Η υποσυνείδητη λαγνεία του τρόμου

 

Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ιδανική κατάσταση για να σκιαγραφήσουμε με ακρίβεια μια κοινωνία και να διερευνήσουμε τα βαθύτερα κίνητρά της, δεν είναι το πως αντιδρά σε ακραίες καταστάσεις έντασης και άγχους, που την ωθεί να ‘’πέσουν’’ οι μάσκες, όσο το πως δέχεται το γεγονός ότι έχει καταστεί τρωτή, ευάλωτη. Αυτό ισοδυναμεί στην κοινωνία με παραδοχή αδυναμίας.

Φοβόμαστε τις συνέπειες, αισθανόμαστε ότι χάνουμε την ελευθερία μας – κάτι πολύ ζωτικό για μας- , φοβόμαστε ότι οι ευαισθησίες μας γίνονται αντικείμενο χλευασμού. Παγιδευμένοι, δεμένοι σε μια κατάσταση από την οποίαν δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, νιώθουμε εύθραυστοι, ευπρόσβλητοι, εξαρτημένοι. Εξαρτημένοι: παραχωρούμε μέρος της ελευθερίας μας. Ο φόβος παραλύει κάθε απόπειρα σκέψης μας, δεν μας αφήνει να τις εκφράσουμε, όταν έχουμε, λες και κάτι τέτοιο θα ήταν για μας επικίνδυνο. Οδηγούμαστε υπό το κράτος του φόβου να αντιτάξουμε στην εξωτερική πραγματικότητα – σε όποια εξωτερική πραγματικότητα είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε, αν είμαστε – την αρπακτική, ενίοτε βίαιη, οπωσδήποτε επιθετική όμως θέληση, την επιθυμία μας για αυτοεπιβεβαίωση. Αισθανόμενοι ένα συγκεκριμένο είδος πόνου, την αγωνία, συνήθως μας αρκεί η μετριότητα, εφόσον έχουμε πεισθεί ότι συναρτάται με την επιβίωση.

Υπό το κράτος του φόβου χάνουμε τα προσωπικά μας χαρακτηριστικά, τα στοιχεία που μας κάνουν να ζούμε έντονα και συνειδητά : η αλήθεια της μάζας εξυπηρετεί όλους, αλλά όχι πια τις μονάδες, τους ανθρώπους με κρίση: θεωρούνται συνειδητά ‘’επικίνδυνες’’ από τα σύνολα, γιατί ακριβώς δεν χωράνε στην ‘’στρογγυλοποίηση’’. Η χειραγωγούμενη μπάλα της ήδη διαμορφωμένης ‘’κοινής γνώμης’’ καθίσταται αντικείμενο και όργανο, με κυρίαρχο μέσο τον φόβο. Το ‘’Εσύ’, στο οποίο απευθύνονται οι παραπάνω λέξεις, εκπίπτει στο ‘’Αυτό’’, εφόσον οι λέξεις – όργανα καταγραφούν στο θυμικό μας, που εκεί και μόνο στοχεύουν.

Αισθανόμενοι αγωνία – είναι και σωματικός πόνος-  μήπως χάσουμε τα δεδομένα και τις σταθερές μας επιστρατεύουμε μια σειρά από ψυχολογικά μέσα που έχουν να κάνουν και με την επιθετικότητα – πήραν τα μάτια μου κάτι σπρωξίματα, τουλάχιστον, στην TV και εδώ θέλω να το αφήσω. Νιώθουμε την ανάγκη για αμοιβαία αντιπαράθεση με λόγια και με έργα, για να επιβεβαιώσουμε την παρουσία μας με κάποιον τρόπο, αν είμαστε αφοπλισμένοι, αν αισθανόμαστε εξαπάτηση και προδοσία.

Προσωπικά, οπωσδήποτε δεν πιστεύω σε καμία περίπτωση ότι είναι τυχαία η αέναη επανάληψη των παραπάνω λέξεων, σε όποιον αριθμό και πτώση του ελληνικού κλιτικού συστήματος της γλώσσας μας, σε όποιον τηλεοπτικό χρόνο αποφασίσει κανείς να παρακολουθήσει το οτιδήποτε τις τελευταίες μέρες. Εξαπατώμαστε την ίδια στιγμή που εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας στα χέρια του οποιουδήποτε άλλου και ταυτόχρονα βάζουμε τις βάσεις να υποστούμε την προδοσία, σαν να χάνεται η πρωταρχική εμπιστοσύνη του απροστάτευτου παιδιού. Σε όποια κατάσταση προδοσίας μας διαφεύγει, επιλέγοντας την ενεργητική λήθη, ότι προδομένος και προδότης είναι εκτός από συνυπεύθυνοι και συνένοχοι: ο προδότης προβαίνει σε επιλογές και ο προδομένος γινόμενος θύτης θέτει σε κίνηση μηχανισμούς, βάσει των οποίων ο προδότης φορτώνεται όλα τα αρνητικά στοιχεία της κατάστασης. Εξάλλου ως κοινωνία έχουμε οδηγηθεί στην κόπωση…

