Η ανάγκη για βιώσιμη Ανάπτυξη

του Στάθη Λιδωρίκη

Πολλοί λίγοι μπορούν να αμφισβητήσουν ότι η ενέργεια αποτελεί τη βάση της σύγχρονης αστικής ζωής στον πλανήτη που λέγεται Γη. Η εξέλιξη του βιομηχανικού πολιτισμού συμβαδίζει με την αυξημένη χρήση ενεργειακών πόρων. Μετά από χιλιετίες χρήσης του ξύλου, ο ξυλάνθρακας ή κάρβουνο (charcoal) αποτέλεσε την πιο αποτελεσματική και εύχρηστη μορφή ενεργειακής επιλογής κατά την περίοδο του Μεσαίωνα. Κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης, σημαντικό βήμα προς τα εμπρός, σε ότι αφορά την χρήση ενέργειας, αποτέλεσε η χρήση του άνθρακα και του κοκ στους φούρνους. Οι ισχυρές ατμομηχανές, που εξαρτόνταν από άφθονες προμήθειες του εύκολα διαθέσιμου ως καυσίμου άνθρακα, αποτέλεσαν για το υπόλοιπο του 19ου αιώνα την κύρια πηγή βιομηχανικής ενέργειας.  Εκτός, όμως από τον άνθρακα, η βιομηχανική επανάσταση έδωσε ώθηση και στην ευρεία χρήση πετρέλαιου ως μία από τις κύριες ενεργειακές πηγές.

Ο 20ος αιώνας ήταν η εποχή μιας οικονομίας βασισμένης στα ορυκτά καύσιμα (fossil fuels: πετρέλαιο, άνθρακα, φυσικό αέριο). Η φθηνή ενέργεια προώθησε την ανάπτυξη και την ευημερία σε πολλά τμήματα του πλανήτη.  Είναι γεγονός ότι η ευρεία χρήση ορυκτών καυσίμων κατά τις τελευταίες δεκαετίες προσέφερε πολλά οφέλη στις βιομηχανικά αναπτυγμένες κοινωνίες. Συγχρόνως, όμως, η προκληθείσα ανάπτυξη είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία, στις χώρες αυτές, μεγάλων ποσοτήτων αγροτικών, αστικών και βιομηχανικών αποβλήτων, οι επιπτώσεις των οποίων ήταν επιβλαβείς για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Κατά τα τελευταία χρόνια η περιβαλλοντική μόλυνση έχει μετεξελιχθεί σε ένα σοβαρό παγκόσμιο πρόβλημα και γιαυτό δεν χρειάζεται να τονιστεί η σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος και η αποκατάσταση των προκληθεισών περιβαλλοντικών καταστροφών.

Η διεθνοποίηση των βιομηχανικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων έχει δημιουργήσει σωρεία προβλημάτων. Μεγάλο προβληματισμό προκαλεί η ασταμάτητη αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα και η συνδεόμενη με την αύξηση αυτή επικίνδυνη τάση διεύρυνσης του φαινόμενου του θερμοκηπίου και κατ’επέκταση η διαπιστωμένη παγκόσμια υπερθέρμανση του πλανήτη και η ερημοποίηση εκτάσεων. Παρά τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις το 1973 και το 1979, οι συνολικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα  στην ατμόσφαιρα αυξήθηκαν πάνω από 40 % στις δύο δεκαετίες στο διάστημα 1970 και 1990.

Η ρίζα των παγκόσμιων αυτών προβλημάτων βρίσκεται στο καταναλωτικό πρότυπο ζωής που έχει κυριαρχήσει και το οποίο στηρίζεται, εκτός των άλλων, και στην άφθονη και σπάταλη χρήση ορυκτών καυσίμων.  Ο μελλοντικός αγώνας που αντιμετωπίζει η παγκόσμια κοινότητα δεν θα χαρακτηρίζεται από μια μοναδική μάχη ή ένα συγκεκριμένο αποκαλυπτικό γεγονός. Αν η ανθρωπότητα συνεχίσει με τον υπάρχοντα σπάταλο καταναλωτικό τρόπο ζωής, θα αντιμετωπίσει μία αργή παρατεταμένη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. 

