Του Κώστα Θεολόγου*

ktheolog@central.ntua.gr

 

Στα σχολεία μας συχνά αναδύονται αντιδικίες, που αφορούν στη διδασκαλία και στα βιβλία των μαθημάτων, κυρίως στην Πρωτοβάθμια και στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Πρέπει, βέβαια, κάποια στιγμή να γίνει και μια συζήτηση για τα Πανεπιστήμια, αλλά εκεί το θέμα δεν έχει το «οριζόντιο» ενδιαφέρον που βρίσκει ο κόσμος στην Ιστορία, στα Θρησκευτικά και στα Αρχαία, για να πούμε κάποια πρόσφατα παραδείγματα, επειδή απασχολούν περισσότερους γονείς και βλαστάρια, δασκάλους, πολιτικούς και δημοσιολογούντες, παπάδες και επαναστάτες.

Νομίζω ότι την ποιότητα της διδασκαλίας μέσα στην τάξη αδυνατούν να την προσφέρουν τα διδακτικά βιβλία καθεαυτά. Υπήρξα μαθητής επί χούντας και οι δάσκαλοι μάς «σφύριζαν» όσα δεν ήθελε το καθεστώς να γράφονται στην διδακτέα ύλη. Μάλλον, τότε ακόμη οι καθηγητές και οι δάσκαλοι δεν πειθαρχούσαν -ούτε περιχαρακώνονταν ασφαλώς- στο προδιαγεγραμμένο πλαίσιο ύλης, εξέθεταν την «προσωπική» ματιά τους και εξετίθεντο βέβαια και οι ίδιοι. Νομίζω, λοιπόν, ότι η προσωπική μέθεξη στην διδασκαλία δεν υπάρχει πλέον ως συστατικό, και ο έρωτας, όπως τον αντιλαμβανόταν, λόγου χάρη, ο Καστοριάδης, για την εκπαιδευτική πρακτική, έχει αντικατασταθεί από τις επαγγελματικές διεκδικήσεις και από την οικογενειακή απαίτηση να έχει το παιδί «ένα χαρτί». Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον ρευστής νεοτερικότητας οι παχύρρευστες πομφόλυγες περισσεύουν. Οι δάσκαλοι οφείλουν να κάνουν την δουλειά τους με αξιοπρέπεια και ενδεχομένως με απαιτούμενο προσωπικό κόστος: δάσκαλος επέλεξες να γίνεις και όχι επαγγελματίας κομφορμίστας. Αν ο δάσκαλος επιλέγει να καλύπτεται στις σελίδες της διδακτέας ύλης και δεν εκτίθεται ως όψη στραμμένη στις όψεις των μαθητών του, δηλαδή ως πρόσωπο, με παρρησία και άποψη για την νεότερη ιστορία μας, για το θεολογικό ορθόδοξο δόγμα μας, για την αρχαία γλώσσα μας και γενικότερα για την κουλτούρα και τον πολιτισμό μας, μάλλον δεν θα πείθει το ακροατήριο του.

