Γ. Βοσκόπουλος, αναπλ. καθηγητής, π. Πρόεδρος Τμήματος ΔΕΣ, ΠΑΜΑΚ

Διευθυντής ΠΜΣ στις Ευρωπαϊκές Πολιτικές Νεολαίας, Εκπαίδευσης και Πολιτισμού

 

Το δημόσιο πανεπιστήμιο μοιάζει με έναν γίγαντα που δυσκολεύεται να βηματίσει αποφασιστικά προς τα εμπρός. Η αδυναμία αυτή πηγάζει από τα εγγενή εκφυλιστικά φαινόμενα που το κρατούν δέσμιο μικρών ιδιοτελών συντεχνιών και κομματικών μικρόκοσμων που ενίοτε δρουν ανεξέλεγκτα ως μια πρότυπη εγκληματική οργάνωση.

Αποτελεί μία οργανωτική και ακαδημαϊκή χωροταξία που δεν δίνει ευκαιρίες σε πολλούς ικανούς επιστήμονες, γεγονός που καθιστά ορθολογική επιλογή την αναζήτηση ευκαιριών εκτός της χώρας. Ως εκ τούτου η αφαίμαξη εγκεφάλων συνιστά μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία σε ένα περιβάλλον που διανθίζεται από έντονα χαρακτηριστικά αδιάκοπων βυζαντινών δολοπλοκιών και πελατειακών σχέσεων που εκπαραθυρώνουν με συνοπτικές διαδικασίες κάθε έννοια ηθικής.

Η δωδεκαετής παραμονή μου στο ελληνικό πανεπιστήμιο μου επέτρεψε να γνωρίσω τα οργανωτικά και ιδεολογικά στεγανά ενός χώρου που αναζητά την αυτονομία έναντι του κρατικού παρεμβατισμού αλλά την χρησιμοποιεί μέσα από ένα εκφυλιστικό πλαίσιο δράσης και επιλογών που δεν συνάδουν με την ιδιότητα του πανεπιστημιακού δασκάλου και δημόσιου λειτουργού. Αυτός ο τρόπος λειτουργίας δεν αποτελεί βέβαια κοινό σημείο όλων των ιδρυμάτων, καθώς η ένταση και υφή των προβλημάτων είναι διαφορετική και ετεροβαρής.

Η παρεμβατική ικανότητα πολιτικών φορέων σε κεντρικό επίπεδο ή επίπεδο ανεξέλεγκτων ομάδων, εξω-πανεπιστημιακών και ξένων προς τη χώρα παραγόντων δεν επιτρέπει τον απογαλακτισμό από ένα σαθρό πλαίσιο λειτουργίας. Ως εκ τούτου η έλλειψη αξιοκρατίας, διαφάνειας και ορθολογισμού στην εκμετάλλευση ανθρώπινων πόρων είναι φυσικές συνέπειες μίας δομής που επιτρέπει την ανομία αλλά και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου άσκησης πολιτικής ισχύος στο επίκεντρο των οποίων βρίσκονται, μεταξύ άλλων, οι εξελίξεις των μελών ΔΕΠ.

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για τη διαπλοκή και διαφθορά και οι αντίθετες απόψεις που κατατέθηκαν, τουλάχιστον όσον αφορά το μερίδιο ευθύνης και πιθανολογούμενης συμμετοχής συγκεκριμένων ατόμων, δεν αποτελούν παρά μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Σε συνθήκες κρίσης αξιών η εμμονή σε «παρωχημένες» έννοιες όπως «αξιοκρατία», «αξιοσύνη», επιβράβευση της συνέπειας και εργατικότητας μπορεί να καταστήσει κάποιον στόχο ενός συστήματος που αρνείται να υιοθετήσει κανόνες και να επιβραβεύσει τους άριστους – ή τουλάχιστον αυτούς που στοχεύουν στην αριστεία – και να θέσει στο περιθώριο τους αρεστούς.

