσει διατυμπανίζοντας την παρακμή και τις ορθές λύσεις. Πιστεύω, παραταύτα ακράδαντα, ότι οι μεγάλοι δημιουργοί εκφράζουν το πνεύμα της εποχής τους μέσα από τα έργα τους διαχρονικά, ότι η φωνή που αναζητούμε από αυτούς σε κρίσιμες καταστάσεις υπάρχει μέσα στα έργα τους, ότι έχουν μιλήσει για τις κρίσεις προτού αυτές προκύψουν. Άρα, το ερώτημα δεν είναι αν αυτοί οι άνθρωποι παίρνουν θέση αλλά κατά πόσο η κοινωνία δίνει θέση σε αυτούς. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι οι ευθύνες των «διανοούμενων» δεν είναι αμελητέες στις περιπτώσεις ενεργής υποστήριξης φασιστικών ή αντιδημοκρατικών καθεστώτων.

-Γνωρίζω πως πιστεύεις βαθιά πως ένας συγγραφέας πρέπει να διαβάζει και ο ίδιος πολύ. Ποιους συγγραφείς ξεχωρίζεις, τι είδους πνευματική επιρροή σου ασκούν και τι τελικά κάνει ένα βιβλίο σπουδαίο;

Αν ρωτήσεις τους περισσότερους συγγραφείς πώς ξεκίνησαν να γράφουν, η απάντηση που θα πάρεις είναι ότι από τα παιδικά τους χρόνια διάβαζαν πολύ, κι έπειτα, σε κάποια φάση της ζωής τους, η ανάγκη για τη συγγραφή αναδύθηκε αβίαστα. Μπορεί να υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά στην πλειονότητα των περιπτώσεων, όλοι οι συγγραφείς, όλοι οι σπουδαίοι συγγραφείς, έχουν διαβάσει πολλούς άλλους ομοτέχνους τους κι έχουν εντρυφήσει στο έργο τους. Μπορείς να γράψεις όποτε θέλεις. Χωρίς να έχεις διαβάσει τις γραφές άλλων περιορίζονται οι πιθανότητες να γράψεις κάτι καλό. Η ανάγνωση βιβλίων είναι μια διαρκής σπουδή. Διαβάζοντας θαυμάζεις. Διαβάζοντας απογοητεύεσαι. Σαγηνεύεσαι και αποθαρρύνεσαι. Αφομοιώνεις τεχνικές, ενστερνίζεσαι τακτικές, μαθαίνεις να δημιουργείς έναν κόσμο που δεν είναι ολότελα δικός σου αλλά θα γίνει σιγά σιγά. Αποφεύγεις ακόμη και λάθη, γι’ αυτό κι ένα κακό βιβλίο, σύμφωνα με τα δικά σου κριτήρια, αποβαίνει τελικά ένας χρήσιμος σύμβουλος. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μερικά ονόματα συγγραφέων καθώς όλοι, περισσότερο ή λιγότερο, με έχουν επηρεάσει πότε συνειδητά και πότε ασυνείδητα. Τώρα έχω στραφεί στη σύγχρονη, αγγλόφωνη λογοτεχνία και, ιδιαιτέρως, στην ισπανόφωνη. Δεν ξέρω πότε ένα βιβλίο είναι σπουδαίο. Πάντως, είναι καλό, όταν ο συγγραφέας του δραπετεύει από τη ροπή του προς τη φλυαρία και παραμένει συνεπής στην αρχική του σύλληψη, όταν ξεχωρίζει το περιττό από το απαραίτητο.

-Με τόσα βιβλία τριγύρω, τέτοια πληθώρα συγγραφικής παραγωγής, θεωρείς ότι οι Έλληνες αναγνώστες είναι αρκετά εκπαιδευμένοι στο να εντοπίζουν αξιόλογα βιβλία, ώστε να ανατρέψουν την παγιωμένη άποψη ότι δεν διαβάζουν αρκετά παρά μόνο καλοκαίρια ίσως στις παραλίες;

