Ανύπαρκτη η πολιτική του Yπουργείου Παιδείας

Του Νίκου Τσούλια

 

Το όλο πλαίσιο της πολιτικής πρότασης του Υπουργείου Παιδείας διακρίνεται από αναχρονισμό, από αποσπασματικότητα και από ανάδειξη των δευτερευόντων ζητημάτων των σχολείων. Και το πιο ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι δεν έχει κατατεθεί μια «βασική πολιτική πρόταση» για το περιεχόμενο και για τους στόχους της εκπαίδευσης. Κανένα ολοκληρωμένο σχέδιο δεν υπάρχει, το οποίο αφενός να αντιμετωπίζει τα μεγάλα προβλήματα και τις χρόνιες εκκρεμότητες της εκπαίδευσης και αφετέρου να θέτει κάποιες βάσεις για να εισέλθει το εκπαιδευτικό μας σύστημα στις σύγχρονες κοινωνίες της γνώσης και της μάθησης.
Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση επιχειρεί απλώς να ελέγξει τη διοίκηση της εκπαίδευσης με έναν απόλυτα κομματικό τρόπο, που παραπέμπει στις «παλιές δόξες» της συντηρητικής παράταξης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνο των Περιφερειακών Διευθυντών της εκπαίδευσης, όπου μοναδικό κριτήριο επιλογής ήταν το «κομματικό βιογραφικό» προς δόξαν της προοδευτικής αντίληψης!
Την ίδια στιγμή ανατρέπει το σύστημα πρόσβασης των υποψηφίων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση που βρισκόταν σε εξέλιξη, κάτι που γίνεται για πρώτη φορά στα χρονικά της εκπαίδευσης. Σ’ όλες τις παρεμβάσεις, που είχαμε στη διάρκεια της μεταπολίτευσης για τον εν λόγω θεσμό, το όλο εγχείρημα συνδεόταν με ένα συνολικό «εκπαιδευτικό σχήμα» του λυκείου. Τώρα έχουμε παρέμβαση από τη Β΄ τάξη λυκείου και αυτό δεν είναι καθόλου τυπικό και τεχνικό ζήτημα, αφού οι μαθητές / μαθήτριες συναντούν ασυνέχειες στα μαθήματά τους στη διάρκεια φοίτησης του λυκείου. Αντί όμως να διαμορφωθεί πρώτα το περιεχόμενο του λυκείου (στοχοθεσία, αναλυτικά προγράμματα, σχολικά βιβλία, παιδαγωγικές μέθοδοι),  επιχειρείται πρώτα η αλλαγή του εξεταστικού και μετά θα γίνει η όποια αλλαγή στην ουσία της εκπαίδευσης, τίθεται δηλαδή «το κάρο μπροστά από το άλογο». Οι συνέπειες αυτού του πρωτόγνωρου ανορθολογισμού θα φανούν στη συνέχεια, όταν και αν γίνει απόπειρα διαμόρφωσης του περιεχομένου του λυκείου.
Εκείνο που κάνει ιδιαίτερη εντύπωση είναι το γεγονός ότι με τις πρώτες εξαγγελίες του Υπουργείου (κατάργηση της Τράπεζας Θεμάτων και όχι εκλογίκευσή της, επαναφορά της βάσης του 9,5 ως βάση προαγωγής στις τάξεις του λυκείου που έχει σαν αποτέλεσμα τελικά να περνούν χαριστικά οι μαθητές τις τάξεις σχεδόν χωρίς καμιά προσπάθεια, κατάργηση της Αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και όχι αντικατάστασή της από μια πιο ουσιαστική πρόταση) όλα τα σχολεία της χώρας «χαλάρωσαν» στην άσκηση του έργου τους.
Αλλά μπορεί να νοηθεί σήμερα στις κοινωνίες της πληροφορίας και της γνώσης ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν θα είναι άρτια οργανωμένο και που δεν θα καταβάλλει συστηματική και επίμονη προσπάθεια; Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία στο μεγάλο της μέρος προκρίνει την όσο το δυνατόν επιμελέστερη και συστηματικότερη προσπάθεια εκ μέρους των εκπαιδευτικών και των εκπαιδευομένων για την επιτυχία των πολλαπλών μορφωτικών στόχων.
Αποδεικνύεται μάλιστα μέσα από έρευνες ότι, όταν χαλαρώνει ένα εκπαιδευτικό σύστημα και επικρατεί στις δομές και στις λειτουργίες του ο λαϊκισμός, εκείνα τα παιδιά που κυρίως πλήττονται είναι των χαμηλότερων οικονομικά και μορφωτικά κοινωνικών στρωμάτων, ακριβώς γιατί στην αγορά εργασίας εκείνο που θα μετρήσει τελικά είναι τα ουσιαστικά μορφωτικά εφόδια των νέων και όχι οι χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα τυπικοί τίτλοι. Εκείνο που χρειάζονται οι λεγόμενοι «αδύνατοι μαθητές» δεν είναι ένα πολύ χαλαρό σύστημα προαγωγής αλλά αντισταθμιστική εκπαίδευση και ενισχυτική διδασκαλία, οι οποίες έχουν πλήρως αναιρεθεί από τις μνημονιακές πολιτικές και των προηγούμενων κυβερνήσεων και της σημερινής κυβέρνησης. Ως απόρροια και του χαλαρού εξεταστικού συστήματος θα έχουμε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση του ποσοστού του λειτουργικού αναλφαβητισμού. Πρόκειται για ένα  από τα μεγαλύτερα ποσοστά διεθνώς και δεν νομίζω να τιμά το εκπαιδευτικό μας σύστημα και την χώρα μας αυτή η εξέλιξη.
Τις τελευταίες ημέρες το Υπουργείο φέρνει στη δημοσιότητα και κάποιες απόψεις του για τη Διοίκηση της εκπαίδευσης. Αναφέρει, για παράδειγμα, την εκλογή του Διευθυντή των Δημοτικών, Γυμνασίων και Λυκείων με ψηφοφορίες των Συλλόγων Διδασκόντων (σε ποσοστό 66%)! Άραγε δεν μπορεί κανείς εκ της ηγεσίας να σκεφτεί ότι μια ενδεχόμενη τέτοια πρακτική θα διαλύσει τα σχολεία; Ή μήπως υπό τη σκιά των αριστερίστικων ιδεοληψιών και των δήθεν προοδευτικών αντιλήψεών τους θεωρούν ότι έτσι προάγεται κάποιου είδους επιμέρους κοινωνικός μετασχηματισμός; (Αλλ’ επ’ αυτού θα επανέλθουμε).

Η εμπειρία από όλες τις εκπαιδευτικές μεταβολές στη διάρκεια της μεταπολίτευσης έχει καταδείξει ότι τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης είναι αυτά που υποδηλώνουν τη βιωσιμότητα και τη δυναμική των μεταβολών. Στη σημερινή περίπτωση, η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. κάνει σπασμωδικές κινήσεις, ακριβώς γιατί δεν έχει μια συνεκτική και άρτια εκπαιδευτική πολιτική πρόταση. Η συνέχεια θα είναι λίγο – πολύ προσδιορισμένη: ξηλώματα – μπαλώματα, διαρκείς αναθεωρήσεις και προώθηση των δευτερευόντων ζητημάτων της εκπαίδευσης. Έχει όλο αυτό το σαθρό σκηνικό καμιά σχέση με τις πολλαπλές απαιτήσεις των εποχών μας;

 

 

 

Print Friendly

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here