Η εμπλοκή μου στα διοικητικά ως πρόεδρος τμήματος αποτέλεσε ένα αποκαλυπτικό παιδαγωγικό μάθημα όσον αφορά το τι μπορεί να συμβεί σε κάποιον όταν ζητήσει να μπουν κανόνες και αξιοκρατικά κριτήρια επιλογής και εξέλιξης. Το σύστημα συσπειρώνεται και χρησιμοποιεί αλληλένδετους μηχανισμούς αυτοπροστασίας από τον «αιρετικό» που λανθασμένα αντιλαμβάνεται τον ακαδημαϊκό περίγυρο ως ένα χώρο άμιλλας, επιστημοσύνης και έρευνας με όρους και κανόνες. Ο εξαναγκασμός μου εξάλλου σε παραίτηση λίγο πριν το ήμισυ της δεύτερης θητείας μου το καλοκαίρι του 2016 ήταν αποτέλεσμα της πλήρους απομόνωσης μου σε ένα χώρο που δηλώνει εμφατικά ότι αποτελεί «ένα σύγχρονο δημόσιο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα που ξεχωρίζει για το περιβάλλον ποιότητας, Ελευθερίας, Δημοκρατίας, αξιοκρατίας και προσωπικής ανάπτυξης που προσφέρει σε όλους, τους φοιτητές, τα μέλη ΔΕΠ, τους εργαζόμενους σε αυτό».

Ωστόσο το αίτημα μου για αξιοκρατία και διαφάνεια, η απόρριψη φαινομένων νεποτισμού αντιμετωπίστηκε με πλήρη και καθολική εχθρότητα, συντονισμένες απειλές και εκβιασμούς και την ενεργοποίηση μηχανισμών αυτοάμυνας προκειμένου οι «εξω-συμβατικές αντιλήψεις» να προσαρμοστούν σε μια δεδομένη οργανωτική νόρμα λειτουργίας. Αυτού του είδους οι αντιδράσεις δεν θα ήταν δυνατόν να συντονιστούν και οργανωθούν χωρίς τη συμμετοχή παραγόντων και ατόμων από κρατικούς φορείς, δημόσιους λειτουργούς και υπηρεσίες που προσφέρουν ένα δίχτυ προστασίας στις υφιστάμενες δομές, έναν μηχανισμό αποτροπής και αναχαίτισης αιτημάτων που δεν συνάδουν με την ελληνική πραγματικότητα και κανονικότητα. Με αυτούς τους μηχανισμούς συμπράττουν και εξω-εθνικοί παράγοντες σε μία προσπάθεια προστασίας των protégé που φαίνεται να απειλούνται από τα αιτήματα για αξιοκρατία.

Ως αποτέλεσμα, η σύμπραξη όλων αυτών των ετερογενών παραγόντων στοχοποιεί συντονισμένα και μεθοδικά αυτούς που δεν αποδέχονται ένα συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας. Παρακολουθήσεις κάθε μορφής συνδιαλέξεων, κοριοί, κρυφές κάμερες, παραβίαση προσωπικών δεδομένων, φθορά προσωπικής περιουσίας, απειλές, εκβιασμοί και έλλειψη υλικοτεχνικής στήριξης του ακαδημαϊκού έργου συνθέτουν ένα περιβάλλον και ταυτόχρονα ένα μηχανισμό εξωστρακισμού, εξανδραποδισμού της «απειλής».

Επί δύο χρόνια η ελληνική δικαιοσύνη στην οποία κατήγγειλα περιστατικά και κατέφυγα θεσμικά και νομικά με υψηλές προσδοκίες είτε δεν ανταποκρίνεται είτε χρονοτριβεί αναίτια. Κωφεύει χαρακτηριστικά και μένει αδρανής στο αίτημα για παροχή συνδρομής σε ένα δημόσιο λειτουργό που αρνείται να ιδιωτεύσει σε βάρος των πολλών, των ανώνυμων. Την ίδια αδιαφορία κατέδειξαν και εξακολουθούν να καταδεικνύουν και κρατικοί φορείς, αρμόδιοι υπουργοί, πολιτικές ηγεσίες αλλά και εντεταλμένοι εκπρόσωποι της πολιτείας που οφείλουν να αντιμετωπίζουν το οργανωμένο έγκλημα. Οι τελευταίοι μάλιστα αντί αρωγής συνέστησαν χαμηλό προφίλ και σιωπή!

Το οντολογικό ερώτημα λοιπόν με το οποίο θα κλείσω την παρέμβαση μου είναι αν η πολιτεία, η δικαιοσύνη και η κοινωνία επιθυμεί ο πανεπιστημιακός δάσκαλος να λειτουργεί ως δημόσιος λειτουργός ή σαν δημόσιος λειτουργός. Η διαφορά είναι τεράστια και αφορά το δημόσιο και ατομικό ή άλλης μορφής συμφέρον.

 

Print Friendly

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here