Δυστυχώς δεν πρόκειται για παγιωμένη άποψη αλλά στατιστική κατάσταση. Φυσικά, δεν κατηγορώ τους Έλληνες αναγνώστες. Αν είσαι εκπαιδευμένος να διαβάζεις, παρακινημένος να το κάνεις ήδη από τα σχολικά σου χρόνια, αν η οικογένεια και το σχολείο σου αποκαλύψουν ομαλά τον όμορφο κόσμο της λογοτεχνίας, θα είναι αδύνατο να τον στερηθείς για το υπόλοιπο της ζωής σου. Πάντοτε θα τον αποζητάς, πάντοτε, όσα βιβλία και αν στριμώχνονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων, θα αισθάνεσαι σαν ένας σπάνιος συλλέκτης που δεν διστάζει να πληρώσει το ακριβότερο τίμημα για να πάρει στην κατοχή του ένα τελευταίο αντίτυπο πολύτιμης συντροφιάς. Η πληθώρα συγγραφικής παραγωγής δεν είναι κάτι κακό. Η ποικιλία και η ποσότητα αναδεικνύουν τη μοναδικότητα. Χωρίς την ποσότητα δεν υπάρχει μοναδικότητα.  Η ποσότητα προσφέρει ευκαιρίες να αναδειχθεί το καλό, δεν τις στερεί. Όσο περισσότερη συγγραφική παραγωγή υπάρχει τόσο το καλύτερο. Και για τους συγγραφείς, και για τους αναγνώστες. Οι εν δυνάμει αναγνώστες υπάρχουν. Το θέμα είναι να τους πείσουμε να διαβάσουν, και αν διαβάσουν θα είναι σε θέση να ταξινομήσουν, να καταχωρίσουν, να διαβαθμίσουν, να πουν τι είναι καλό και να το διαδώσουν. Δυστυχώς, ως χώρα, δεν έχουμε καταφέρει να οικοδομήσουμε τους κανόνες της ουσιαστικής παιδείας γενικότερα, άρα και της αναγνωστικής ειδικότερα.

-Γιατί γράφεις τελικά; Επικοινωνείς, αναζητάς την προσωπική σου κάθαρση ή απλά εκφράζεσαι;

Ίσως, για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση θα πρέπει να ανατρέξω στα πρώτα χρόνια της συγγραφικής μου εκκίνησης. Αν και από μικρός διάβαζα πολύ, οι πρώτες μου συγγραφικές απόπειρες καταγράφονται λίγο πριν κλείσω τα τριάντα. Τότε το είχα δει σαν παιχνίδι ή, καλύτερα μάλλον, ως ένα προσωπικό στοίχημα, αν θα μπορούσα δηλαδή να μετουσιώσω το αναγνωστικό μου παρελθόν σε συγγραφική δημιουργία. Έγραφα αποσπασματικές ιστορίες και στη συνέχεια διηγήματα. Παρότι δεν έχουν ιδιαίτερη αξία με βοήθησαν σημαντικά να εμβαπτιστώ στον κόσμο της συγγραφής. Όσο εξακολουθούσα να γράφω τόσο χτιζόταν μια νέα πραγματικότητα μέσα στην οποία ένιωθα ζωντανός, μέσα στην οποία ένιωθα να βρίσκομαι εγγύτερα στον εαυτό μου. Αυτή η πραγματικότητα έγινε σταδιακά αναγκαιότητα και συνειδητοποίησα ότι, δίχως την ύπαρξή της, παύω να αυτοκαθορίζομαι ως μονάδα μέσα στον κόσμο, παύω να έχω ολοκληρωτική συνείδηση του εαυτού μου. Φυσικά, όταν γράφεις εκφράζεσαι με τα μέσα που διαθέτεις∙ γλώσσα, ύφος, τεχνική, συναίσθημα. Εντούτοις δεν είναι μόνο η ανάγκη για έκφραση που καθιστά τη συγγραφή ουσιώδες κομμάτι της ζωής μου. Όπως δεν είναι και η επιδίωξη της κάθαρσης αυτή που παρακινεί έναν συγγραφέα. Ουδέποτε αισθάνθηκα κάθαρση είτε γράφοντας ένα βιβλίο είτε ύστερα από την ολοκλήρωσή του. Θα έλεγα, λοιπόν, πως η συγγραφή είναι για εμένα η δίοδος της διαλεκτικής μου σχέσης με τον κόσμο, η μέθοδός μου να διαχειρίζομαι τη μοναξιά μου, ο τρόπος να διοχετεύω τα συναισθήματά μου και οτιδήποτε παρατηρώ διατηρώντας ένα σταθερό ισοζύγιο ανάμεσα στις εκρήξεις αυτοπεποίθησης και στις υφέρπουσες ανασφάλειες.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here