Αρνητικότατα φορτισμένες οι παραπάνω λέξεις, βιώνοντας εμείς με έντονο τρόπο και ψυχοσωματικά πλέον τον φόβο, μας ωθούν να σκιαγραφούμε τον ‘’εχθρό’’: απειλεί την συνοχή, την δική μας ανάγκη να νιώσουμε πιο βαθιά ριζωμένοι, να βρούμε επιβεβαίωση, να κατευνάσουμε τις αμφιβολίες μας… Στον ‘’εχθρό’’ πράττουμε από αντίδραση, ανταποδίδουμε τα πεπραγμένα, γινόμαστε υποχείρια…

Νιώθουμε ενοχές; Εδώ επεμβαίνει ο μηχανισμός της ταπείνωσης. Είναι μέθοδος αρχαία όσο και ο κόσμος. Ο μοναδικός τρόπος να γίνουμε ή να δείξουμε ή να νιώσουμε μεγάλοι είναι να κάνουμε τους άλλους μικρούς. Όντας ταπεινωμένοι πάντα προβάλλονται εκείνα τα στοιχεία για τα οποία θα έπρεπε να ντρεπόμαστε. Αληθινός στόχος: η ανθρώπινη εκμηδένιση, εν τω προκειμένω, με ψυχολογικά μέσα, ειδικά αν βρισκόμαστε στο σημείο που δεν έχουμε την επιθυμία ή την ικανότητα να εκφραστούμε. Πλήττεται ο αυτοσεβασμός μας, τα αδύνατα σημεία μας, νιώθουμε στο έλεος, όχι ακέραιοι, μειωμένοι, μισοί, ταυτιζόμαστε με τις άσχημες πλευρές. Από κοινωνικής υφής: να είμαστε άνεργοι, να είμαστε φτωχοί…να ανήκουμε σε μια εθνική μειονότητα.

Η στάση των Ευρωπαίων ‘’εταίρων’’ μας μου έρχεται στο νου συνειρμικά. Απογυμνωνόμαστε: είναι φιλότιμος ο Έλληνας. Και η γύμνια είναι πάντοτε ταπεινωτική, έστω και μεταφορικά. Δεν θα αναφερθώ εδώ στο κυριολεκτικό μέρος, στον τρόπο που η γύμνια χρησιμοποιήθηκε από τους Ναζί ως μέσον του ύστατου εξευτελισμού στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αναφέρομαι όμως στο γιατί. Όταν ρωτήθηκε ο Φραντς Στανγκλ, ο αρχηγός του στρατοπέδου της Τρεμπλίνκα για ποιόν λόγο οι μελλοθάνατοι υποβαλλόταν σε τόσα βασανιστήρια και εξευτελισμούς, εφόσον επρόκειτο να θανατωθούν, όπως και να είχε, απάντησε: ‘’Για να προετοιμαστούν ψυχολογικά εκείνοι που θα εκτελούσαν την επιχείρηση εκκαθάρισης… Για να μπορούν να κάνουν αυτό που έκαναν’’. (Sereny, 1974, σελ. 135). Στον ταπεινωμένο άνθρωπο, στον ταπεινωμένο λαό χάνεται κάθε συναίσθημα ενοχής.

Ενοχή, ακόμα και για το αν θα μετατοπίσουμε τα όρια – θεσμοθετημένα ή ‘’θεσμοθετημένα’’, όπως το αντιλαμβάνεστε – . Με ενεργοποιημένες τις αισθήσεις μας, τουλάχιστον, ξεπερνάμε ένα όριο, συνειδητοποιώντας ότι η πολιτιστική τάξη των πραγμάτων μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρει διαφορετικό σχήμα, να μεταβληθεί. Ξέρουμε άλλωστε ότι τα όρια υπάρχουν για να ξεπερνιούνται.

 

Ναταλία Ρεζή

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here