Αγγελική Δαρλάση: «Όταν έφυγαν τ΄αγάλματα»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Κάποτε ήταν ένα κορίτσι που είχε ακούσει τα αγάλματα να τραγουδάνε, είχε χορέψει μαζί τους στο φως του φεγγαριού, τα είχε δει να δακρύζουν. Επειδή τα αγάλματα τις νύχτες ζωντανεύουν. Η Αγγελίνα το ήξερε καλά αυτό αφού μεγάλωσε μέσα στο μουσείο σχεδόν. Άλλωστε, το ότι είχε ένα ολόκληρο κι ένα μισό, «καταραμένο» χέρι την έκανε να τους μοιάζει ακόμα περισσότερο. Με εξαίρεση τον Τίκο, τον μόνο σάρκινο φίλο της, τα αγάλματα ήταν οι καλύτεροί της φίλοι. Όταν ο Μουσολίνι κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο φόβος ότι θα επικρατήσει το σκοτάδι του ναζισμού έγινε ακόμα ισχυρότερος. Κι όσοι σχετίζονταν με το Μουσείο, από τους αρχαιολόγους μέχρι τους απλούς εργάτες, όλοι μοιράζονταν μια κοινή αγωνία∙ όλοι προστάτευαν το ίδιο μυστικό που έμοιαζε να συνοψίζεται σε μία και μόνο φράση: «Να προλάβουμε…».Η Αγγελίνα θα θελήσει να μάθει εκείνο το μυστικό και θα βοηθήσει τον Τίκο να κρύψει το δικό του.

Μια βαθιά ανθρώπινη κι αντιπολεμική ιστορία για τη φιλία, την ενηλικίωση, την αναζήτηση ταυτότητας και την ανάγκη διατήρησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, βασισμένη στην πραγματική ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου. ‘’όταν έφυγαν τα αγάλματα» της Αγγελικής Δαρλάση, εκδόσεις Μεταίχμιο.

-Από μυθιστορήματα με έντονα τα στοιχεία της αλληγορίας ή και μαγικού ρεαλισμού και από ιστορίες κοινωνικού περιεχομένου τώρα ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Γιατί;

Υπήρχε κάτι που εμένα με συγκίνησε στη συγκεκριμένη ιστορία της απόκρυψης των αρχαιοτήτων.  Πώς, δηλαδή, απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που η φύση της δουλειάς τους δεν τους  προόριζε για κάτι ηρωικό, εν τέλει έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στην Ιστορία. Επειδή αν δεν ήταν όλοι αυτοί οι απλοί ανώνυμοι υπάλληλοι, τεχνίτες, εργάτες, φύλακες  και οι αρχαιολόγοι φυσικά, σήμερα μπορεί και να μην θαυμάζαμε όλα όσα αποτελούν την περιουσία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και των υπολοίπων μουσείων της χώρας – κι εν τέλει δική μας κληρονομιά. Ανέκαθεν με γοήτευε «πώς το πιο μικρό είναι και το πιο μεγάλο αρκεί να θες να δεις τη σημασία του», όπως λέει κι ένας από τους ήρωες στο βιβλίο μου. Ένιωσα λοιπόν πως είναι μια ωραία ιστορία να τη φανταστείς και να τη διηγηθείς.

Ίσως κι επειδή Ιστορία δεν είναι μόνο τα γεγονότα που διδασκόμαστε στο σχολείο. Είναι και οι άνθρωποι, οι δικές τους μικρές ιστορίες πίσω από τα ιστορικά συμβάντα.

-Πόσο διαφορετική ήταν ως διαδικασία η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Από μια άποψη πολύ. Το να γράφεις για μια ιστορική περίοδο απαιτεί έρευνα, μελέτη, αξιολόγηση. Το πώς θα διαχειριστείς το υλικό, πως θα ζωντανέψεις την εποχή, χωρίς να την προδώσεις, και ταυτόχρονα να είσαι έντιμος στη δική σου ιστορία κάνοντάς τη να αφορά ένα σύγχρονο αναγνώστη κρύβει αρκετές δυσκολίες. Συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα ορίζουν ή περιορίζουν και την εξέλιξη της δικής σου υπόθεσης κι επηρεάζουν τους ήρωες σου.

-Αναφέρεστε και σε πραγματικά πρόσωπα στο βιβλίο σας;

Ναι, αλλά δεν είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές. Είναι όμως πρόσωπα που η βασική ηρωίδα μου γνωρίζει, όπως για παράδειγμα η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου, έφορος τότε στο μουσείο και σημαντική μορφή της ελληνικής αρχαιολογίας. Η ηρωίδα μου τη γνωρίζει επειδή μεγάλωσε κατά κάποιοι τρόπο μέσα στο μουσείο, αφού οι γονείς της δούλευαν εκεί, ως τεχνίτης ο πατέρας της και καθαρίστρια η μητέρα της.