Όπου κι αν σταματάει ένα βιβλίο Ιστορίας, όποια επεισόδια αποσιωπά ή αλλοιώνει αφηγηματικά, ο δάσκαλος μπορεί να τα «ζυγοσταθμίσει» κατά την παράδοση του. Ούτε συνωστισμοί, ούτε θρησκειολογίες κτλ μπορούν να εμφιλοχωρήσουν σε μια σχέση ειλικρινούς προσωπικής μέθεξης τόσο με το αντικείμενο όσο και με τα υποκείμενα της διδασκαλίας. Ο Υπουργός Νίκος Φίλης, ανεξαρτήτως των όσων λέγονται πως στο 3ο μνημόνιο προβλέπεται κατάργηση των παρελάσεων και του μαθήματος των Θρησκευτικών, δήλωσε το εξής πολιτικά  άψογο: «Τα νέα προγράμματα του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι αποτέλεσμα πιλοτικής εκπαιδευτικής εμπειρίας τριών ετών καθώς και πολύμηνου διαλόγου με τους εκπαιδευτικούς θεολόγους και με τους εκπροσώπους της Εκκλησίας. Τα Θρησκευτικά είναι ένα μάθημα όπως όλα τα μαθήματα. Η ευθύνη για τα προγράμματα σπουδών ανήκει σύμφωνα με τον νόμο στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Είναι λάθος ένα ώριμο αίτημα, όπως είναι η αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών από ομολογιακό σε μάθημα γνώσης όλων των θρησκειών με ιδιαίτερη, βεβαίως, έμφαση στην Ορθοδοξία, να μετατρέπεται σε αφορμή ακατανόητης αντιδικίας και κινδυνολογίας. Το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων είναι πάντοτε ανοικτό στον διάλογο με την Εκκλησία και προσωπικά με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών με τον αυτονόητο αμοιβαίο σεβασμό των διακριτών θεσμικών ρόλων.» Όταν την άκουσα, «εύγε!», μονολόγησα, «εξαιρετική διατύπωση». Ας σχολιάσω -ανεπίκαιρα μάλλον- ότι το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής ίσως να μην διαθέτει πάντοτε τα καλύτερα εργαλεία ανάλυσης ενός εκπαιδευτικού ζητήματος διδασκαλίας, ότι «Ορθοδοξία» υπάρχει και στον ιουδαϊσμό, χωρίς να καταθέτω την παραμικρή μομφή, και ότι δεν γνώριζα περί της τριετούς πιλοτικής εφαρμογής των Θρησκευτικών. Πέρυσι σαφώς τάχθηκα σε κείμενό μου κατά της κατάργησης των Θρησκευτικών αλλά και κατά της απαλλαγής από το μάθημα.

Δεν μου άρεσε όμως καθόλου η εικόνα των θεολόγων εκπαιδευτικών που προσέτρεξαν για προστασία στον Αρχιεπίσκοπο σαν σκιαγμένα παιδάκια, ενώ θα μπορούσαν να υψώσουν το διδακτικό ανάστημά τους μαζί με το ελληνορθόδοξο- εικάζω- φρόνημά τους στην τάξη, στο μετερίζι τους! Μας έλεγε κάποτε στη Σταυρονικήτα ο Γέροντας Βασίλειος ότι ακόμη κι αν γκρέμιζαν οι Τούρκοι τον Αη-Γιώργη ή την Αγια-Σοφιά δεν θα είχε σημασία, διότι είναι ντουβάρια (τα κτίσματα εννοούσε), και πως σημασία έχει η ψυχή και το πνεύμα των θρύλων που τα συνοδεύουν ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Το ίδιο φρονώ για τα διδακτικά βιβλία. Το πνεύμα της διδασκαλίας ενός γνωστικού αντικειμένου έπρεπε να το ενσαρκώνει ο (ανύπαρκτος πλέον) δάσκαλος της Ιστορίας, των μαθημάτων της Γλώσσας και των Θρησκευτικών.

Η πρόσφατη αντιπαράθεση, σαν ένα οιονεί «Φίλη-όκβε», δημιουργεί συνθήκες Σχίσματος Εκκλησίας και Κράτους… Ουπς, Lapsus! Πάντως, στην αντιδικία τούτη μπορούμε να αντιπροτείνουμε γόνιμα την καλλιέργεια μιας άλλης πιο προσφιλούς σε μας περιοχή διδασκαλίας: την Φιλοσοφία. Ας καταργήσουμε τα υπάρχοντα βιβλιάρια διδασκαλίας και ας σχεδιάσουμε τη συγγραφή κατανοητών εγχειριδίων (όχι απαραίτητα υπό την επιστημονική φροντίδα του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής) που θα περιλαμβάνουν ασφαλώς και θεολογικά ζητήματα, εφόσον δεν μπορείς να κάνεις Φιλοσοφία χωρίς να θεολογείς, ούτε και Θεολογία χωρίς φιλοσοφικές ενοράσεις, κι ας λένε ο,τι θέλουν οι ιδεολογικώς ή άλλως πως αγκυλωμένοι.

 

 

*Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο ΕΜΠ

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here