Σήμερα, δεν είναι λίγες οι πόλεις στις οποίες οι τροχονόμοι φορούν μάσκες για να προστατευθούν από την μόλυνση. Αλλά και εκατομμύρια περιπτώσεις ασθενειών που οφείλονται σε αναπνευστικά προβλήματα έχουν τη βάση τους στην ατμόσφαιρα, η οποία υποβαθμίζεται συνεχώς από τις εξατμίσεις αυτοκινήτων και τις εκπομπές βιομηχανικών αέριων. Γίνεται πλέον φανερό ότι, η συνεχιζόμενη ανεξέλεγκτη χρήση ορυκτών καυσίμων ως κυρίαρχης πηγής ενέργειας, χημικών προϊόντων και υλικών, δεν συμβαδίζει με μακροχρόνια βιωσιμότητα του Γήινου περιβάλλοντος.

Τα υπάρχοντα προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς την αλλαγή του υπάρχοντος κυρίαρχου τρόπου παραγωγής που βασίζεται στα ορυκτά καύσιμα. Για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα απαιτείται η εξέταση δυνατοτήτων ανάπτυξης κοινωνικών συστημάτων, τα οποία θα αξιοποιούν άφθονες και αποκεντρωμένες ενεργειακές πηγές με βάση όχι μόνο οικονομικά αλλά και κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Στα πλαίσια μιας διαφορετικής κοινωνικής ανάπτυξης είναι ανάγκη να αναπτυχθούν σε μεγάλη έκταση νέες τεχνολογίες, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες ενός διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού και οι οποίες να στηρίζονται σε ανανεώσιμες πρώτες ύλες και να δημιουργούν ελάχιστους κινδύνους για το περιβάλλον. Θα μπορούσε, χωρίς υπερβολή, να ειπωθεί ότι ο 21ος θα πρέπει να είναι ο αιώνας της βιοικονομίας, δηλαδή μιας οικονομίας βασισμένης σε ανανεώσιμες πηγές.

Γνωστές πηγές ανανεώσιμης ενέργειας, όπως ηλιακή, αιολική, υδροηλεκτρική και γεωθερμική ενέργεια, αλλά και η βιομάζα, προβλέπεται να παίξουν στο άμεσο μέλλον σημαντικό ρόλο τόσο στη διασφάλιση επαρκών ποσοτήτων ενέργειας όσο και στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου και περιβαλλοντικά καθαρού τρόπου ζωής.

Καθώς η παγκόσμια κοινότητα αναζητά νέους τρόπους ενδυνάμωσης της παγκόσμιας οικονομίας, η βιολογία υποκαθιστά την εξόρυξη. Το κλειδί στην προσπάθεια αυτή αποτελεί η γεωργία, που θα προσφέρει τις πρώτες ύλες με την καλλιέργεια και όχι με την εξόρυξη,  όπως γίνεται μέχρι σήμερα. Ήδη, σε πολλές βιομηχανικές διεργασίες, οι βιοδιεργασίες υποκαθιστούν παραδοσιακές χημικές συνθέσεις. Με την χρήση της βιοτεχνολογίας, ανανεώσιμες πρώτες ύλες από φυτικές καλλιέργειες μετατρέπονται σε ενέργεια και προϊόντα, που είναι αναγκαία από τις κοινωνίες.

Με τη συνεργασία βιομηχανίας, αγροτικού τομέα και πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων, διερευνώνται οι τρόποι με τους οποίους οι αγροτικές οικονομίες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από ανανεώσιμες πρώτες ύλες που υποκαθιστούν τα πετροχημικά στην βιομηχανική παραγωγή. Η επιστημονική γνώση και η βιομηχανική εμπειρία σε ένζυμα και πρωτεϊνες δημιουργεί “πράσινες “θέσεις εργασίας”, βοηθώντας μεγάλο αριθμό βιομηχανιών να παράγουν προϊόντα τα οποία έχουν θετική επίπτωση στη βιωσιμότητα των νοικοκυριών σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι σύγχρονες τεχνικές σε πρωτεϊνες καθιστούν πραγματικότητα τα βιο-διϋλιστήρια, με την αξιοποίηση φυτικών καλλιεργειών, που δεν εντάσσονται στην τροφική αλυσίδα και αγροτικών υπολειμμάτων, ως βιώσιμων εναλλακτικών πρώτων υλών στη θέση των μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενων ορυκτών καυσίμων.