-Η ηρωίδα σας, η Αγγελίνα,  έχει ένα χέρι καλό κι ένα «μισό». Γιατί επιλέξατε να είναι αυτή η ηρωίδα σας σε ένα μυθιστόρημα που δεν έχει ως βασικό θέμα τη διαφορετικότητα;

Γιατί όχι; Το θεώρησα απόλυτα φυσιολογικό και λογικό ∙ όλοι είμαστε ατελείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ουδείς τέλειος. Η εικόνα μιας κοπέλας με αναπηρία επανερχόταν στο νου μου κι είπα ας της δώσω την ευκαιρία να δω τι το ενδιαφέρον θα έχει εκείνη να πει, πέρα από τη διαφορετικότητά της.  Κι  όταν άρχισα να υφαίνω το κουβάρι της ιστορίας μου, εκείνη μου έδειξε ένα ακρωτηριασμένο άγαλμα και μου είπε: «Μα δεν μοιάζουμε;». Και σταδιακά άρχισε να με βάζει στο δικό της κόσμο και να μου αποκαλύπτεται η μυστική, σχεδόν μαγική σχέση που είχε με τα αγάλματα. Μπόρεσα να δω κι εγώ τα αγάλματα μέσα από τα δικά της μάτια. Και συνειδητοποίησα πως είχε δίκιο που επέμενε – και το άξιζε πραγματικά – να γίνει η βασική ηρωίδα ενός μυθιστορήματος.

-Δεν είναι όμως μόνο οι αρχαιότητες που αξίζει να κρυφτούν σύμφωνα με τους ήρωες του βιβλίου σας.

Όχι, πράγματι, δεν είναι. Βλέπετε όταν αναγκάζονταν να ξεριζωθούν οι άνθρωποι εξαιτίας των πολέμων συχνά προσπαθούσαν να κρύψουν πράγματα που αγαπούσαν, με την ελπίδα να διατηρηθούν ανέπαφα από τον πόλεμο. Με την ελπίδα πως, όταν  πόλεμος θα τέλειωνε και θα επέστρεφαν, εκείνοι οι μικροί κρυμμένοι «θησαυροί» τους, θα ήταν η άκρη του νήματος που θα τους συνέδεε με το παρελθόν τους στην προσπάθεια να ξαναστήσουν τη ζωή τους από την αρχή. Ε, κάτι ανάλογο κάνουν και κάποιοι από τους ήρωες αυτού του βιβλίου..

-Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείστε με το θέμα του πολέμου.

Επανέρχομαι είτε στα πεζά είτε στα θεατρικά μου έργα. Προφανώς επειδή δεν μπορώ να αποδεχτώ, να κατανοήσω, να δικαιολογήσω την ύπαρξη πολέμων.  Δε θέλω. Με πληγώνει και μόνο η λέξη. Η ύπαρξη της βίας και της βαρβαρότητας νιώθω πολλές φορές να με παραλύει νοητικά. Ως προς αυτό, δεν μπορώ να… ενηλικιωθώ.

-Παρ’ όλα αυτά πρόσφατα παρουσιάστηκε στα Θεατρικά Αναλόγια του θεάτρου Τέχνης ένα έργο σας, αυστηρά για ενήλικους,  αρκετά σκοτεινό και δυστυχώς τρομακτικά επίκαιρο.

Το «Κομμάτια (θάλασσες εδώ…)» είναι έργο που μιλάει για όλον αυτό τον παραλογισμό των υλιστικών κοινωνιών, για τη βία, γα την εκμετάλλευση των ανθρώπων από ανθρώπους, την έλλειψη ανθρωπιάς και την απάνθρωπη αντιμετώπιση των προσφύγων.  Είναι όμως, βλέπετε, που πολλές φορές για να παλέψεις το «τέρας»  πρέπει να το δείξεις και να το… ονομάσεις. Και ναι σε κάποια από τα θεατρικά μου που είναι αρκετά σκληρά, σκοτεινά έως και βίαια, αυτό κάνω: προσπαθώ να παλέψω με τα τέρατα που με βασανίζουν δείχνοντας τα και λέγοντάς τα με το όνομά τους.

-Η κυρία Ζέη γράφει στο προλογικό της σημείωμα του μυθιστορήματός σας όμως πως παρά το σκληρό θέμα σας «σας περισσεύει η τρυφερότητα». Αλλά εσείς η ίδια παραδέχεστε πως στα θεατρικά σας κείμενα δείχνετε ένα άλλο πρόσωπο. Πως τον εξηγείτε αυτό τον … διχασμό;

Είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Είναι πολλά αυτά που με τρώνε, που με θυμώνουν, που με κάνουν να απελπίζομαι. Πολλά τα στοιχειά που με στοιχειώνουν. Και η θεατρική γλώσσα έχει και τους δικούς της ιδιαίτερους κώδικες και δυναμικές που προφανώς ελκύουν την πιο σκοτεινή κι ενήλικη, την απελπισμένη πλευρά μου.

Έτσι το να γράφω και για παιδιά και νέους είναι ο τρόπος που έχει βρει ο ένας μου εαυτός να παρηγορεί τον άλλο ώστε να μπορώ να συνεχίζω να υπάρχω… ολόκληρη.

Με δύσκολα και σκληρά θέματα καταπιάνομαι και σε πολλά από τα κείμενά μου που απευθύνονται σε παιδιά και νέους. Για πόλεμο και απώλειες μιλάω στο συγκεκριμένο βιβλίο.  Όμως, όταν οι ήρωές σου αλλά κι οι αναγνώστες σου είναι παιδιά, αλλάζει αναγκαστικά  η οπτική σου. Όχι επειδή τα παιδιά δεν μπορούν να είναι σκληρά – είναι όμως αλλιώτικα σκληρά ∙ ούτε επειδή στερούνται αντιληπτικής ικανότητας.

Βλέποντας όμως τον κόσμο μέσα από τα δικά τους μάτια, το μέλλον, τη ζωή μπροστά δηλαδή, τότε δεν μου επιτρέπω παρά να βλέπω εκείνα τα στοιχεία που κάνουν τη ζωή συναρπαστική, τον κόσμο όμορφο κι ανθρώπινο. Να βλέπω, αναγκαστικά,  πως δεν μπορεί παρά να υπάρχει ελπίδα.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here