Ιδιαίτερα, η βιομάζα αποτελεί τη μόνη φυσική, ανανεώσιμη πηγή άνθρακα που είναι αρκετά μεγάλη σε ποσότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατη πηγή ενέργειας, αντί των ορυκτών καυσίμων. Σε αντίθεση με τα ορυκτά καύσιμα η βιομάζα, είναι ανανεώσιμη με την έννοια ότι για την αντικατάσταση του μέρους της βιομάζας που χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, χρειάζεται ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ενεργειακά συστήματα που βασίζονται σε βιομάζα μπορούν να υλοποιηθούν με χρήση μεγάλης ποικιλίας πρώτων υλών όπως, υπολείμματα καλλιεργειών, δασικά υπολείμματα, βιομηχανικά υπολείμματα, υπολείμματα ζώων και αστικά στερεά απορρίμματα.

Με χρήση κατάλληλων τεχνολογιών μετατροπής, οι πρώτες αυτές ύλες μπορούν να αξιοποιηθούν όχι μόνο για παραγωγή ενέργειας, στερεών, υγρών ή αερίων καυσίμων αλλά και για παραγωγή πολύτιμων χημικών προϊόντων και υλικών, τα οποία μέχρι σήμερα για την παραγωγή τους έχουν ως βάση ορυκτά καύσιμα. Στην οικονομία μιας χώρας, νέες βιομηχανικές μονάδες βιοδιϋλισης βιομάζας (biorefineries) μπορούν να παράγουν προϊόντα (biobased products), καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια, με τρόπο που να υπάρχει μικρότερη εξάρτηση της οικονομίας αυτής από ορυκτά καύσιμα.

Έτσι, προϋπόθεση για ριζική και καθοριστική αντιμετώπιση των σοβαρών παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων αποτελεί όχι μόνο η αλλαγή στον κοινωνικό τρόπο  κατανάλωσης  αλλά και η αλλαγή του όλου μηχανισμού παραγωγής ενέργειας, καυσίμων και βιομηχανικών προϊόντων, ιδιαίτερα σε ότι αφορά τις πρωτογενείς πρώτες ύλες, που μέχρι σήμερα κυριαρχούνται από τα ορυκτά καύσιμα. Δηλαδή απαιτείται μια άλλης μορφής ανάπτυξη, μια διατηρήσιμη ή βιώσιμη ανάπτυξη (sustainable development, SD) η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τρεις βασικές έννοιες: περιβαλλοντική βιωσιμότητα, οικονομική βιωσιμότητα και κοινωνικοπολιτική βιωσιμότητα.

Για την ουσιαστική υλοποίηση της αρχής της διατηρήσιμης ή βιώσιμης ανάπτυξης απαιτούνται μηχανισμοί διαμόρφωσης περιβαλλοντικά συμβατών τεχνολογιών και συστήματα αξιοποίησης ενεργειών που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές, κύρια προέλευση των οποίων θα είναι η βιομάζα. Η βιοτεχνολογία αποτελεί μία από τις μελλοντικές τεχνολογίες που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην αξιοποίηση της ενέργειας που περιέχεται στη βιομάζα, η οποία αντιπροσωπεύει μια ελπιδοφόρα μορφή ανανεώσιμης ενέργειας και σοβαρή εναλλακτική λύση στη χρήση ορυκτών πρώτων υλών.

Υπάρχει αισιοδοξία ότι, κατά τις επόμενες δεκαετίες, η βιοτεχνολογία θα συμβάλλει σημαντικά στην διαμόρφωση μιας βιώσιμης βιομηχανίας και μέχρι το 2050 τα 9 περίπου δισεκατομμύρια των κατοίκων του πλανήτη θα ζουν σε μια βιώσιμη και ευημερούσα βιοοικονομία, καλύπτοντας τις ανάγκες για πρόσβαση σε ασφαλή και υγιεινά τρόφιμα, ανανεώσιμα καύσιμα και άλλους πόρους. Βασική προϋπόθεση, όμως, για μια τέτοια ανάπτυξη είναι η διαμόρφωση συνεργασιών ανάμεσα σε κυβερνήσεις, βιομηχανίες, πανεπιστημιακά και ερευνητικά ινστιτούτα και μη κυβερνητικούς φορείς, έτσι ώστε να βρεθούν οι νέοι δρόμοι για την κάλυψη των αναγκών του παγκόσμιου αυξανόμενου πληθυσμού σε τρόφιμα, υγεία, ενέργεια και άλλες κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες.

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here